Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

ΜΙΑ ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

της Αγγελικής Βαρελλά
Λοιπόν που λέτε...
Την Καθαρή Δευτέρα η οικογένεια ξεκίνησε για εκδρομή.
Αν τους έβλεπε κανείς να κατεβάσουν τόσο νοικοκυριό, θα νόμιζε πως μετακομίζουν. Τεντζερέδια. καλάθια, ρούχα, κιλίμια, νταμιτζάνες. μπάλες, παιχνίδια στοιβάχτηκαν πίσω στο πορτμπαγκάζ. Έμενε ο αετός του Χρήστου. Τον έβαλαν κι αυτόν στη σκεπή του αυτοκινήτου ν' ανεμίζει κι έκαναν μια μικρή απογραφή.
- Τα φαγητό τα πήραμε;
- Το πήραμε.
- Το νερό το πήραμε;
- Το πήραμε.
- Τα κιλίμια τα πήραμε;
- Τα πήραμε.
- Τη γιαγιά την πήραμε;
- Την πήραμε.
Το αμάξι το 'χε πλύνει αποβραδίς ο πατέρας και  μοσχομύριζε απορρυπαντικό. Αλλά και τα παιδιά  είχαν κάνει μπάνιο και μοσχοβόλαγαν σαπούνι. Καθαρή λοιπόν η οικογένεια, καθαρό το αυτοκίνητο, καθαρός ο ουρανός που αστραπές
φοβάται, καθαρή και η Δευτέρα, όλα καθαρά και ξάστερα.
Είχαν ξεφύγει λιγάκι οπό τη συμφόρηση της Αθήνας και έτρεχαν στον εθνικό δρόμο, όταν το αυτοκίνητο άρχισε να χορεύει.
Η γιαγιά είπε: «Αυτό μου θυμίζει αργεντίνικο ταγκό».
Η μητέρα απόρησε: «Τι να συμβαίνει άραγε;»
Ο Χρήστος ενθουσιάστηκε: «Μ' αρέσει έτσι όπως πάμε».
Ο πατέρας βλοσυρός και μουτρωμένος είπε:«Κατεβείτε όλοι κάτω. Ξεφούσκωσε το λάστιχο.»
Η Έλενα χάρηκε για την περιπέτεια. Ο μπαμπάς δεν χάρηκε καθόλου. Μουρμούριζε κάτι μέσα από τα δόντια του και γρυλλίζοντας προσπάθησε να βρει το γρύλλο και τη ρεζέρβα. Αμ' δε; Για να βρεθούν ο γρύλλος και η ρεζέρβα έπρεπε να ξαναβγεί έξω όλο το νοικοκυριό. Και τα κιλίμια και τα τεντζερέδια και η νταμιτζάνα και τα καλάθια και οι μπάλες. Όλα. Μέχρι και η γιαγιά.
- Εμπρός, βοηθήστε όλοι, γκρίνιαζε ο μπαμπάς.
-Αχ. μη μου πετάτε έτσι την κούκλα μου, έσκασε η Έλενα.
- Ουφ! ξεφούσκωσε και η μαμά ανακαλύπτοντας ότι τα φαγητά είχανε μπατάρει και ανακατωθεί.
Ο μπαμπάς κάτι έλεγε ολοένα μέσα απ' τα δόντια του αλλάζοντας το λάστιχο, μα τα είχε σφίξει τόσο που δεν άκουγαν καθαρά τις λέξεις. Ούτε και ήταν πια καθαρός. Έμοιαζε με μουντζούρη και το ωραίο του πουκάμισο είχε στο στήθος μια μεγάλη λαδιά σαν παράσημο. Το έβλεπε η μαμά κι απελπιζόταν, το έβλεπε κι εκείνος και του 'ερχόταν να βάλει τις φωνές.
Τέλος πάντων. Δυσάρεστη παρένθεση ήταν. είπαν να την κλείσουν. Ξαναφόρτωσαν το βίος τους και συνέχισαν, αφού πρώτα έκαναν μια μικρή απογραφή.
- Τα πράγματα τα βάλατε μέσα;
- Τα βάλαμε!
- Τα νερά τα βάλατε;
- Τα βάλαμε!
- Την κούκλα σου την πήρες;
- Την πήρα!
- Την γιαγιά την πήραμε;
- Την πήραμε!
Γκρρ, η μίζα, ξεκίνησαν και πάλι. Όλα καλά. Και ξαφνικά ο ουρανός, αυτός που αστραπές δεν φοβάται, έγινε μπλάβος και βαρύς.
-  Θα βρέξει! Είπε ο Χρήστος.
-  Φάε τη γλώσσα σου! Τον μάλωσε η Έλενα.
-  Πώς να φάω; Θύμωσε ο Χρήστος.
-  Ελάτε, ελάτε, πάψτε να τσακώνεστε, τους συμφιλίωσε ο πατέρας. Ξέρω ένα μέρος από τότε που ήμουν πρόσκοπος και  πήγαινα εκδρομές με τα λυκόπουλα.
Πεύκα, πεδιάδα και θάλασσα, ο καλύτερος συνδυασμός.  Εκεί θα κάνουμε πικ-νικ!
-Πικ-νικ Πικ-νικ. Τι είναι αυτό; Τρώγεται; ρώτησε η Έλενα.
- Θα μπορέσω να πετάξω τον αετό μου στο πικ-νικ; χάρηκε ο Χρήστος. Συνεννόηση μύλος.
Όσο κουβέντιαζαν, ο ουρανός κατασκοτείνιασε κι ύστερα από λίγο άρχισε να πέφτει μια δυνατή βροχή με τόσο πείσμα, σαν να έβγαζε το άχτι του. Ο δρόμος, γεμάτος λακκούβες, πιτσιλούσε το αυτοκίνητο με λάσπες. Κανείς δε θυμήθηκε τον αετό, μέχρι που έσκουξε ο Χρήστος:
- Ο αετός μου! Ο αετόοοοος!
- Αχ, ναι, συγχύστηκε η μητέρα, Ξεχάσαμε τον αετό του παιδιού στη σχάρα.
Το αυτοκίνητο ξεσηκώθηκε από τις φωνές, η μάνα βγήκε έξω στη βροχή, κατέβασε από το υπερώο το μισοπνιγμένο αετό και τον έφερε στο Χρήστο που μοιρολογούσε σαν τραγωδός. Αλλά κι η μητέρα δεν πήγαινε πίσω. Της ερχόταν να θρηνήσει για τα ωραία της μαλλιά που ίσιωσαν, για τη φούστα της που έγινε σφουγγαρόπανο, για τα παπούτσια της που έγιναν βάρκες.
- Αχ, η φούστα μου, έλεγε κι έπιανε τη φούστα της.
- Αχ, τα μαλλιά μου, έλεγε και τραβούσε τα μαλλιά της.
- Αχ. τα παπούτσια μου, έλεγε, μα τα παπούτσια της δεν τα έπιανε. Ευτυχώς η βροχή ήταν αυτό που λένε «μπόρα είναι, θα περάσει», και πράγματι πέρασε. Όταν μάλιστα έφτασαν στο μέρος όπου πήγαινε πρόσκοπος ο μπαμπάς με τα λυκόπουλό του, ανακάλυψαν ότι η βροχή δεν είχε φτάσει μέχρις εκεί. Βγήκαν λοιπόν κι άρχισαν να κατεβάζουν τις αποσκευές τους. Βέβαια το αυτοκίνητο ήταν για κλάματα. Κρίμα στα πλυσίματα. Χοντρό κομμάτια λάσπες είχαν κολλήσει στις γυαλιστερές του λαμαρίνες και τα τζάμια ήταν αόρατα! Χάλια ατέλειωτα, δηλαδή. Η μητέρα έστρωσε το τραπεζομάντιλο, έβαλε και το κιλίμια και φώναξε τα παιδιά για φαγητό ανοίγοντας τα καλάθια. Τι πικ-νικ και πράσινα άλογα. Οι λακκούβες είχαν κάνει το θαύμα τους. Τα φαγητό χοροπηδώντας είχαν γίνει αγνώριστα. Λίγος ταραμάς μπλέχτηκε με τα σκαλτσούνια, το χταποδάκι έχυσε το ξίδι του πάνω στη λαγάνα, ο φελλός από τη νταμιζάνα ξέφυγε και το νερό είχε ραντίσει τα πάντα σαν άγιασμα. Μόνο λίγο κόκκινο χαβιάρι -αυτό που λένε μπρικ- είχε μείνει ανέπαφο, δεν καταδέχτηκε να ανακατωθεί με το άλλα εδέσματα- άλλωστε τι χαβιάρι θα ήταν.- μα τελικά τους φάνηκε πολύ άνοστο και καθόλου πρωτότυπο.
Κατά το άλλα πέρασαν υπέροχα. Η γιαγιά ευχαριστήθηκε κάτω οπό τα πεύκα. Η
μητέρα διάβασε το αγαπημένο της βιβλίο. Ο μπαμπάς ψάρεψε στα βραχάκια με πετονιές και δολώματα. Ο Χρήστος έπαιξε με τ' άλλα παιδιά μπάλα, πέταξε χαρταετό, κι η Έλενα μαζί με την κούκλα της βούτηξαν εκεί στα ρηχό, γλιστρώντας απ' το βραχάκι. Το απογευματάκι ο μπαμπάς σφύριξε προσκλητήριο. - Μαζέψτε τα, είπε, γιατί δεν άντεχε άλλο.
Ξαναχώθηκαν στο αυτοκίνητο, αφού έκαναν πρώτα μια μικρή απογραφή.
- Τα κιλίμια τα μαζέψατε;
- Το μαζέψαμε!
- Πήρατε μπάλες, χαρταετούς και κούκλες;
- Τα πήραμε!
- Τη γιαγιά τη μαζέψατε;
- Τη μαζέψαμε;
Όλα το είχαν συμμαζέψει, αλλά κανένας δεν ήταν καθαρός.
Η μητέρα είχε μεν στεγνώσει, αλλά ήταν σαν την Σταχτοπούτα πριν της φέρει η νονά της τα ωραία φορέματα για το χορό. Ο μπαμπάς εξακολουθούσα να κυκλοφορεί με τη λαδιά στο πουκάμισο, παράσημο «εξαίρετων πράξεων». Ο Χρήστος μύριζε ιδρώτα κι είχε σκίσει το πουκάμισο του. Η Έλενα ήταν τσαλακωμένη κι η κούκλα της ξεμαλλιασμένα από τη βουτιά. Το αυτοκίνητο βρωμερό και τρισάθλιο ήθελε δύο κυβικά νερό για να σύνελθε και να ξαναγίνει αυτοκίνητο με αξιοπρέπεια και υπόληψη.
- Του χρόνου δεν πάω πουθενά, θα πετάξουμε χαρταετό από το μπαλκόνι, θα στρώσουμε τα κιλίμια στο χολ και θα κάνουμε εκεί ένα υπέροχο πικ-νικ, είπε ο μπαμπάς.
- Πικ-νικ! Πικ-νικ!  τον πείραξαν τα παιδιά.
Έφθασαν στο σπίτι, είδαν το μούτρα τους στον καθρέφτη και ξέσπασαν στα γέλια. Η Έλενα έβγαλε από το ημερολόγιο το χαρτάκι που έλεγε Καθαρή Δευτέρα και δήλωσε;
- Τελικά μόνο η Δευτέρα την έβγαλε ... καθαρή!


Δεν υπάρχουν σχόλια: