Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Ο ΝΟΙΚΟΚΥΡΟΣ

της Λένας Μερίκα
(Με αφορμή το μάθημα της Μελέτης για την ισότητα των δυο φύλων)
Μένουμε  στο δεύτερο όροφο. Ασφαλώς θα δυσκολευτήκατε να παρκάρετε, έχω δίκιο; Το πρωί μετά τις εννιά βρίσκεις εύκολα θέση στους γύρω δρόμους, επειδή όλοι οι μπα­μπάδες - και αρκετές μαμάδες - φεύγουν με τ' αυτο­κίνητα τους για τη δουλειά. Το αυτοκίνητο του δικού μας μπαμπά όμως εδώ κι αρκετούς μήνες μένει παρκαρισμένο μπρο­στά στο σπίτι όλη σχε­δόν την ημέρα.  

Μέχρι πέρσι το φθινόπωρο βλέπαμε το μπαμπά μόνο τα Σαββατοκύριακα - κι αυτό όχι πάντα. Έ­μπαινε στο Γκολφ με το μαύρο ντοσιέ του και χα­νόταν σε αυτοκινητόδρομους και μακρινές πολι­τείες για μέρες ατέλειωτες. Γύριζε εξαντλημένος, κρατώντας όμως πάντα ένα δωράκι για τον καθένα μας: Ένα νέο CD για μένα, το τελευταίο videogame  για τον αδελφό μου το Νίκο και κά­ποιο χνουδωτό ζωάκι για τη μικρή μας Σοφούλα. Α ναι, και για τη μαμά έφερνε πάντα κάτι, συνήθως φαγώσιμο, που το απολάμβαναν οι δυο τους το ίδιο βράδι, μαζί μ' ένα μπουκάλι εκλεκτό κρασί, όταν εμείς τα παιδιά είχαμε πέσει για ύ­πνο.
Τη μαμά τη βλέπαμε συχνότερα: Φεύγαμε το πρωί μαζί από το σπίτι και, αφού "παρκάραμε" το Νίκο στο Δημοτικό, συνεχίζαμε για το Α' Γυμνά­σιο, όπου εγώ πήγαινα γραμμή στην τάξη μου, ε­νώ η μαμά έπαιρνε τη συνηθισμένη της θέση στην αίθουσα καθηγητών για να διορθώσει όσα γραπτά δεν είχε προλάβει να δει στο σπίτι - είναι φιλόλογος στο Λύκειο. Τη Σοφούλα μας την πρό­σεχε η Τατιάνα. μια Ουκρανή με αετίσια μύτη, που έκανε και τα ψώνια.
Τον τελευταίο χρόνο πολλά άλλαξαν στη ζωή μας. Ένα βροχερό βράδι του περασμένου Νοέμ­βρη ο μπαμπάς γύρισε απ' το γραφείο σκυθρω­πός και, χωρίς να μας φιλήσει, κλείστηκε στο υπνοδωμάτιο, απ' όπου έκανε τρεις μέρες να βγει. Η μαμά του πήγαινε μια φορά την ημέρα ένα πιά­το φαγητό και γυρνούσε σκυθρωπή με το κεφάλι κατεβασμένο. Τις μέρες ακριβώς εκείνες βρήκε κι η Τατιάνα να μας ανακοινώσει ότι μας εγκατα­λείπει.
- Τι θ' απογίνουμε; αναστέναξε το βράδι της τρίτης μέρας με παράπονο η μαμά. «Ο πατέρας σας έχασε τη δουλειά του, η Τατιάνα φεύγει... ό­πως πάμε θα χάσω κι εγώ τη δική μου δουλειά, αν δεν βρω αμέσως μια λύση. Αλλά με τι λεφτά να πληρώνω την κοπέλα που θα προσέχει τη Σο­φούλα, αν και όταν τη βρω;»
- Μα γιατί έχασε ο μπαμπάς τη δουλειά του; Υ­πάρχει καλύτερος απ' αυτόν; Πώς μπόρεσαν να τον διώξουν; ρώτησα, μη πιστεύοντας στ' αυτιά μου.
- Δεν τον έδιωξαν, κοριτσάκι μου. Κλείνει η ε­ταιρία εδώ στην Ελλάδα, κλείνει εντελώς και φεύ­γουν όλοι.
 - Ε, καλά, κάποια άλλη δουλειά θα βρεθεί, βρε μαμά! την παρηγόρησε ο Νίκος.
- Ναι, αλλά ως τότε ... Τι θα κάνω εγώ αύριο το πρωί με τη Σοφούλα, μπορείς να μου πεις;
Τη στιγμή εκείνη άνοιξε η πόρτα του υπνοδωμάτιου και, ύστερα από τρεις ολόκληρες μέρες α­πομόνωσης, ο μπαμπάς πρόβαλε με ένα πλατύ χαμόγελο.
- Είμαι κι εγώ εδώ, Τι χολοσκάς;
- Θ' αναλάβεις εσύ το παιδί και το σπίτι; Είσαι σίγουρος;
- Μέχρι νεωτέρας και βλέπουμε. Τι με κοιτάς έ­τσι; Δεν εμπιστεύεσαι τον άντρα σου; Είναι πιο ξύπνια αυτή η αετίσια η Τατιάνα, που είχαμε ως τώρα και μας έκαιγε και το μπριάμ;
Μπριάμ κομμένο πάντως δεν φάγαμε ξανά τους επόμενους μήνες.
Όλα λειτουργούσαν στην εντέλεια; Η Σοφούλα μας, ζωηρή και ροδομάγουλη, αλώνιζε το σπίτι και κάθε μέρα μας σέρβιρε φρέσκα λογάκια - ροδάνι η γλώσσα της.
- Είναι επειδή μιλάμε πολύ οι δυο μας. Όσο λεί­πετε εσείς, εμείς σας κουτσομπολεύουμε του κα­λού καιρού. Δεν είν' έτσι, ζουζούνα μου; της έκα­νε ο μπαμπάς κι εκείνη έτρεχε να χωθεί στην α­νοιχτή του αγκαλιά.
Το φαγητό, πεντανόστιμο, γινόταν κάθε μέρα και καλύτερο. Όλο και κάποια καινούργια συνταγή σκαρφιζόταν ο μπαμπάς, όλο και κάποια αλλαγή στα γνωστά πιάτα μηχανευόταν.
- Είναι τα υλικά, που τα διαλέγω φρέσκα - επο­χής πάντα, και πάμφθηνα! Τώρα, βλέπεις, που φτώχυνα και πρέπει να τα βγάζω πέρα με το επί­δομα ανεργίας, έμαθα πώς να ψωνίζω σωστά. Βλέπεις, θέλω να 'μαι και κουβαλητής, εκτός από ... νοικοκυρός! καμάρωνε ο μπαμπάς.
Αλλά βέβαια τα έξοδα μιας οικογένειας δεν πε­ριορίζονται στο φαγητό, κι έτσι η μαμά ανέλαβε να παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα τ' απογεύματα, με αποτέλεσμα να γυρίζει τα βράδια εξουθενω­μένη, όπως ακριβώς συνέβαινε παλαιότερα με το μπαμπά. Τώρα ήταν το αυτοκινητάκι της μαμάς που έλειπε συνέχεια.
Μια μέρα ο αδελφός μου ο Νίκος γύρισε απ' το σχολείο βουρκωμένος.
- Μας έδωσαν να συμπληρώσουμε ένα χαρτί, κι εγώ δεν ήξερα τι να γράψω εκεί που ζήταγε «ε­πάγγελμα πατέρα». Η δασκάλα μου έκανε παρα­τήρηση κι εγώ της είπα ότι ο μπαμπάς κάθεται σπίτι.
Τότε ο Σταμάτης πετάχτηκε πάνω κι είπε να γράψω «επάγγελμα νοικοκυ­ρός», κι όλα τα παιδιά γελούσαν μαζί μου, μου εμπιστεύθηκε ο αδελφός μου κλαψουρίζοντας το ίδιο βράδυ.
Κατέβασα το κεφάλι μη ξέροντας τι συμβουλή να του δώσω. Ήξερα, βλέ­πετε, ότι και ο γείτονας μας, ο κύριος Χρήστος, ήταν άνεργος εδώ και δυο μή­νες, συνέχιζε όμως να φεύγει το πρωί τη συνηθισμένη ώρα απ' το σπίτι, σαν να ε­ξακολουθούσε να δουλεύει, για να μην δίνει στόχο για σχόλια στη γειτονιά. Ο δικός μας μπαμπάς όμως δού­λευε, δούλευε σκληρά στο σπίτι, ώ­στε κάτι να προσφέρει μέχρι να βρει καινούργια δουλειά, και πρόσφερε πάρα πολλά! Είχα άδικο να τον θαυ­μάζω τόσο πολύ;
Δυστυχώς αυτό το επεισόδιο στην τάξη του Νίκου δεν ήταν το μοναδικό κρούσμα.
- Ήθελα να 'ξερα ποιος είν' ο ά­ντρας σ' αυτό το σπίτι! άκουσα μια μέρα μια φαρμακόγλωσση γειτό­νισσα να σχολιάζει, μόλις ο μπα­μπάς είχε βγει σπ' το φούρνο, κου­βαλώντας σπίτι ένα ταψί λαχταρι­στά γεμιστά.
- Ε, άλλαξαν τα πράματα, έχουν έρθει τα πάνω-κάτω. Δε βλέπεις τι γίνεται με την παγκοσμιοποίηση; α­ναστέναξε μια άλλη, κακομούτσουνη που αυτή πάντως τίποτα δεν είχε πάθει α­πό την παγκοσμιοποίηση μια ζωή, και τώρα και πριν, έτσι ανεπρόκοπη γυρνάει όλη μέρα εδώ κι ε­κεί, μ' έτοιμο πάντα τον κακό το λόγο. Με το ζόρι κρατήθη­κα να μην  φωνάξω: «Και ποιος είν' ο άντρας στο δικό σου σπίτι, φαρμακομύτα;» Ή­ταν γνωστό ότι οι δυο «κυρίες» ουδέποτε είχαν δεχθεί πρόταση γάμου.
Και τα κρούσματα συνεχιστήκαν, δυστυχώς. Σε μια συ­γκέντρωση γονέων του Δημοτικού, που πήγε ο μπαμπάς, μια και η μα­μά τα απογεύματα δού­λευε, όλοι οι υπόλοιποι γονείς ήταν μητέρες. Εγώ καθόμουν παράμερα και τον περίμενα, για να πάμε μαζί σπίτι. Κά­ποια στιγμή άκουσα τη διευθύντρια, απευ­θυνόμενη στο ακροατήριο, να λέει: «Όλες πρέπει να προσέξουμε...» και «όλες να υπογράψουμε αυτή την αίτηση», και δώσ’ του να λέει και να ξαναλέει «όλες», ώ­σπου κάποιες κυρίες άρχισαν να στρέφο­νται ειρωνικά προς τη μεριά του μπαμπά και να χασκογελάνε. Εκείνος, γεμάτος αυτοπεποίθηση και με το γνωστό του χιούμορ πάντα, σήκωσε το χέρι του και ρώτησε: «Κι αν κάποιες από μας έχουν αντιρρήσεις;» Όλες ξέ­σπασαν στα γέλια και η διευθύντρια βιάστη­κε να ζητήσει συγνώμη για τη γκάφα της, ο μπαμπάς όμως συνέχισε: «Μα γιατί;
Δεν έχουμε δημοκρατία; Αφού οι περισ­σότερες - τι περισσότερες, όλες - σ' αυ­τή την αίθουσα είναι γυναίκες, σωστά κάνατε να πείτε «όλες».
Έτσι είναι ο μπαμπάς μου.  Δεν κομπλάρει με κάτι τέτοια.
Τους τελευταίους μήνες όμως τον έβλεπα σκε­φτικό. Κόντευε χρόνος από τότε που έμεινε άνεργος και σύντομα θα του κόβανε το ε­πίδομα ανεργίας. Έπρεπε πια να ψάξει ε­πειγόντως για δουλειά. Περνούσε ώρες πολλές κλεισμένος στο γραφείο του τις νύχτες, μπροστά στο κομπιούτερ. Νά 'ψαχνε άραγε για δουλειά στο Ίντερνετ;
Ναι, σωστά το μαντέψατε. Εκδότη έψα­χνε, για τον οδηγό μαγειρικής που είχε συγγράψει, μέρα τη μέρα - νύχτα τη νύ­χτα, μάλλον - όλους αυτούς τους μήνες. Ό­χι, σ' εμάς δεν είχε πει τίποτα. Αναρωτιόμα­σταν: Τι άραγε να συζητάει τόσες ώρες με τις Φιλιππινέζες, τις Ουκρανές και τις Γεωργιανές, που συνόδευαν, όπως κι εκείνος, πιτσιρίκια στην παιδική χαρά, και να κρατάει μάλιστα και σημειώσεις;
Η απορία μας δεν θ' αργούσε να λυθεί. Με το που πήραμε στα χέρια μας το πρώτο αντίτυπο του οδηγού μαγειρικής: «Συνταγές για μπατίρηδες», καταλάβαμε: Και η απλούστερη συνταγή, με τα ταπεινότερα υλικά, είχε μια εξωτική νό­τα, κάτι που την έκανε ξεχωριστή, κι αυτό δεν  ήταν άλλο από κάποια ιδέα δανεισμένη από τη φιλιππινέζικη, την ουκρανική ή τη γεωργιανή κουζίνα – πάντοτε όμως προσαρμοσμένη απ' το δη­μιουργικό μυαλό του μπαμπά στις δικές μας γευστικές συνή­θειες.
Το πάντρεμα όλων αυ­τών των κουζινών σε συνδυασμό με τα φρέσκα και φτηνά υλικά αποδείχτηκε νοστιμότατο και α­καταμάχητο. Ο εκδό­της τρίβει τα χέρια του για την απρόσμενη επιτυχί­α του βιβλίου, που ήδη βρίσκεται, όπως ξέρετε, στην τέταρτη έκδοση..
Τώρα, αν θέλετε να υποβάλετε ερωτήσεις του τύ­που: «Είχατε από μικρός αυτό το χόμπι;», θα πρέ­πει να ρωτήσετε τον ίδιο το μπαμπά, αφού εγώ δεν τον ξέρω από τόσο παλιά. Όπου να 'ναι έρχε­ται, άλλωστε. Άργησε λίγο στη συνέντευξη που δίνει τώρα για το τρίτο κανάλι - θα τη δούμε στις εννιά, μετά το δελτίο ειδήσεων.
Αν πάλι ενδιαφέρεσθε να μάθετε «πώς αισθάνεται έ­νας άντρας που έχει αναλάβει το νοικοκυριό:», μπορώ να σας βεβαιώσω ότι καθόλου, μα καθόλου δε ντρέπεται γι' αυτό ο μπαμπάς μου. Αλήθεια, εσείς που είστε δημοσιογράφος, ντρεπόσαστε αν χρειασθεί καμιά φορά να πλύνετε κανένα πιάτο, ή θεωρείτε ότι σα γυναίκα είστε απ' τη φύση σας προορισμέ­νη για τη λάντζα; Δεν το 'χατε σκεφθεί ποτέ το θέμα έτσι, ε; Τέλος πάντων ... Είμαι ένας καλός νοικο­κυρός», θα σας έλεγε ο μπαμπάς. «Ή μάλλον ένας «δημιουργός εδεσμάτων», τώρα πια. Γιατί, πρέπει να σας πω, ότι για τις άλλες δουλειές προσέλαβα ήδη βοηθό».
Πράγματι, τώρα που τα οικονομικά μας πηγαίνουν απ' το καλό στο καλύτερο, έχουμε έναν οικιακό βοηθό - ναι, «έναν» είπα, άντρας ε. ναι - για τις «βαρετές δουλειές», όπως τις λέει ο μπαμπάς, που μπαίνει πια στην κουζίνα μόνο για να «δημιουργήσει» καινούργιες συνταγές. Ναι, είναι αλήθεια, ετοιμάζει το νέο του βιβλίο αυτή την εποχή. Ο τίτλος του:  «Μαγειρική για συνταξιούχους» - μεταξύ μας αυτό, ε; Σας το λέω εμπιστευτικά. Μα όχι... ασφαλώς θα επιτρέπεται και σε νεότερους να το προμηθεύονται. Απλώς θα είναι μια μαγειρική για ... χαλαρούς τύπους - πώς να το πω; Για ... αραχτούς ... για ανθρώπους τέλος πάντων που διαθέτουν πολύ χρόνο κι έχουν την πολυτέλεια να καταπιάνονται με συνταγές πολύπλοκες και εντελώς ασυνήθιστες.
Α, ναι, ξέχασα να σας πω το κυριότερο: Πιο ευχαριστημένος απ' όλους είναι ο αδελφός μου ο Νίκος. Όταν τον ρωτάνε για το επάγγελμα του πατέρα του απαντάει όλο στόμφο: «Συγγραφέας και σεφ μαγειρικής», και το στόμα του γεμίζει σα να μασάει μια από τις διά­σημες πιπεροκροκέτες του μπαμπά, που, σας βεβαιώνω, λιώνουν στο στόμα! Μου επιτρέ­πετε να σας προσφέρω μία;


Δεν υπάρχουν σχόλια: