Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

ΤΟ ΑΜΠΕΛI ΤΗΣ ΚΥΡΑ – ΜΑΡΙΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ

της Φιλομήλας Βακάλη(διασκευή από λαϊκό παραμύθι της Ηπείρου)
Μια φορά' κι ένα καιρό, η κυρά Μαριώ, την ξέρουμε πια καλά κι αυτή και τη λαιμαργία της ορέχτηκε να φάει σταφύλια. Είναι καλά να μη  βάλει κάτι στο μυαλό  της. Γίνεται δε γίνεται, ο κόσμος να χαλάσει, το κέφι της θα το κάνει! Και δεν ήταν απλά ένα κέφι, σταφύλια ήταν αυτά, γλυκά, λιμπιστικά και μάλιστα στην πιο καλή τους ώρα, στον τρύγο.
Πώς να μπει όμως στ' αμπέλι που ήταν σκυλιά γεμάτο κι είχε και καρα­μπίνα δίκανη  ο αφέντης.  Καλά το σταφύ­λια,  μα το τομάρι  της το ήθελε δεν το' χε για πέταμα.
Δε χρειάστηκε σκεφτεί και πολύ, όπως πάντα βρήκε τη λύση. Έπιασε μια κόλλα χαρτί, έφτιαξε ένα ψεύτικο συμβόλαιο, πως  το'χε τάχα αγορασμένο το αμπέλι η πρόγιαγιά η Μαριώ η πρώτη, Έβαλε κάτω κάτω μια σφραγίδα και τράβηξε για το δάσος.  Έκανε χωνί τα χέρια γύρω από το στόμα της και άρχισε να φωνάζει. 
Ήρθε ο τρύγος και ζητώ χέρια εργατικά να βρω θάναι πλούσια η πληρωμή σε λεφτά και σε φαΐ
Αμπέλι φαΐ και σταφύλια: ένα σωρό ζωντανά μαζεύτηκαν, πρώτο και καλύτερος ο σκαντζόχοιρος.
- Πάρε με Μαριώ να ζήσεις
κι όποιον θέλεις ας ρωτήσεις,
είμαι εργατικός πολύ
και τ' αξίζω το φαΐ, - τζάμπα δε ζητώ φαΐ
- Λόγια μη μου λες πολλά
Το 'χω ήδη ακουστά
τη δουλειά σου εκτιμώ
και σε χρήζω βοηθό,
Ο σκαντζόχοιρος κολακεύθηκε πολύ και υποσχέθη­κε στην αλεπού, πως θα φροντίζει για τα συμφέ­ροντα της με το παραπάνω.
- Εμπιστέψου με κυρά μου,
όρκο παίρνω στα παιδιά μου,
να ελέγχω αυστηρά
κάθε εργάτη μασκαρά!
Έτριβε τα χέρια της από ικανοποίηση η Μαριώ, Αυ­τό τον χαζοσκαντζόχοιρο (του υποσχέθηκε και πέ­ντε σταφύλια παραπάνω) θα τον είχε του χεριού της. Να τραβά πάντα μπροστά και να την φυλάει από κάθε κακοτοπιά, Του έδωσε το συμβόλαιο να το κρατά εκείνος για να το δείχνει σε κάθε δύσπι­στο ζωντανό που ήθελε να είναι σίγουρο πως η α­λεπού δεν τους κορόιδευε. Έτσι μέχρι τη δύση του ήλιου είχαν μαζευτεί αρκετά ζωντανά. Αρκετά του­λάχιστον για να την καλύψουν και να φάει σταφύ­λια, να τα χορτάσει, χωρίς η ψυχή της να πάει στην Κούλουρη...
Με τραγούδια και χαρές, σούρουπο πια, τράβηξαν για το αμπέλι. Πονηρή η αλεπού, έδωσε τα πρωτεί­α στο σκαντζόχοιρο. Εκείνος έβαλε μπροστά όλα τα ζωντανά για να τα επιβλέπει, τελευταία στη σει­ρά η Μαριώ μπήκαν στο αμπέλι για να το τρυγή­σουν. Προχωρούσαν όλο και πιο βαθιά, εκείνα γέ­μιζαν το καλάθι και η αλεπού πίσω πίσω, αφεντικό ήταν, έκανε ό.τι ήθελε, έτρωγε έτρωγε χωρίς σταματημό.
Με τη φασαρία που γινόταν, ο νοικοκύρης βγήκε κρατώντας τη φοβερή καραμπίνα και ξεσήκωσε τα σκυλιά του.  Νοι­κοκύρης  και σκυλιά άρχισαν να κυνηγούν τα ζωντανά. Η αλε­πού, χωρίς να χάσει λεπτό, το έ­βαλε στα πόδια. Τα ζωντανά που δεν   περίμεναν την επίθεση, α­φού είχαν πιστέ­ψει πως το α­μπέλι ήταν της αλεπούς, σάστι­σαν και δεν έκα­ναν ούτε μπρος, ούτε πίσω. Ώσπου να συνέρθουν από την πρώτη τρομά­ρα και να το βάλουν στα πόδια, έπαθαν μεγάλο κακό, Μα πάλι τα σκυλιά δεν τα άφησαν, έτρεξαν το κατόπι και συνέχισαν να τα κυνηγούν, Ωστόσο τα άλλα ζωντανά τα είχαν βάλει με το σκα­ντζόχοιρο, Απ’ τον ψευτοδικηγόρο ζητούσαν τα ρέστα. Εκείνος, βέβαιος ακόμα για την αθωότητα της Μαριώς, της φωνάζει να διαβάσει το συμβό­λαιο για να σταματήσει το κακό,
Όλοι εμένα κυνηγάνε
άδικα με κοπανάνε
 το συμβόλαιο Μαριώ
να σωθώ απ' το κακό.
Όμως η αλεπού δεν είχε καμιά διάθεση να γυρίσει, Το τομάρι της το ήθελε, γι' αυτό φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε, να την ακούσει ο σκαντζόχοι­ρος,
Τι  να κάνω, δεν μπορώ
γέμισε όλο το χωριό
χώμα, σκόνη φοβερή,
δεν τη βγάζω τη γραφή!
κι έτρεξε όσο πιο μακριά μπορούσε

Δεν υπάρχουν σχόλια: