Σάββατο, 4 Απριλίου 2015

Παραμύθια του παππού και της γιαγιάς




Ο ποντικός και ο βάτραχος.
Μια φορά κι ένα καιρό ένας ποντικός είπε σ’ ένα βάτραχο να γίνουνε φίλοι. Ο βάτραχος δέχτηκε αλλά  σκέφτηκε να του κάνει κάτι για να γελάσει μαζί του. Του είπε, λοιπόν, να δεθούν μαζί μ’ ένα σκοινί. Ο ποντικός δέχτηκε.

 Όπως περνούσαν από μια λίμνη, ο βάτραχος πήδηξε μέσα και πήρε μαζί του και τον ποντικό. Ο ποντικός πνίγηκε. Από ψηλα ένα γεράκι είδε τον ποντικό, όρμησε να τον φάει, αλλά πήρε μαζί και τον βάτραχο, που έμαθε να μην σκέφτεται άσχημα για τους φίλους του.
Δημήτρης Κ.
Το ελαφάκι και ο σκίουρος
Μια φορά κι έναν καιρό, πάνε πολλά χρόνια, ζούσαν μέσα στο δάσος δυο αχώριστοι φίλοι: ένα όμορφο ελαφάκι και ένας σκίουρος με μια φουντωτή ουρά. Το ελάφι, κάθε φορά που έβλεπε το φίλο του, τον θαύμαζε για την ωραία φουντωτή ουρά του και κάθε φορά αναστέναζε και του έλεγε:
«Αχ! Τι δυστυχισμένος που είμαι εγώ! Κοίταξέ με. Δεν έχω ούτε ένα κομματάκι ουρά».
Και γέμιζαν τα μάτια του δάκρια. Στεναχωριόταν του σκιουράκι που έβλεπε τον φίλο του να κλαίει.
«Εσύ παραπονιέσαι», του έλεγε, «που είσαι το πιο όμορφο ζώο του δάσους, με τα πιο κομψά πόδια, τα πιο λαμπερά αμυγδαλωτά μάτια και το πιο στιλπνό δέρμα;!».
«Ντρέπομαι, ντρέπομαι πολύ, που δεν έχω καθόλου ουρά και αυτό με κάνει δυστυχισμένο. Θα ήθελα να είχα κι εγώ… έστω μια σταλιά ουρίτσα. Κοίτα τη δική σου! Πόσο μεγάλη και φουντωτή είναι!».
Έτσι μια μέρα το σκιουράκι, για να ευχαριστήσει το παραπονιάρικο ελαφάκι, έκοψε ένα κομματάκι από το τρίχωμα της ουράς του και του το χάρισε. Το ελαφάκι τρελάθηκε από τη χαρά του! Κόλλησε την ουρίτσα, αγκάλιασε τον φίλο του και του είπε:
«Είσαι το καλύτερο σκιουράκι του κόσμου, ο καλύτερος φίλος».
Από τότε το ελαφάκι δεν ξανάκλαψε πια. Και κάθε φορά που έβγαινε βόλτα  με το σκίουρο, ήταν όλο καμάρι για την μικρή νόστιμη ουρίτσα.
Αλίκη
Το σκαντοχοιράκι παίζει μπάλα
Ένα ολοστρόγγυλο σκαντζοχοιράκι ήθελε να μάθει να κλοτσάει την μπάλα και να γίνει πρωταθλητής στο ποδόσφαιρο.
Η μαμά του όμως του έλεγε συνέχεια: Δεν είναι και τόσο εύκολο. Τα ποδαράκια σου είναι κοντά και μικρά.
Το σκαντζοχοιράκι όμως δεν άκουγε και φώναζε.
-  Θέλω να γίνω ποδοσφαιριστής.
Έτσι η  μαμά του αποφάσισε να του αγοράσει μπάλα. Από κείνη τη μέρα το σκαντζοχοιράκι προσπαθούσε να μάθει  να την κλοτσάει. Μαζί με την μπάλα όμως κατρακυλούσε κι αυτό.
-  Βλέπεις, ότι είναι δύσκολο για σένα να κλοτσήσεις τη μπάλα, του έλεγε η μαμά του.
-  Θα γίνω ποδοσφαιριστής, έλεγε και επέμενε το σκαντζοχοιράκι. Και δώσ’ του και προσπαθούσε.
Παίζοντας μια μέρα έφυγε μακριά από τη φωλιά του και έφτασε σε μια αλάνα. Εκεί έπαιζαν μικρά παιδιά. ‘ένα παιδάκι βρήκε την μπάλα του και της έδωσε μια κλοτσιά. Ένα άλλο έδωσε μια δυνατή κλοτσιά στο σκαντζοχοιράκι που είχε μαζευτεί φοβισμένο σαν μπάλα. Με τη φόρα που πετάχτηκε βρέθηκε στην άλλη άκρη. Τρέμοντας από το φόβο του έτρεξε στη φωλιά του.
-  Αχ, μανούλα, δίκιο είχες της είπε. Τι ποδοσφαιριστής θα γινόμουν εγώ, αφού όλοι με περνούσαν για μπάλα έτσι που είμαι.
Σάββας.

Το πάθημα του λύκου (Μύθοι Αισώπου)
Μια φορά κι έναν καιρό, το λιοντάρι αρρώστησε βαριά.
Φοβήθηκε πως θα πεθάνει κι έδωσε διαταγή να συγκεντρωθούν όλα τα ζώα του μεγάλου δάσους μπροστά του, για να του πουν τι πρέπει να κάνει για να γιατρευτεί. Όλα τα ζώα είπαν τη γνώμη τους, ώσπου ήρθε και η σειρά του λύκου.
- Βασιλιά μου, είπε με σεβασμό, δε γνωρίζω κανένα γιατρικό για την αρρώστια σου, μα ούτε και όσα ζώα είναι συγκεντρωμένα εδώ, γνωρίζουν. Το μόνο ζώο που ξέρει από φάρμακα είναι η αλεπού! Μα αυτή σε περιφρόνησε και δεν ήλθε στο κάλεσμά σου. Άκουσα μάλιστα να λένε ότι χάρηκε για την αρρώστια σου και ότι δεν τη νοιάζει κι αν πεθάνεις.

Ο λύκος τα είπε επίτηδες αυτά τα λόγια, γιατί δε χώνευε την αλεπού και ήταν σίγουρος ότι το λιοντάρι θα την τιμωρούσε!
- Ώστε έτσι! φώναξε θυμωμένο το λιοντάρι. Να τη βρείτε αμέσως και να τη φέρετε μπροστά μου. Θα της κόψω τη γλώσσα!
Ο λύκος έτριψε τα χέρια του από τη χαρά του. Είχε έλθει η στιγμή να κάνει κακό στην αλεπού. Ένα πουλάκι, όμως, πέταξε γρήγορα και βρήκε την αλεπού.
- Αυτό κι αυτό συμβαίνει! της είπε. Ο λύκος σε συκοφάντησε και το λιοντάρι θα σου κόψει τη γλώσσα για να σε τιμωρήσει.
- Σ' ευχαριστώ, καλό μου πουλάκι, του είπε η αλεπού. Μη φοβάσαι, θα καταφέρω να γλυτώσω.
Μάζεψε τότε αγριόχορτα και μια και δυο τράβηξε με θάρρος για τη σπηλιά του λιονταριού. Το λιοντάρι, όταν την είδε άφρισε από το κακό του.
- Σου έφερα αυτά τα βότανα, είπε η πονηρή αλεπού στο άρρωστο λιοντάρι, για να γίνεις καλά.
- Έλα εδώ! της φώναξε. Που ήσουν; ∆εν έμαθες ότι κάλεσα όλα τα ζώα να παρουσιαστείτε μπροστά µου;
- Ναι, βασιλιά µου, απάντησε με θάρρος η αλεπού. Το έμαθα πως είσαι άρρωστος βαριά, γι' αυτό κι εγώ, πριν έλθω, πήγα και μάζεψα αυτά τα βότανα, που θα σε κάνουν καλά.
Ο θυμός του λιονταριού έπεσε αμέσως.
- Ώστε γι' αυτό άργησες να έλθεις; της είπε. Καλά έκανες... Θα... γίνω καλά όταν πάρω αυτά τα βότανα;
- Ναι, βασιλιά μου. Μόνο που χρειάζεται να τ' ανακατέψεις µε κάτι ακόμα, για να γίνει τέλειο το φάρμακο.
- Με τι; ρώτησε το λιοντάρι.
- Να τα βράσεις μαζί µε μια γλώσσα λύκου. Αυτή βέβαια... εσύ ξέρεις πού θα τη βρεις.
- Και βέβαια ξέρω! φώναξε το λιοντάρι. Θα κόψω τη γλώσσα αυτού του λύκου!

Το είπε και το έκανε αµέσως. Έτσι η πονηρή η αλεπού τιμώρησε το λύκο για τη συμπεριφορά του.
Γιάννης
Η ΕΛΙΑ
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια φτωχογειτονιά ένα φτωχό αλλά πολύ καλόκαρδο κορίτσι. Κάθε μέρα η Ελιά, γύριζε  τη γειτονιά της, έβλεπε τον κόσμο να ζει φτωχός και γύριζε στο σπίτι της στενοχωρημένη.  Κάτι πρέπει να κάνω να τους βοηθήσω, σκεφτόταν.
Οι μέρες περνούσαν κι η Ελιά έβλεπε πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ο κόσμος ήταμ πάντα φτωχός και δυστυχισμένος.
-  Τι να κάνω, τι να κάνω!
Μια νεράιδα που την είδε τόσο στενοχωρημένη ρώτησε:
-  Τι έχεις, Ελιά μου;
-  Αχ, καλή μου νεράιδα, δεν μπορώ να βλέπω τόση φτώχεια γύρω μου!
-  Και τι θέλεις δηλαδή;
-  Θέλω να προσφέρω κάτι πολύτιμο που να δώσει ζωή και χαρά.
-  Μη στεναχωριέσαι, θα σε κάνω αυτό που θέλεις. Και τσουπ! Την άγγιξε με το ραβδί κι η Ελιά έγινε ένα μεγάλο δέντρο, που έβγαλε φύλλα, λουλουδάκια που έγιναν ελιές.
Έπεσαν στη γη. Τα κουκούτσια φύτρωσαν, έγιναν δεντράκια και σχημάτισαν έναν ελαιώνα.
Οι άνθρωποι μάζεψαν τις ελιές, έβγαλαν λάδι, έφαγαν, χόρτασαν κι άρχισαν να χαμογελούν.
Από τότε ευχαριστούν την Ελιά κι εκείνη καμαρώνει ευχαριστημένη.
Ασημένια

Δεν υπάρχουν σχόλια: