Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

ΜΑΗ ΜΗΝΑ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΟΙ ΜΑΝΑΔΕΣ

της Γαλάτειας Γρηγοριαδου-Σουρέλη
Σιγουρεύτηκα πως δεν ήταν κανείς στο σπίτι και τότε πήρα την αδελφή μου, την παντρεμένη, στο τηλέφωνο. Είχα  κλείσει πίσω  μου την πόρτα μα καλού κακού με χαμηλή φωνή, σωστός συνωμότης. της έστειλα  το μήνυμα:
- Γιορτάζει η μάνα σήμερα, της σφύριξα.
- Είσαι τρελός για δέσιμο! Η φωνή έφτασε στα αυτιά μου και στην καρδιά μου ίδια μαχαιριά.
- Είμαι .... τι είπες; ρώτησα σα χαζός, μα είχα την ελπίδα πως άκουσα λάθος!
- Είσαι τρελός για δέσιμο, επανέλαβε η αδελφή μου. Τη μάνα μας την λένε Δήμητρα και που ακούστηκε Δήμητρα να γιορτάζει τον Μάη;
Εκείνη τη στιγμή πήρα δυο πράγματα; μια βαθιά αναπνοή και την εκδίκηση μου.
- Δεν έχει διαπιστωθεί αν είμαι τρελός για δέσιμο, διαπιστώνω όμως πως εσύ είσαι εντελώς απληροφόρητη, είπα με φωνή σκληρή. Δεν άκουσες για τη "γιορτή της μητέρας" που παγκόσμια γιορτάζεται το Μάη;
Η σιγή που ακολούθησε, με 'πεισε πως κεραυνός ήταν τα λόγια μου.
- Λοιπόν γιορτάζουν όλες οι μανάδες, σήμερα, που σημαίνει πώς γιορτάζει και η δικιά μας μάνα, συνέχισα.
 - Βεβαία. ψέλλισε η αδελφή μου. Το' χα ξεχάσει, δίκιο έχεις"; Το ‘χα ξεχάσει κι είμαι και μάνα!
- Μη στενοχωριέσαι, είπα μεγαλόψυχα. Γι' αυτό είμαι εγώ εδώ! Για να σώζω καταστάσεις!" Ασφαλώς η αδελφή μου θα 'γινε θηρίο, αλλά δεν είπε τίποτα πάνω σ’ αυτό.
- Έχω ένα σχέδιο έτοιμο, της είπα. Να 'ρθείτε με τα παιδιά να φάμε το μεσημέρι παρέα. Κυριακή είναι, δε δουλεύει κανένας μας.
- Έχω τον Αλεξανδράκο άρρωστο, είπε η αδελφή μου με θλίψη.
- Μη στενοχωριέσαι. Τύλιξε το σε μια κουβέρτα και φέρ' το. δεν πάθει τίποτα το παιδί. Ο καιρός έφτιαξε πια κι έπειτα κι εσύ μάνα είσαι, γιορτάζεις, να ξεσκάσεις λίγο, τη συμβούλεψα.
- Έτσι να γίνει, είπε η αδελφή μου. Ήταν ακόμα διστακτική, αλλά την είχα πείσει.

- Γεια σου, κάποιος έρχεται είπα βιαστικά κι έκλεισα το τηλέφωνο. Άρχισα να σφυρίζω, δήθεν αδιάφορα.
- Εδώ είσαι παιδί μου: η μητέρα μπήκε στην κουζίνα.
- Τι νέα; ρώτησε κι όπως κάνει πάντα με μέτρησε με το βλέμμα της.
- Μια χαρά είμαι και στο είχα για έκπληξη, πήρα κοτζάμ 19 στη Γεωμετρία.
Άστραψαν τα ματιά της.
- Να είδηση μια φορά και μου το 'κρυψες  είπε και γελούσε ολόκληρη.
- Στο φύλαγα για σήμερα, να στο κάνω δώρο στη γιορτή σου.
- Δώρο;... στη γιορτή μου; απόρησε.
Πήγα να της εξηγήσω, μα χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Ήταν η αδελφή μου με τα παιδιά της και τον άντρα της.
- Χρόνια πολλά, της είπαν με φωνές τα παιδιά. Χρόνια πολλοί, της είπε και η αδελφή μου και την φίλησε και στα δύο μάγουλα. Αυτό για σένα, της είπε και της έβαλε στα χέρια ένα πακετάκι. Τώρα ήταν που τα  'χασε η μάνα.
- Τι είναι; ρώτησε και ψαχούλεψε το πακετάκι.
- Ένα δωράκι προσωπικό, της είπε ο γαμπρός μας και τη φίλησε κι εκείνος.
    - Μα...γιατί; πρόλαβε να πει η μάνα μου, γιατί εκείνη τη στιγμή όρμησε ο άσπρος σίφουνας, ο αδελφός μου μαζί με τον πατέρα μου.
       - Χρόνια πολλά, ο αδελφός μου κρεμάστηκε από το λαιμό της μητέρας. Της έδωσε ένα μπουκέτα κι λουλούδια.
       - Είδηση δεν είχα που γιορτάζει, γέλασε ο πατέρας μου. Καλά που αντάμωσα το γιο μας  στο  λουλουδά  κι έτσι το έμαθα και σου έφερα κι εγώ λουλούδια, έτσι είπε ο πατέρας και της έδωσε ένα ματσάκι τριαντάφυλλα και δυο φιλιά.
- Μα γιατί; Τι είναι σήμερα; η μητέρα είχε σαστίσει. Φωνάξαμε όλοι μαζί:
- Η γιορτή της μάνας!! Μάνα, χρονιά πολλά!!! Δάκρυσε η μάνα.
- Την ευχή μου να' χετε, είπε σιγανά. Ξαφνικά θυμήθηκε.
- Και τώρα τι θα σας ταΐσω...σα να μη φτάνει, το φαί και τα παιδιά δεν αγαπούν το ψάρι... Και... Ήταν απελπισμένη η μάνα μας.
- Μη χολοσκάς, γυναίκα, την ησύχασε ο πατέρας μου κι ήταν όλος χαμόγελο. Έχει παρακάτω μια ψησταριά πάμε να σας κάνω το τραπέζι με μπριζολάκια, μπιφτέκια και χόρια.
- Πολύ καιρό έχουμε να φάμε έξω.  Η μητέρα μου ήταν πολύ χαρούμενη.
- Εγώ θέλω και πατάτες τηγανητές! είπε ο μικρός αδελφός μου. Η θεομηνία.
- Κι εγώ θέλω τζιτζίκι, είπε το παιδί της αδελφής μου κι όλοι γελάσαμε. Τζατζίκι βλέπεις ήθελε το παιδί!!!
Ετοιμαστήκαμε στο πι και φι.
- Ξεχάσαμε ... κάποια στιγμή η φωνή της αδελφής μου ακούστηκε κι ήταν σα να ‘κλαιγε.
- Τι χρυσό μου; έτρεξε πλάι της η μητέρα. Τι ξεχάσαμε;
- Το μωρό. Ο Αλεξανδράκος που είναι άρρωστος και τον έφερα στην κουβέρτα... Πραγματικά έτοιμη να κλάψει ήταν  η αδελφή μου. Δε μπορεί να βγει κι εδώ ποιος θα τον φυλάει: Εγώ δε θα 'ρθω! Δεν πειράζει, πηγαίνετε εσείς... Τότε η μάνα μου αγρίεψε.
- Θα βγω εγώ κι εσύ θα μείνεις μέσα; Εσένα, παιδί μου, και ο ήλιος και το φεγγάρι σε ξέχασαν. Δε βγαίνεις μια στάλα να ξεδώσεις. Θα βγεις εσύ κι εγώ θα κάτσω πλάι στο παιδί! Και μην ανησυχείς. Πήγαινε να ξεσκάσεις λίγο. Δεν έφερε αντίρρηση η αδελφή μου. Τόσο το ήθελε να φάει μπριζολάκι στα κάρβουνα!
Είμαστε πια έτοιμοι να ξεπορτίσουμε.  Η αδελφή μου έδινε τις τελευταίες οδηγίες στη μητέρα μου.
- Βάλε τον το θερμόμετρο μητέρα κι αν έχει πυρετό, δώσε του ασπιρίνη. Μα πριν πρέπει να πιει γάλα. Όχι νηστικό να πιει ασπιρίνη.
- Ναι...ναι, κουνούσε το κεφάλι της η μάνα μου.
Μείνε ήσυχη και καλή διασκέδαση....
Είμαστε τόσοι που γιομίσαμε όλο το στενό. Μιλούσαμε, γελούσαμε, πειραζόμασταν. Φθάσαμε στο τέλος του δρόμου μας. Πριν στρίψουμε γύρισα να δω τη μάνα μου. Την είδα να μας παρακολουθεί, να μας αγκαλιάζει με το ζεστό της βλέμμα. Κι εκεί ρίζωσα κι εκεί ντράπηκα. Κι από κει έδωσα ένα σάλτο  και ξαναγύρισα σπίτι. Αγκάλιασα τη μάνα  μου.
- Είσαι ντυμένη, της είπα. Τρέχα να τους προλάβεις.
- Κι ο Αλεξανδράκος;
- Εγώ.
- Και που είναι άρρωστο:
- Θα βάλω το θερμόμετρο, αν έχει πυρετό, θα του δώσω ασπιρίνη. Μα πριν πρέπει να πιει γάλα. Όχι νηστικό να πιει ασπιρίνη.
Τα είπα όλα μαζεμένα.
Γέλασε χαρούμενα η μάνα μου. Άνοιξε την πόρτα μα πριν βγει μ' αγκάλιασε σφιχτά.
- Να ζήσεις γιε μου και ... Χρόνια μου Πολλά. Με φίλησε κι έτρεξε να προλάβει τους άλλους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: