Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Η απελευθέρωση της Βέροιας





Η  πιο έντονη ανάμνηση μου που όπως είπα είναι ριζωμένη στο μυαλό μου, είναι όταν δεκάχρονος εγώ, δεκατριάχρονος ο αδελφός μου Γιαννάκης, ντυ­μένοι στα γιορτινά, μας πήρε ο πατέρας μου, ντυμένος κι' αυτός στα γιορτινά, άλλα χωρίς φέσι, και πήγαμε στην πλατεία του ωρολογίου το πρωί της 16 Οκτωβρίου 1912. ημέρα Τρίτη για να υποδεχτούμε τον Ελληνικό Στρατό.

Στην πλατεία αυτή είχα πάει άλλη μια φορά με το σχολείο, για να παρευ­ρεθούμε σε μια τουρκική εκδήλωση και οι άνθρωποι του Μπελιντιέ (της Δη­μαρχίας) μας μοίρασαν λεμονάκια σε χωνάκια κι' ημείς ευχαριστημένοι κραυ­γάζαμε «γιασασίν, γιασασιν» και σήμερα το γιασασίν, αντικαταστάθηκε με το «Ζήτωωω!!!».
Πρωί,, πρωί, χτυπούσαν οι καμπάνες, οι δρόμοι γεμάτοι από κόσμο χα­ρούμενο, όλοι μικροί και μεγάλοι για το Ρολόι. Η ήμερα λαμπρή, ο ήλιος χαρά θεού, ενώ τις προηγούμενες μέρες και το βράδυ της Δευτέρας έβρεχε, ακατάπαυστα.
Η μέρα αυτή ήταν μέρα χαράς, μέρα συγκινήσεων, μέρα ενθουσιασμού, μέρα που ένα όνειρο πολλών χρόνων, 482, έγινε πραγματικότητα. Η  Βέροια μας και αργότερα η Ελληνική Μακεδονία μας ελευθερώνονται.
- Να έρχονται!!! να κατηφορίζουν από τα γύρω υψώματα φωνάζουν οι άνδρες και έβλεπαν προς τις πλαγιές, όπου σήμερα το ναΐδριο του Προφήτη Ηλία. Οι μεγάλοι φιλιούνται, αγκαλιάζονται - Χριστός Ανέστη! Ήλθε το Ελληνικό! Και να σε λίγο στρατός συνταγμένος, κουρασμένος, με τους στην πλάτη και τα όπλα κρεμασμένα στους ώμους, μπαίνει στην πλατεία από τον δρόμο των στρατώνων, με επί κεφαλής ένα καβαλάρη αξιωματικό, τον
Iλαρχο Πέτρο Μάνο, όπως μάθαμε αργότερα.
Ο πατέρας μου δακρυσμένος, βγάζει απ* τον κόρφο του και ανεμίζει μία μικρή σημαία πάνινη: είναι αυτή που επεδείκνυε στους μαθητές των ανωτέρων τάξεων, όταν στο υπόγειο του γυμνασίου, διασκευασμένο προς το πίσω μέρος, σε αίθουσα διδασκαλίας, δίδασκε τον Εθνικό Ύμνο.
Ζήτω, ζήτω φωνάζουν όλοι μικροί και μεγάλοι και χειροκροτούν. Σε λίγο η πλατεία γέμισε από στρατιώτες, που αγκαλιασμένοι με τους πολίτες, κατευ­θύνονται άλλοι προς τον Άγιο Αντώνιο, άλλοι προς την Μητρόπολη, άλλοι προς την Εληά. Τα καταστήματα ανοίγουν για να προμηθευτούν οι στρατιώτες ότι έχουν ανάγκη.
Ο πατέρας μας κρατά καλά από το χέρι για να μη παρασυρθούμε από το πλήθος και κατευθυνόμαστε για το σπίτι. Σαν φθάσαμε εκεί η πόρτα ήταν ανοιχτή, στην αυλή στρατιώτες, η μανιά μου μοίραζε -ψωμί, τυρί, αυγά βρα­σμένα, σύκα, καρυδιά και ό,τι άλλο είχε το σπίτι από τις προμήθειες για τον χειμώνα, ακόμα έδιδε στον καθένα από ένα πιάτο πέτουρα (σπιτικές χυλοπίτες) η μητέρα στο ζυμωτικό ζύμωνε, ζύμωσε πολλές φορές. Ό πατέρας μου κατεβάζει στην αυλή τραπέζι, εμείς κατεβάζουμε καρέκλες, όλοι βοηθούμε να στρωθεί ένα καλό τραπέζι, και αρχίζει το κέρασμα, κρασί, ρακί από τη δική μας παραγωγή, μεζέδες λογής - λογής.
Αυτή ή εικόνα της υποδοχής, η τόσο ενθουσιώδης, η τόσο συγκινητική δεν φεύγει από το μυαλό μου, είναι κάτι γεγονότα που στα παιδιά παραμένουν ανεξίτηλα.
ΟΙ στρατιώτες ήσαν πεινασμένοι, κουρασμένοι, εξαντλημένοι. Το πανηγύρι αυτό κράτησε κανά δύο μέρες, γιατί στο μεταξύ έφθασαν τα καζάνια του στρα­τού, στήθηκαν στον περίβολο του Αγίου Αντωνίου και ο στρατός περιορίστηκε στις μονάδες του για ανεφοδιασμό και σε λίγες μέρες έφευγε για καινούργιες νίκες για τη μάχη Γιαννιτσών.
Στην πόλη έμεινε μόνον ο Βασιλιάς Γεώργιος στο σπίτι του Άναστ. Καμπίτογλου, ο διάδοχος Κωνσταντίνος στο σπίτι του Ιωάν. Σακελλαρίδη κι' ανώ­τεροι αξιωματικοί στο σπίτι του Ιωάν. Μάρκου.
Εγώ και τ' αλλά ξαδέλφια μου για να βλέπουμε τον Βασιλιά εγκατα­σταθήκαμε στο σπίτι του παππού μου Στεφ. Μαλλιαρά κατέναντι του σπιτιού Άναστ. Καμπίτογλου και έτσι ο βασιλιάς που μας ήταν μυθικό όνομα, τον είχαμε στα μάτια μας για πολλές μέρες και ήμασταν πολύ χαρούμενοι.
Οι Τούρκοι κάτοικοι, που το βράδυ της Δευτέρας έφευγαν πανικόβλητοι με τα μπογαλάκια τους προς τον σιδ. σταθμό, σαν είδαν ότι ο Ελληνικός στρα­τός δεν κάμνει εγκλήματα, άλλα μόνο ελευθερώνει, γύρισαν στα σπίτια τους.
Πριν δυο μέρες στη Μητρόπολη έλαβε χωράν μεγάλη σύσκεψη προυχόντων Ελλήνων και Τούρκων υπό την προεδρία του Μητροπολίτη Καλλινίκου, παρόντος και του Τούρκου δημάρχου Χαλήλ Άλή Βέη και πήραν απόφαση όπως οι μεν Τούρκοι προστατεύσουν τους Έλληνες κατά την οπισθοχώρηση του Τουρκικού στρατού, οι δε Έλληνες τους Τούρκους κατά την προέλαση του Ελληνικού στρατού, αν και τέτοιος κίνδυνος για τους Τούρκους δεν υπήρχε, όπως τους δήλωσε ο Μητροπολίτης Καλλίνικος, συγκροτήθηκαν δε και ομάδες μικτές πολιτοφυλακής που κυκλοφορούσαν τις μέρες εκείνες μέρα και νύχτα. Έτσι δεν συνέβη τίποτε, δεν μάτωσε ούτε μύτη. Αυτά τα γνωρίζω από αφή­γηση του πατέρα μου πού τα γνώριζε από πρώτο χέρι, λόγω των στενών δεσμών του με τον Μητροπολίτη Καλλίνικο. Πάντως το βράδυ της Δευτέρας και οι γονείς μου ήταν ανήσυχοι και δεν απομακρύνθηκαν από τα παράθυρα, παρακολουθούντες τα συμβάντα, εμείς δε λαγοκοιμόμασταν χωρίς να αντιλαμβανόμαστε την κατάσταση, και μόνον το πρωί σαν ακούσαμε τις καμπάνες μάθαμε ότι έρχεται ο Ελληνικός στρατός να μας ελευθέρωση!!!
Όλοι τραγουδούσαμε «Παν τα Σερβία, παν τα Βέροια. Σέρρα, Δράμα και Καβάλα θα τα πάρουμε κι' αυτά».
Έτσι υστέρα από 482 χρόνια σκλαβιάς, η Μακεδονία μας ελευθερώνεται με την γλώσσα της, τη θρησκεία της, τα ιδανικά της, τις εκκλησίες της, τα σχολεία της.
Ας είναι αιωνία η Μνήμη όλων των ηρώων πού έπεσαν μαχόμενοι στα πεδία των μαχών και με το άγιο αίμα τους πότισαν το δένδρο της Ελευθερίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: