Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

ΡΕΜΠΟ, ΤΟ ΑΡΝΑΚΙ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ

Της Φιλομήλα Βακάλη

Ήταν μια φορά ένα κάτασπρο αρνάκι, χαριτωμένο και παιχνιδιάρικο που το λέγανε Ρεμπό. Ο Ρεμπό ζούσε, με τη μάνα του την κυρά Προβατίνα κι ένα σωρό άλλα ζωντανά στο μεγά­λο κήπο του κυρ-Θωμά. Ήταν τόσο μεγάλος ο κήπος, που χωρούσε το κοτέτσι με τις κότες, τα σπιτάκια με τα κουνέλια, το σπίτι του Κανελή του γερόσκυλου, το παχνί του γάιδαρου του κυρ-Μέντιου, το πλυ­σταριό, την αποθήκη, ένα μεγάλο λαχανό­κηπο και το σπίτι που έμενε ο κυρ-Θωμάς με τη γυναίκα του την κυρία Ισμήνη και το γιο τους το Γιαννάκη.
Ο κυρ-Θωμάς ήταν πολύ απασχολημένος με τις δουλειές του,­ γι' αυτό η κυρία Ισμήνη είχε αναλάβει το λαχανόκηπο και τα ζωντανά. Κάθε πρωί, πριν καλά καλά πιει τον καφέ της, έτρεχε να ταΐσει τις κότες, τα κουνέλια, να βάλει σανό στον κυρ Μέντιο. χορτάρι στην προ­βατίνα και στον μικρό Ρεμπό. Δεν ξεχνούσε κανέναν, ούτε το γέρο - Κανελή, ούτε τη Ροζαλία τη γάτα τους. Όλα τα φρόντιζε η κυρία Ισμήνη. Αυτά από τη μεριά τους τη γέμιζαν με δώρα. Οι κότες με αυγά, η προ­βατίνα με το γάλα της. Κι αν ο κυρ-Μέντιος δεν είχε τι να δώσει, έκαμε άλλα πράγματα. Με πολύ υπομονή και χωρίς παράπονο κουβαλούσε   ό,τι φόρτωναν στη πλάτη του. Πήγαινε όπου τον πήγαιναν, Ο Κανελής, ας είχε γεράσει, ήταν ο καλύτερος φύλακας του σπιτιού. Όσο για τη Ροζαλία, που όλοι τεμπέλα την ανέβαζαν και τεμπέλα την κα­τέβαζαν, γιατί καθόταν ώρες ατέλειωτες στον ήλιο κι έπλενε την ουρά της, ήταν ό φόβος και τρόμος των ποντικιών. Κανένα δεν της ξέφευγε. Μεγάλο πράγμα! Το ξερε και καμάρωνε γι' αυτό.
Ο Γιαννάκης αγαπούσε πολύ τα ζώα του κήπου και πιο πολύ το μικρό Ρεμπό. Μαζί του έπαιζε ώρες ατέλειωτες. Η ζωή στον κήπο του κυρ-Θωμά κυλούσε ήσυχα και χαρούμενα, ώσπου...
Ένα πρωινό, όπως πάντα, η κυρία Ισμήνη βγήκε να ταΐσει τα ζωντανά της. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα, αλλά δεν μπορούσε να περιμένει άλλο, είχε πολλές δουλειές να κάμει. Έπρεπε να προλάβει. Ήταν Μεγά­λη βδομάδα και ήθελε να βάψει τα αυγά, να ζυμώσει και να πλάσει τα κουλούρια και τα τσουρέκια.  Έτοιμος κι ο κυρ-Θωμάς για τη δουλειά του, πήγε κοντά της.
Αύριο το πρωί να μου έχεις έτοιμο το... ,είπε και έδειξε το Ρεμπό. Πρέπει να τον πάω στον κυρ-Αχιλλέα. Αν δεν τον πάμε και αύριο θα κάνουμε Πασχαλιά χωρίς αρνί, κα­τάλαβες; Κοίτα, δε χρειάζεται να καταλάβει τίποτε το παιδί, θα του πούμε πως έμεινε ανοιχτή η αυλόπορτα και χάθηκε ή μας το κλέψανε. Εντάξει;
Ο Ρεμπό δεν άκουσε τίποτε, κουλουριασμένος στην αγκαλιά της μάνας του, κοιμόταν ήσυχος σαν αρνάκι... Η προβατίνα τέ­ντωσε ανήσυχη τ ' αυτιά της. Έριξε μια μα­τιά όλο παράπονο και παρακάλι στην κυρία Ισμήνη. Εκείνη δεν πρόσεξε τίποτε, βιαστι­κή καθώς ήταν, τράβηξε για την κουζίνα της. Ένα πικρό μπεε... ξέφυγε από το στό­μα της. Τα ζωντανά του κήπου έτρεξαν κο­ντά της. να δουν τι έχει.
Μπε  μπεεε... αυτό είναι αδικία, μεγάλη αδικία, φώναξε. Τους δίνω το μαλλί μου για να φτιάχνουν ρούχα, να ζεσταίνονται τις κρύες μέρες, να γεμίζουν τα μαξιλάρια τους και τα παπλωματά τους. Τους δίνω το γάλα μου, όσο έχω και δεν έχω. Ας μου πουν πότε τους έλειψε το τυρί, το βούτυ­ρο, το γιαούρτι; Τώρα ξέρετε τι θέλουν οι αχόρταγοι; Το Ρεμπό μου. Για μια χούφτα φαΐ που μου δίνουν. Χαράς το πράμα, όπου και να βοσκήσω λίγο χόρτο θα βρω να ζήσω. μπε μπεεεε...
— Κοοοκο... Το ίδιο κάνουν και με μας, κα­κάρισε οργισμένη η Κοκό, η πλουμιστή κο­τούλα. Εγώ λέω να κρύψουμε το Ρεμπό.
— Νιάου. νιάου, όπου και να τον κρύψουμε θα τον βρουν.
— Γκαρ, γκαρ, ξέρω μια κρυψώνα εγώ, που κανείς δεν τη βρίσκει φώναξε ενθουσιασμέ­νος ο κυρ-Μέντιος. Πολλές φορές σκέ­φτηκα να κρυφτώ και εγώ. να ξαποστάσω για λίγο. Το βλέπετε δα πως με φορτώνουν.  Έτσι μεγάλος που είμαι, δε χωράω. Για το Ρεμπό όμως είναι ότι πρέπει. Καλύτερη δε γίνεται!
— Μπεεε, και ο Ρεμπό μου πως θα τη βρει;
— Γκαρρρ... Αυτή είναι δικιά μου δουλειά, είπε καμαρώνοντας ο κυρ-Μέντιος. Μόνο να φύγουμε πρωί. πολύ πρωί. Μην ξυπνήσει ο κυρ-Θωμάς γιατί τότε... χαθήκαμε.
Κικιρι, χιχι, κικιρι, ποιος να ξυπνήσει κα­λέ, αυτός ο υπναράς; Αν δε λαλήσω εγώ, ούτε το μεσημέρι δεν ξυπνάει. Και όπως καταλαβαίνετε, εγώ δε θα λαλήσω. Κικιρί κικιρί, χι χι.
Την άλλη μέρα, πριν ξημερώσει καλά κα­λά, ο πετεινός αφού τέντωσε τεμπέλικα τις φτερούγες του, άρχισε να ξυπνάει ένα ένα τα ζωντανά. Όλα κάτι είχαν να κάνουν. Ο Κανελής κρατούσε τσίλιες και οι κότες γουργούριζαν σιγανά για να σκεπάσουν το θόρυβο που έκαμαν οι πατημασιές του κυρ-Μέντιου.
Έτρεμε ο καημένος μην τον προδώσουν εκείνα τα απαίσια πέταλα που του είχαν καρφώσει στα πόδια. Αλαφροπα­τούσε σα μπαλαρίνα. Ήταν για γέλια και για κλάματα. Ευτυχώς το ροχαλητό του κυρ-Θωμά ήταν τόσο δυνατό, που χαλούσε τον κόσμο. Τρέμοντας από το φόβο ο Ρεμπό φίλησε τη μανούλα του, χαιρέτησε τα άλλα ζωντανά κι ακολούθησε τον κυρ-Μέντιο.
Στο καλό, μη φοβάσαι καθόλου, σε τρεις μέρες θα είσαι πάλι κοντά μας, του φώνα­ξαν όλα μαζί. Κρίμα που δε θα δεις τα μού­τρα του κυρ-Θωμά, όταν θα ψάχνει να σε βρει και δε θα σε βρίσκει.
Κι αλήθεια ποιος είδε τον κυρ-Θωμά και δεν έσκασε στα γέλια. Ήταν δέκα και μισή όταν γύρισε ο κυρ-Μέντιος. Τότε λάλησε και ο πετεινός. Ο κυρ-Θωμάς πετάχτηκε έξω στην αυλή κουνώντας απειλητικά το ρολόι του στον αέρα.
— Ορίστε εσύ τα φταις όλα. Δε θα σε πιά­σω στα χέρια μου, θα σε μαδήσω. Τι μου έκανες παλιοτεμπέλη, παλιοϋπναρά, φώνα­ζε στον πετεινό. Έχασα το μεροκάματο. Τα μαλλιά του πετούσαν αχτένιστα, φορού­σε ανάποδα το πουκάμισο και στο ένα πόδι φορούσε καφέ παπούτσι, ενώ στο άλλο μαύ­ρο. Ξοπίσω του η κυρία Ισμήνη, που την εί­χε πάρει κι εκείνη ο ύπνος, έτρεχε να τον ησυχάσει. Στην αγκαλιά της κρατούσε το φαΐ για τα ζωντανά.
 Άσε το φαΐ, της φώναξε. Δέσε μου το αρνί και φερτό γρήγορα να τον πάω στο κυρ-Αχιλλέα. Βιάσου και δεν έχουμε καιρό για χασομέρια.
— Δε το βρίσκω άντρα μου, είπε η κυρία Ισμήνη παραξενεμένη, που να πήγε; Ψά­χνουν από δω ψάχνουν από κει, άφαντος ο Ρεμπό. Τα ζώα κοιτούσαν τάχα αδιάφορα ενώ μόλις που κρατούσαν τα γέλια. Τότε ξέσπασε στον Κανελή,
— Άχρηστε εσύ που ήσουν; Για ομορφιά θαρρείς σε ταΐζω; Χαραμοφάη! Ποιος πήρε το Ρεμπό; Ο Κανελής τον κοίταξε λυπημέ­νος. Χαραμοφάης ε, μια ζωή ολόκληρη πι­στός και υπάκουος και μια φορά που κάτι δεν πήγε καλά, τον κάνει σκουπίδι. Ήθελε να του τα ψάλλει από την καλή. Γι' αυτή και για όλες τις αδικίες. Φοβήθηκε μη προδώ­σει το μυστικό πάνω στα νεύρα του και δεν έβγαλε κουβέντα.
— Την προβατίνα, αμέσως την προβατίνα φώναξε στη γυναίκα του. Η κυρία Ισμήνη στάθηκε μπροστά στο ζω­ντανό και το προστάτεψε ανοίγοντας τα δυο της χέρια.
— Αυτό να το βγάλεις απ’ το μυαλό σου. προτιμώ να νηστέψω και την Πασχαλιά και όλο τον χρόνο, παρά να λείψει απ' το Γιαν­νάκη μας το γάλα.
Εκείνη την ώρα βγήκε κι ο Γιαννάκης στον κήπο. Ο κυρ-Θωμάς έφυγε νευριασμένος. Εσύ λέγε ότι θέλεις, εγώ θα ψάξω και θα τον βρω, μουρμούρισε. Και που δεν πή­γε και ποιους δεν ρώτησε. Του κάκου. Έφτασε μεγάλο Σάββατο κι ακόμα έψαχνε. Πιο πολύ απ' όλους ήταν λυπημένος ο Γιαννάκης, όχι γιατί δε θα έτρωγε σουβλι­στό αρνί, αυτό ούτε το είχε φανταστεί ποτέ, αλλά γιατί είχε χάσει τον αγαπημένο του φίλο.
Η κυρία Ισμήνη, τι να κάνει, αντί για μα­γειρίτσα έφτιασε χορτόσουπα. την αυγόκοψε με φρέσκα αυγά από τις κότες και λεμόνια από το περιβόλι. Αργά το βράδι έφυγαν για την εκκλησία.
Ο Ρεμπό είχε αρχίσει να πεινάει, να κρυ­ώνει και να φοβάται, μπε μπεεε... κλαψούρισε παραπονεμένος μόλις είδε τον κυρ-Μέντιο, μπε μπεεε, νόμιζα πως με είχατε ξεχάσει μπεε...
— Άσε τα παράπονα και πάμε. Τρέχα να τους προλάβουμε πριν γυρίσουν στο σπίτι. Το ‘βαλαν στα πόδια κι ώσπου να πεις κύμινο, είχαν φτάσει στον κήπο.
Τα  ‘χασέ ο κυρ-Θωμάς, τα  ‘χασε και η γυναίκα του όταν γύρισαν στο σπίτι τους. Είδαν τα ζωντανά μαζεμένα στην αυλή, όλα ένα γύρο και στη μέση το Ρεμπό. Ο Γιαννά­κης έτρεξε, τον αγκάλιασε και δεν ξεκολ­λούσε από πάνω του. Είδαν το παιδί τους τόσο χαρούμενο και τα ξέχασαν όλα. Η χορτόσουπα τους φάνηκε πιο νόστιμη και από μαγειρίτσα.
Την άλλη μέρα έβγαλαν το τραπέζι στον κήπο κι έφαγαν το φαΐ που είχε ετοιμάσει η κυρία Ισμήνη. Άγρια αγγιναράκια με πατά­τες και λαρδί στη γάστρα. Πίτα μοσχοβολιστή με χόρτα του κήπου, τυρί από το γάλα της προβατίνας και παντεσπάνι κίτρινο σαν το φλουρί από τα αυγά της κότας, της Κοκός. Ο Ρεμπό κάτω από το τραπέζι, κι όχι στην πιατέλα χουχούλιζε τα πόδια του Γιαννάκη.
Κανείς δεν έμαθε, πως γλύτωσε ο Ρεμπό. Μερικοί είπαν πως τον έκρυψε η κυ­ρία Ισμήνη, για να μη στενοχωρηθεί ο Γιαν­νάκης. Η ίδια ποτέ δεν το παραδέχθηκε. Ο κυρ-Θωμάς έσπαζε το κεφάλι του. Ήθελε να μάθει. Πώς όμως να μάθει; Έχουν και τα ζωντανά τα μυστικά τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: