Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΔΡΑΚΟΣ

απόδοση Λένια Μαζαράκη
Πριν από πολύ, πάρα πολύ καιρό, τα ζώα στη Γη ήταν εντελώς διαφορετικά απ' ό,τι σήμερα. Μερικά ήταν πιο αδύνατα, κάποια ψηλότερα, άλλα, πάλι, είχαν περισσότερα πόδια απ' ό,τι τώρα.
 Ο ρινόκερος και ο ιπποπόταμος, για παράδειγμα, ήταν τρομερά ωραιοπαθείς και διαρκώς έπρηζαν τα υπόλοιπα ζώα με τα καμώματα τους «Δεν είμαι κούκλος;» «Δεν είμαι σέξι;» «Δεν έχω την πιο λυγερή κορμοστασιά που έχετε δει ποτέ;» έλεγε ο ιπποπόταμος. «Δεν έχω τα πιο λεπτά και φίνα χαρακτηριστικά;» ρωτούσε ο ρινόκερος στρέφοντας από δω κι από κει το κεφάλι και πεταρίζοντας τις βλεφαρίδες «Το αριστερό μου προφίλ δεν είναι εξίσου τέλειο με το δεξί;» «Χα», κάγχαζε ο ελέφαντας. «Αφήστε τα αυτά και ρίξτε μια ματιά στα υπέροχα φιλντισένια δόντια μου. Δεν είναι τα πιο θεϊκά δόντια του κόσμου;» έλεγε χαμογελώντας πλατιά και μοστράροντας μια απαστράπτουσα οδοντοστοιχία
Έτσι περνούσε ο καιρός, ήρεμα, ειρηνικά, έως και βαρετά θα μπορούσε να πει κανείς. Ώσπου μια μέρα εμφανίστηκε στον ουρανό ένας κατακόκκινος δράκος σκούζοντας και αφρίζοντας: «Έρχεται η συντέλεια του κόσμου! Έρχεται η συντέλεια του κόσμο «Καλά, μας τα 'παν κι άλλοι αυτά», έκανε το λιοντάρι, αναστενάζοντας βαριεστημένα. «Τις προάλλες το κοτόπουλο κακάριζε ότι θα μας πέσει ο ουρανός στο κεφάλι... Και όπως βλέπετε, τίποτα δε συνέβη». «Αλήθεια σας λέω! Αυτή τη φορά είναι αλήθεια! Έρχεται η συντέλεια του κόσμου», τσίριξε ξανά ο κόκκινος δράκος. «Και πού το ξέρεις;» τον ρώτησαν τα ζώα. «Μου το είπε ένας μάγος», αποκρίθηκε ο δράκος. «Α, τότε αλλάζει το πράγμα. Μάλλον ο δράκος έχει δίκιο», είπαν όλοι έντρομοι. «Τι θα κάνουμε;»
«Μπορείτε να ανεβείτε στη ράχη μου και να πετάξουμε μακριά, σ' έναν άλλο κόσμο», αποκρίθηκε ο δράκος. Το τι έγινε την επόμενη στιγμή δεν περιγράφεται. Μπουνιές, κλοτσιές, σπρωξιές... Πανζουρλισμός! Βλέπετε, όλοι ήθελαν να ανέβουν πρώτοι στην πλάτη του δράκου για να σωθούν. Όλοι, εκτός από το λιοντάρι. «Εγώ είμαι ο βασιλιάς ζούγκλας και περιχώρων και δε φοβάμαι τίποτα», είπε και βρυχήθηκε μεγαλοπρεπώς, «θα μείνω εδώ στη Γη. Το αποφάσισα». «Ε, λοιπόν, θα μείνω κι εγώ», πετάχτηκε η τίγρη και με ένα σάλτο κατέβηκε από τη ράχη του δράκου. «Οι τίγρεις είναι γενναίες σαν τα λιοντάρια».
Αφού τα υπόλοιπα ζώα τακτοποιήθηκαν κακήν κακώς στο πρωτότυπο  μεταφορικό μέσο τους, ο δράκος άνοιξε τα φτερά του, πήρε φόρα και αποπειράθηκε να απογειωθεί. Πού να τα καταφέρει όμως με τέτοιο βάρος
«Έλα, δώσ' του!» του φώναζαν οι άλλοι για να τον ενθαρρύνουν. Ευτυχώς με την τέταρτη φορά κατάφερε να πάρει ύψος. Όσο πιο ψηλά ανέβαινε όμως τόσο περισσότερο τρομοκρατούνταν τα ζώα στην πλάτη του. Επικράτησε αναστάτωση και πανικός, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν καβγάδες. «Πρόσεχε λίγο με την ουρά σου, θα μου βγάλεις το μάτι!» έλεγε ένας. «Πάρε τη βρομοπατούσα σου απ' τα μουστάκια μου!» ακουγόταν κάποιος άλλος.
«Αχ, γιατί πετάμε τόσο ψηλά; Ζαλίζομαι», ψέλλιζε το ποντίκι. «Α, για κάντε μου τη χάρη! Σταματήστε να κουνιέστε επιτέλους!» έβαλε τις φωνές ο δράκος, «θα πέσουμε!» Παρά τις διαμαρτυρίες του ωστόσο, τα ζώα συνέχισαν να κάνουν τα δικά τους... Ώσπου τελικά ο δράκος εξαντλήθηκε και... τον πήρε η κατηφόρα. Τα ζώα, το ένα μετά το άλλο, γλίστρησαν από την πλάτη του και άρχισαν να πέφτουν από τον ουρανό ουρλιάζοντας πανικοβλημένα. Ευτυχώς κανένα δε σκοτώθηκε, αλλά από την ανώμαλη προσγείωση Υπήρξαν διάφορες απώλειες. Το φίδι από το τράνταγμα έχασε τα πόδια του και στάθηκε αδύνατο να τα ξαναβρεί. Ο ρινόκερος προσγειώθηκε με τα μούτρα, με αποτέλεσμα να πρηστεί η μύτη του   — την επόμενη στιγμή το πρήξιμο μεταμορφώθηκε  σε κέρατο. Ο ιπποπόταμος με το που έσκασε στο έδαφος άρχισε να κουτρουβαλάει μια πλαγιά σαν βαρελάκι. Και όσο κουτρουβαλούσε τόσο αποκτούσε το σχήμα βαρελιού.
Γινόταν ολοένα και πιο στρογγυλός, και πιο παχουλός και πιο χοντρουλός, ώσπου κατέληξε σε ένα λάκκο με νερό. Από την ντροπή του που ξαφνικά έχασε τη λυγερή κορμοστασιά του δεν έλεγε να βγει από κει μέσα. Ο ελέφαντας έσπασε όλα του τα δόντια, εκτός από δύο που καρφώθηκαν στη γη. Προσπαθώντας να τα ξεθάψει, τα τράβηξε τόσο πολύ που μάκρυναν και έγιναν οι χαυλιόδοντες που είναι σήμερα. Το κεφάλι της καμηλοπάρδαλης πιάστηκε σε ένα δέντρο και ο λαιμός της τεντωνόταν, τεντωνόταν, τεντωνόταν, μέχρι που το κορμί της άγγιξε το έδαφος.
Για να μην τα πολυλογούμε, από εκείνη την ανώμαλη προσγείωση δεν τη γλίτωσε κανένα ζώο. Έτσι απέκτησαν τη μορφή που έχουν σήμερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: