Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Η ΠΟΥΛΙΑ ΚΑΙ Ο ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ

Μία φορά κι' έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Είχανε κι ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Πούλια.  Κάποτε η μάνα της Πούλιας πέθανε κι ο βασιλιάς παντρεύτηκε άλλη γυναίκα. Αυτή δεν αγαπούσε την Πούλια γιατί ήταν ομορφότερη της. Μια μέρα η βασίλισσα είπε στο βασιλιά να πουλήσουν την Πούλια, μιας που ήταν τόσο όμορφη. Για να μην τρώγεται η βασίλισσα, ο βασιλιάς το αποφάσισε και έβαλε την κόρη του στο κατώι και την τάιζε καρύδια, σύκα και κάθε λογής γλυκίσματα, για να παχύνει, να τη μοσχοπουλήσουν. Η Πούλια δεν καταλάβαινε γιατί τα έκαναν όλα αυτά. Τα έβλεπε και ο Αυγερινός, που ήταν γιος της δεύτερης γυναίκας, και απορούσε. Αγαπούσε πολύ την Πούλια, την αδερφούλα του. Μια μέρα άκουσε τη μάνα του να λέει στο βασιλιά πως είχε έρθει η ώρα να πουλήσουν την Πούλια.
Ο Αυγερινός είπε σε μια γειτόνισσα, μια γριά, πως η μάνα του θα πουλούσε την Πούλια και τη ρώτησε τι να κάνει για να τη γλιτώσει. Εκείνη του είπε:
«Τη μέρα που η μάνα σου θα βγάλει την Πούλια να την πουλήσει. Εκεί  που θα τη χτενίζει να της αρπάξεις τις κορδέλες που βάζει στα μαλλιά της και να φύγετε. Αν σας φτάσει η μάνα σου, να τις πετάξεις πίσω. Αν σας φτάσει πάλι, να πετάξεις το χτένι πίσω σας». Του 'δωσε έπειτα ένα κομμάτι αλάτι σ' ένα χαρτί και του είπε: «Τελευταίο να πετάξεις το αλάτι».
Όταν έφυγε ο Αυγερινός από τη γριά, πήγε στο παραθύρι της Πούλιας
και της τα είπε όλα: «Μη φοβηθείς όμως, εγώ θα σε σώσω. Τη μέρα που θα σε βγάλει η μάνα μας να σε χτενίσει θα σου πάρω τις κορδέλες και εσύ θα με κυνηγήσεις να μου τις πάρεις. Τα υπόλοιπα είναι δική μου δουλειά».
Όταν η βασίλισσα έβγαλε την Πούλια να τη χτενίσει, ο Αυγερινός της πήρε τις κορδέλες. Εκείνη έκανε πως τον κυνηγούσε γύρω γύρω στο σπίτι.
Η βασίλισσα φώναζε: «Έλα πίσω, μάτια μου, και σου αγοράζω άλλες».       
«Δεν τις θέλω. Εγώ θέλω τις δικές μου».      
Έτσι έκαναν πως παίζουν και βγήκαν στο δρόμο. Όταν απομακρύνθηκαν λίγο, είπε ο Αυγερινός στην Πούλια: «Τρέχα να ξεφύγουμε». Τότε κατάλαβε η βασίλισσα πως φεύγουν και άρχισε να τρέχει και να φωνάζει: «Ελάτε πίσω, παιδιά μου, καμάρια μου!'Οταν κουράστηκαν από το τρέξιμο ο Αυγερινός πέταξε τις  κορδέλες της Πούλιας για να μην τους φτάσει η βασίλισσα που τους κυνηγούσε. Στη στιγμή δημιουργήθηκε πίσω τους ένας απέραντος κάμπος. Στην άλλη μεριά η μητέρα φαινόταν σαν κουκκίδα. Στη στιγμή όμως πέρασε τον κάμπο και παραλίγο θα τους τσάκωνε αν ο Αυγερινός δεν πετούσε πίσω του το χτένι. Αμέσως δημιουργήθηκε πίσω τους απέραντο δάσος και η μητριά χάθηκε. Τα παιδιά κάθισαν να ανασάνουν. Αλλά πάλι η μητριά φάνηκε πίσω τους και θα τους έπιανε αν ο Αυγερινός δεν πετούσε το αλάτι. Στη στιγμή λίμνη απέραντη απλώθηκε γύρω τους. Η μητριά ρίχτηκε στα κύματα, μα δεν μπορούσε να περάσει. Τα παιδιά έφτασαν σ' ένα λιβάδι. Ο Αυγερινός δίψασε. «Κρατήσου ώσπου να πάμε σε κανένα πηγάδι», του λέει η Πούλια. «Δε βαστάω, διψώ!» Βλέπει ένα ίχνος από μοσχάρι που είχε μαζέψει νερό. «Θα πιω. Πούλια». «Όχι. γιατί θα γενείς αρνάκι».
Μα πριν τον προλάβει η Πούλια, έσκυψε και ήπιε. κι έτσι έγινε αρνάκι. Η Πούλια πήρε το αρνάκι και αφού περπάτησε όλη μέρα έφτασε σ' ένα βασιλικό πηγάδι. Ήπιε εκείνη, πότισε και το αρνάκι της. Κοντά στο πηγάδι υπήρχε μια γούρνα και κοντά στη γούρνα ένα κυπαρίσσι. Η Πούλια ανέβηκε στο κυπαρίσσι. Ύστερα από λίγο έφεραν τ' άλογα του βασιλιά να τα ποτίσουν. Τα άλογα όμως είδαν τον ίσκιο της Πούλιας στη γούρνα και δεν ήθελαν να πιούνε. Πάνε οι σταβλάτορες (=ιπποκόμοι) και το λένε στο βασιλιά. Ο βασιλιάς δεν το πίστεψε. Πήρε τα άλογα να τα ποτίσει ο ίδιος, αλλά αυτό πάλι τρόμαξαν απ' τον ίσκιο και δεν ήθελαν να πιούνε.  Σκύβει και ο βασιλιάς στη γούρνα και τι να δει! Μια όμορφη κόρη να κάθεται στο κυπαρίσσι. Χίλια της είπε. χίλια της έταξε, αλλά εκείνη δεν κατέβαινε.
Τότε εκείνος πάει σε μια γριά και της λέει: «Αν την κατεβάσεις, θα σε κάνω πλούσια».
 Πήρε η γριά μια σκάφη και  ένα κόσκινο, ένα γουρούνι και  αλεύρι και πήγε κοντά στη γούρνα  για να ζυμώσει. Έβαλε ανάποδα
τη σκάφη και το κόσκινο, άφησε και το γουρούνι κοντά στο αλεύρι και έκανε τάχα πως ζυμώνει. Η Πούλια την είδε και της φώναξε:
«Αλλιώς, γριά, το κόσκινο, αλλιώς και το σκαφίδι, και πάρ' το γουρουνάκι σου να μη σου τρώει τ' αλεύρι». «Παιδάκι μου, κατέβα παρακάτω γιατί δε σε ακούω». «Ω!» σκέφτηκε η Πούλια. «Θα είναι κουφή η κακομοίρα». Κατέβηκε, λοιπόν, παρακάτω και της είπε τα ίδια. «Τι λες. παιδάκι μου; Κατέβα παρακάτω γιατί δεν ακούω». ^    Έτσι την κατέβασε μέχρι κάτω. Ο γιος του βασιλιά, που ήταν κρυμμένος εκεί κοντά, την άρπαξε, την ανέβασε στ' άλογο του και την πήγε στο παλάτι για να την παντρευτεί. «Το αρνάκι μου! Το αρνάκι μου!» φώναζε η Πούλια. Ο βασιλιάς πρόσταξε και της έφεραν το αρνί. Όταν η βασίλισσα είδε την  Πούλια, τη φθόνησε γιατί ήταν εφτά φορές  ομορφότερη από δαύτη.
 Μία μέρα που έλειπαν ο βασιλιάς με το βασιλόπουλο, η Πούλια με την πεθερά της τριγύριζαν στο περιβόλι. Όπως περνούσαν δίπλα από το πηγάδι η βασίλισσα έσπρωξε την Πούλια και έπεσε μέσα. Το βράδυ που γύρισαν ο βασιλιάς με το βασιλόπουλο ρώτησαν πού ήταν η Πούλια. «Δεν ξέρω», είπε η βασίλισσα,
Το αρνάκι πήγαινε γύρω από το πηγάδι και βέλαζε: μπεε, μπεε!
«Αυτό το αρνί να το σφάξετε», είπε η βασίλισσα. «Δεν μπορώ να το ακούω. Μου 'φαγε τ’ αφτιά».
Για να μην γκρινιάζει, ο βασιλιάς είπε να το σφάξουν. Το αρνάκι το κατάλαβε και άρχισε να βελάζει.
«Μπεε, μπεε! Πούλια, θα με σφάξουν. Πούλια, τροχίζουν τα μαχαίρια. Μου βάζουν το μαχαίρι στο λαιμό!»
«Θεέ μου», είπε η Πούλια, «δώσ' μου δύναμη να σώσω τον αδερφό μου». Μεμιάς πετάχτηκε έξω οπό το πηγάδι. «Το αρνάκι μου! Το αρνάκι μου!»
φώναξε. 
 «Σώπα», της λέει ο βασιλιάς,  «θα σου αγοράσω άλλο».
«Δε θέλω άλλο. θέλω το δικό μου».

Το έψησαν και κάθισαν να φάνε. Η Πουλιά δεν έφαγε, παρά μάζεψε τα κόκαλο, τα 'βαλε σε μια στάμνα και τα 'θαψε στο περιβόλι. Την αυγή φύτρωσε μια νεραντζιά μ' ένα νεράντζι. Μόλις το είδε η βασίλισσα ζήτησε να το κόψουν. Πάει το βασιλόπουλο να το κόψει και το κλωνάρι με το νεράντζι ψηλώνει και δεν το φτάνει κανείς. Πάει ο βασιλιάς και το κλωνάρι ψηλώνει κι άλλο.  Πάει η βασίλισσα και το κλωνάρι με το νεράντζι ψήλωνει, ψηλώνει, και τ' άλλο κλωνάρια χύνονται να της βγάλουν τα μάτια.
«Θα δοκιμάσω κι εγώ», είπε η Πούλια. Πλησιάζει, και το κλωνάρι
με το νεράντζι πέφτει στα χέρια της.
«Πιάσου σφιχτά. Πουλιά», είπε μια φωνή απ’ το νεράντζι. Και ψηλώνει,
ψηλώνει.
«Έχε γεια. καλέ μου πεθερέ! Έχε γεια, καλό μου βασιλόπουλο!» φώναξε
η Πούλια. «Δεν μπορώ να ζήσω άλλο. Από τα χέρια της κακιάς μητριάς.
έπεσα στα χέρια της κακιάς πεθεράς».
Και πήγαν στον ουρανό κι έγιναν αστέρια λαμπερά, ο Αυγερινός και η Πούλια.

Το παραμύθι  Η Πούλια και ο Αυγερινός το βρήκαμε στο βιβλίο Παραμυθία του λαού μας, εκδόσεις «Ερμή»



Δεν υπάρχουν σχόλια: