Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Ο ΜΗΤΣΟΣ ΚΑΙ Ο ΗΛΙΟΣ

Μία  φορά κι έναν καιρό ήταν μια φτωχή γυναίκα. Ήταν χειμώνας και πήγε ατό δάσος, για να μαζέψει ξύλα. Μάζεψε κάμποσα ξύλα και έκανε ένα δεμάτι. Πήρε να το σηκώσει, αλλά δεν μπορούσε, γιατί ήταν βαρύ και η γυναίκα ήταν γκαστρωμένη. Κείνη τη στιγμή μέσα από τα σύννεφα βγήκε μια αχτίδα απ' τον ήλιο. Τότε η γυναίκα κοίταξε προς το πάνω και είπε:
- Αχ ήλιε μου, δεν κατεβαίνεις να με βοηθήσεις κι αυτό που έχω μες στην κοιλιά μου θα  στο  δώσω.
Ο ήλιος τη λυπήθηκε, κατέβηκε και τη βοήθησε. Πήγε στο σπίτι της η γυναίκα,  άναψε φωτιά, ζεστάθηκε και αφού πέρασε κάμποσος καιρός γέννησε ένα  παιδάκι, που το βάφτισαν και το είπαν Μήτσο. Πέρασε πολύς καιρός, μεγάλωσε το παιδί και πήγαινε στο σχολείο.
Μια μέρα, που πήγαινε για το σχολείο, παρουσιάζεται ο ήλιος μπροστά του, σαν άνθρωπος, και του λέει:
-  Παιδί μου, να πεις στη μάνα σου το τάμα που μου 'ταξε στο λόγκο, πότε θα μου το δώσει;
Το παιδί, όμως, πήγε στο σχολείο, γύρισε στο σπίτι, ξέχασε να το πει στη μάνα του. Την άλλη μέρα, παρουσιάζεται πάλι ο ήλιος μπροστά στο παιδί και το ρωτάει:
- Παιδί μου, την είπες τη μάνα σου;
- Αχ, θείο, το ξέχασα, απάντησε το παιδί,
- Τότε η ήλιος έδεσε στο δάχτυλο του Μήτσου ένα ράμα, σα δαχτυλίδι, για να το θυμηθεί. Αλλά ο Μήτσος πάλι το ξέχασε. Όταν όμως η μάνα του πήγε να του πλύνει τα χέρια, είδε το ράμα και τον ρώτησε:
- Τι είναι αυτό, Μήτσο μου. που έχεις στο δάχτυλο σου;
- Α! μάνα. το ξέχασα: Ένας θείος έχει δυο μέρες τώρα που με σταματάει στο δρόμο και μου λέει:
 - Πες στη μάνα σου το τάμα που μου έταξε στο λόγκο, πότε θα το δώσει; Και επειδή το ξεχνάω μου 'δεσε αυτό το ράμα, για να το θυμηθώ.
Μόλις η μάνα του Μήτσου το άκουσε, αμέσως το θυμήθηκε και στενοχωρήθηκε παρά πολύ. Αλλά, αφού το είχε ταμένο, είπε στο γιο της:
- Αύριο, αν ξανάρθει, να του πεις ότι το τάμα που σου έταξε η μάνα μου, να το πάρεις.
Την άλλη μέρα. παρουσιάστηκε πάλι ο ήλιος μπροστά στο δρόμο του Μήτσου και τον ρώτησε αν το είπε στη μάνα του.
- Ναι, θείο, το θυμήθηκα, και μου είπε να το πάρεις.
Αμέσως τότε ο ήλιος πήρε μαζί του το Μήτσο και τον ανέβασε πάνω, ψηλά στον ήλιο. Εκεί, τον έβαλε μέσα σε έναν μπαχτσέ και του είπε να τον περιποιείται. Του έδωσε κι ένα ζευγάρι σιδερένια παπούτσια και του είπε:
- Όταν θα χαλάσουν αυτά τα παπούτσια, τότε θα ξαναπάς στη μάνα σου.
Μια μέρα. όπως έκοβε ένα καρμπολάχανο και αυτό έτριζε, ο Μήτσος αναστέναξε και είπε:
- Έτσι όπως τρίζει το καρμπολάχανο, έτσι θα τρίζει και η καρδούλα της μάνας μου για μένα, και άρχισε να κλαίει πάλι. Εκείνη τη στιγμή, πίσω του ήταν μια γριά, που τον άκουσε και τον ρώτησε:
- Γιατί, παιδάκι μου, αναστενάζεις και κλαις έτσι; Τι έχεις;
- Βλέπεις, γριά, ο ήλιος μου 'δωσε αυτά τα σιδερένια παπούτσια και μου είπε ότι, όταν θα χαλάσουν, τότε θα μ' αφήσει να πάω στη μάνα μου.
- Α! να σου πω εγώ, παιδάκι μου, τι να κάνεις. Να κατουράς μέσα στα παπούτσια κι αυτά θα τρυπήσουν.
Από την άλλη μέρα ο Μήτσος άρχισε να κατουράει μέσα στα παπούτσια. Όταν τρύπησε το ένα, πάει στον ήλιο και του λέει:
- Ήλιε, τρύπησε το παπούτσι μου, να πάω τώρα στη μάνα μου;
- Όχι, απάντησε ο ήλιος, να τρυπήσει και το άλλο και μετά θα πας στη μάνα σου.
Τότε άρχισε να κατουράει και στο άλλο παπούτσι, ώσπου τρύπησε κι αυτό. Τότε, πάει πάλι στον ήλιο και το έδειξε και τα δύο.
- Τώρα, του λέει ο ήλιος, θα σε στείλω στη μάνα σου.
Καλεί τότε όλα τα ζώα, για να διαλέξει ποιο ζώο θα πήγαινε το Μήτσο στη μάνα του. Ρωτάει πρώτα το λύκο:
- Λύκε, πας το Μήτσο στη μάνα του;
- Ναι, απάντησε ο λύκος.
- Αν πεινάσεις στο δρόμο, τι θα φας λύκε;
Το Μήτσο.
- Όχι, δε θα τον πας εσύ. Ρωτάει μετά το λιοντάρι:
 - Λιοντάρι, πας εσύ το Μήτσο στη μάνα του;
 - Ναι, απάντησε το λιοντάρι.
- Αν πεινάσεις στο δρόμο, τι θα φας λιοντάρι;
- Το Μήτσο.
- Όχι. δε θα τον πας εσύ. Μετά ρωτάει την αρκούδα.
- Αρκούδα, πας εσύ το Μήτσο στη μάνα του;
-Ναι, απάντησε και η αρκούδα.
- Αν πεινάσεις στο δρόμο, τι θα φας αρκούδα;
~ Το Μήτσο. Όχι. δε θα τον πας εσύ. Έτσι ρώτησε πολλά ζώα, ώσπου έφτασε στο λαγό και τον ρωτάει:
- Λαγέ, πας το Μήτσο, στη μάνα του;
- Ναι, απάντησε ο λαγός.
- Αν πεινάσεις στο δρόμο, τι θα φας;
- Χορταράκια.
- Εσύ, λαγέ, θα πας το Μήτσο στη μάνα του. Ανεβαίνει ο Μήτσος στην πλάτη του λαγού, πιάνεται από τ' αφτιά και ξεκινάνε τάκα τακ, τάκα τακ, τάκα τακ, τάκα τακ...
Στη μέση του δρόμου πείνασε ο λαγός, έφαγε χορταράκι, ήπιε και νεράκι, και συνέχισε το δρόμο του. Όταν έφταναν στο χωριό του  τους είδαν από μακριά οι φίλοι του κι έτρεξαν  στη μάνα του Μήτσου.
- Θεία, έρχεται ο Μήτσος, θεια, έρχεται ο Μήτσος! της φώναξαν. Βγήκε τότε τρέχοντας η μάνα του έξω, αγκάλιασε και φίλησε το Μήτσο, κλαίγοντας από χαρά τώρα, αγκάλιασε και το λαγό και τον πήρε μέσα στο σπίτι και τον φίλεψε.
Όταν σηκώθηκε ο λαγός να φύγει, του έβαλε βαμβάκι κάτω από το λαιμό και τον άσπρισε για τη μεγάλη χαρά που της έδωσε.
Και από τότε οι λαγοί είναι όλοι άσπροι κάτω από το λαιμό και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: