Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ



 (της Κίρας Σίνου)

Εκείνο το πρωί ο Στέλιος δεν μπορούσε να ησυχάσει. Λίγο το ‘χεις, να σου ‘ρχεται ο αγαπημένος σου θείος, ο θείος Πέτρος, ο αδελφός της μαμάς, που τόσο τον είχε πεθυμήσει. Ο θείος Πέτρος ήταν μηχανικός και δούλευε στη Σαουδική Αραβία. Και τώρα το Πάσχα θα έπαιρνε επιτέ­λους άδεια και θα ερχόταν να περάσει τις γιορτές στην πα­τρίδα και καθώς ήταν εργένης, θα έμενε στο σπίτι τους.

Και να που μπροστά στην καγκελόπορτα του κήπου τους σταμάτησε ένα κίτρινο αυτοκίνητο. Ήταν το ταξί. Ο Στέλιος έβαλε μια φωνή να ειδοποιήσει τη μητέρα του και κατρακύλησε τη σκάλα.
Καθισμένοι στο τραπέζι άκουγαν το θείο να διηγείται για τη ζωή του στην Αραβία. Ο θείος Πέτρος ήξερε να διηγείται καλά κι όλοι τους κρέμονταν από τα χείλη του.
Τις παραμονές που θα έφευγα για την Ελλάδα οι συνά­δελφοι με πείσανε να πάω μαζί τους σε μια εκδρομή στην έρημο. Ήταν πραγματικά μια ονειρεμένη εκδρομή. Είναι τόσο όμορφη η έρημος!
-Όμορφη η έρημος; απόρησε ο Στέλιος. Μα τι ομορφιά μπορεί να έχει αφού είναι σκέτη άμμος!
- Κάθε τόπος της γης έχει την ομορφιά του, αγόρι μου. Στην έρημο το τοπίο αλλάζει συνέχεια με τη φορά του ανέ­μου που παίζει με τους αμμόλοφους. Δεν είναι ποτέ το ίδιο. Το φως και η σκιά πάλι με τις μεγάλες διαφορές που σχημα­τίζει και τους έντονους διαχωρισμούς του φωτεινού και του σκοτεινού είναι κάτι που δε θα το βρεις πουθενά αλλού και σου κάνει τέτοια εντύπωση που δεν την ξεχνάς ποτέ.
- Έχει και στρουθοκαμήλους η έρημος, διέκοψε την ποι­ητική του έξαρση γελώντας η μαμά. Σκέφτηκες να μου φέ­ρεις δώρο κανένα φτερό; Μπα! Πότε σκέφτηκες την αδελφή σου;
- Λάθος δικό σου αδελφούλα, έπρεπε να μου το είχες ζη­τήσει εσύ. Όμως έφερα κάτι άλλο που βγάζει η στρουθοκάμηλος. Τρέχω να το φέρω. Κι ο θείος σηκώθηκε και πήγε στον τα­ξιδιωτικό του σάκο που είχε αφήσει σε μια γωνιά. Αφού έψαξε, έβγαλε από μέσα ένα μπόγο ρούχα, τον ξετύλιξε και γύρισε κρατώντας στα χέρια του ένα πολύ μεγάλο κιτρινωπό αυγό.
- Είναι αυγό στρουθοκαμήλου; ρώτησε με θαυμασμό ο Στέ­λιος. Πού το βρήκες, θείε;
- Το βρήκα παρατημένο στην έρημο σ' αυτήν την εκδρομή για την οποία σας μίλησα και σκέφτηκα να το φέρω σαν πα­σχαλιάτικο δώρο στον μονά­κριβο ανιψιό μου. Στα παλιά χρόνια τέτοια αυγά κάνανε δώρα στους  αυτοκράτορες της Κίνας και άλλους βασιλιά­δες. Λίγο σου πέφτει λοιπόν έ­να τέτοιο βασιλικό δώρο;
Όλοι στο τραπέζι γέλασαν, μα η πρακτική γιαγιά ρώτησε.
- Τι θέλεις να πεις, Πέ­τρο, με το "παρατημένο". Πώς, δηλαδή, παρατημένο; Δεν το βρήκες σε φωλιά;
- Ήταν στ' αλήθεια παρατημένο, μητέρα. Εγκαταλειμμένο.
- Μα, θείε, πετάχτηκε ο Στέλιος, οι στρουθοκάμηλοι είναι πουλιά, δεν είναι χελώνες που αφήνουν τ’ αυγά τους στην τύχη τους. Σε μια σχολική εκδρομή μας πήγαν σε μια φάρμα στρουθοκαμήλων, που έχουμε τώρα και στην Ελλάδα, και μας δείξανε ότι ο αρσενικός σκάβει με τα δυνατά νύχια που  έχει στα πόδια του ένα λάκκο για φωλιά και η θηλύκια γεν­νάει εκεί ως και 20 αυγά κι ύστερα τα κλωσούν και οι δυο γο­νείς με τη σειρά, ο αρσενικός συνήθως τη μέρα και η θηλύ­κια τη νύχτα.
- Μα τι άλλο μπορεί να είναι, διαμαρτυρήθηκε ο θείος. Ποιο άλλο πουλί κάνει τόσο μεγάλα αυγά; Ούτε και υπάρχουν στην έρημο ερπετά τόσο μεγάλα ώστε να κάνουν τέτοια αυ­γά. Κάποιος πρέπει να το έκλεψε από μια φωλιά, κάτι να του έτυχε και το άφησε εκεί. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι διακοσμούσαν έτσι αυτά τ' αυγά που τα κάνανε σωστά στολίδια. Μπορεί να ήταν ένας καλλιτέχνης που ήθελε να κάνει το ίδιο.
- Ή να είχε όλο το σόι του να ταΐσει κι αποφάσισε να τους κάνει μια ωραία και χορταστική ομελέτα, πέταξε το λογάκι της η μαμά. Ο Στέλιος μας είπε τότε που πήγε στη φάρμα ό­τι ένα αυγό στρουθοκαμήλου αντιστοιχεί σε περίπου είκοσι πέντε αυγά κότας. Έτσι, Στέλιο;
Ο Στέλιος κούνησε ζωηρά το κεφάλι του:
- Έτσι μας είπαν. Τι λες θείε, να το βάλω και ‘γω στον κήπο στον ήλιο, μπας και βγει κανένα πουλάκι;
Ο Πέτρος κοίταξε σκεπτικός έξω από το παράθυρο:
- Έχουμε τέλη Απριλίου. Φοβάμαι ότι ο ήλιος εδώ δε θα εί­ναι αρκετά ζεστός να το κλωσήσει. Αλλά τι να σου πω. Δοκί­μασε. Κι αν δε γίνει τίποτα φύλαξε το για ενθύμιο.
Μετά το φαΐ ο Στέλιος πήρε το αυγό και βγήκε στον κήπο. Το χώμα ήταν νωπό ύστερα από τη χτεσινή βροχούλα και σί­γουρα αυτό δε θα έκανε καλό στ' αυγό. Περνώντας έξω από τη μικρή αποθήκη άνοιξε την πόρτα μπας και έβρισκε κάτι για να προφυλάξει τ' αυγό από την υγρασία. Το μάτι του έπεσε στο σωρό άχυρα που ο μπαμπάς έβαζε στις ρίζες των ευαίσθητων φυτών για να τα προφυλάξει από την παγωνιά. Μάλιστα, αυτό του χρειαζόταν. Πήρε μια αγκαλιά άχυρα, τα ακούμπησε κοντά στον τοίχο σ' ένα απάγκιο σημείο που τη μέρα το λούζε ο ήλιος κι έβαλε εκεί τ' αυγό μισοθάβοντάς το  στο άχυρο.
Από τότε ο Στέλιος επισκεπτόταν κάθε μέρα τη φωλιά. Ευτυχώς δεν είχε ξαναβρέξει κι ο ήλιος έλαμπε ζεστός στον ασυννέφιαστο ουρανό. Ίσως όμως να μην ήταν αρκετά ζεστός γιατί κανένα πουλάκι δεν έδειχνε ότι θέλει να βγει. Οι μέρες περνούσαν, οι διακοπές του Πάσχα τελείωσαν και το σχολείο ξανάρχισε. Το μόνο καλό που είχε συμβεί ήταν ότι αναχώρηση του θείου αναβλήθηκε για λίγο γιατί γραφείο του του ανέθεσε να τελειώσει κάποια υπόθεση στην Αθήνα. Κι ο Στέλιος βρέθηκε στον έβδομο ουρανό.
Εκείνη τη μέρα γυρίζοντας από το σχολείο ο Στέλιος έτρεξε όπως το συνήθιζε να επισκεφτεί τη φωλιά και βρήκε εκεί το θείο Πέτρο που είχε έρθει κι εκείνος να δει τι γίνεται.
- Ακόμα τίποτα; έκανε ερωτηματικά βλέποντας τον ανιψιό του. Φοβάμαι ότι χάσαμε το παιχνίδι. Το αυγό μας βγήκε τζούφιο. Πάρτο μέσα προτού πάθει κάτι εδώ και κράτα το σαν αναμνηστικό.
 - Αυτό θα κάνω, θείε. Όχι σήμερα όμως. Του δίνω μια τελευταία προθεσμία έως αύριο. Αύριο το παίρνω μέσα και το βάζω στη βιτρίνα του σαλονιού. Εκεί είναι η θέση που του αρμόζει.
Όμως όταν την άλλη μέρα γυρίζοντας από το σχολείο, ο  Στέλιος έτρεξε να επισκεφτεί τη φωλιά τον περίμενε μια μεγάλη έκπληξη. Το αυγό ήταν πάντα στη θέση του μα η μια άκρη του κελύφους έχασκε ανοιχτή, τα κομμάτια ήταν σπαρμένα πάνω στα άχυρα μα το πουλάκι που έπρεπε να είχε βγει δε φαινόταν πουθενά.
Ο Στέλιος γέλασε από μέσα του. Να άκουσε και να κατάλαβε άραγε το πουλάκι την κουβέντα που κάνανε χτες με το θείο και να τρόμαξε με την απειλή ότι θα το φυλάκιζαν πίσω από το γυαλί; Το πρόβλημα τώρα ήταν αλλού. Πού να είχε πάει το πουλάκι έτσι νεογέννητο όπως ήταν.
Ο Στέλιος έψαξε γύρω. Ο κήπος τους ήταν μικρός και δε  χρειάστηκε πολύ να τον φέρει βόλτα μερικές φορές, μα  χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Μα εκεί που έψαχνε βρήκε κάτι που τον έκανε ν' αηδιάσει: ένα μεγάλο ψόφιο ποντικό. Το θέαμα είναι αρκετά συνηθισμένο γι' αυτούς που έχουν κήπους, όμως ο Στέλιος τους σιχαινόταν. Έπρεπε να τον πετάξει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Έτρεξε κι έφερε το φαράσι και μια σκούπα του κήπου, μα καθώς πήγε να τον σπρώξει με τη σκούπα απόρησε. Ο ποντικός του φάνηκε αφύσικα βαρύς και άκαμπτος, λες και  τον είχαν πελεκήσει σε πέτρα. Πρώτη φορά συναντούσε έναν τόσο βαρύ ποντικό.
Μόλις τον είχε πετάξει στο κάνιστρο έξω στο δρόμο είδε το θείο Πέτρο να έρχεται.
-  Θείε! φώναξε, έλα να δεις! Και πιάνοντας τον από το χέρι τον τράβηξε ως τη φωλιά
- Ώστε βγήκε το πουλάκι μας! φώναξε εκείνος ενθουσιασμένος. Πού είναι να το δω:
-  Δεν ξέρω, θείε. Έχει εξαφανιστεί. Κάπου κρύβεται βέ­βαια, αλλά δεν μπορώ να το βρω.
Ο θείος Πέτρος δεν πείστηκε στα λόγια του ανιψιού του και ξεκίνησε να ψάξει ο ίδιος. Σαν έφτασε στο σημείο όπου ο Στέλιος είχε βρει τον ποντικό, σταμάτησε.
- Στέλιο, τι σου ήρθε κι άναψες φωτιά κάτω από τα δέντρα;
Δεν το ξέρεις ότι είναι κίνδυνος θάνατος.
- Μα δεν άναψα καμιά φωτιά, θείε!
- Και τότε τι είναι αυτό; ρώτησε αυστηρά ο θείος δείχνο­ντας του το κούτσουρο της ξερής κερασιάς που είχαν κόψει από καιρό. Ο Στέλιος το κοίταξε προσεχτικά, το κούτσουρο έμοιαζε πραγματικά καψαλισμένο.
- Δεν το ‘κανα εγώ, θείε. Την αλήθεια σου λέω. Είμαι αρκε­τά μεγάλος για να ξέρω ότι τέτοια πράγματα δεν επιτρέπο­νται.
Ο θείος δεν απάντησε. Τον κοίταξε μόνο επιτιμητικά σαν να μην τον πίστεψε και κούνησε το κεφάλι του. Ύστερα συ­νέχισε να ψάχνει με το Στέλιο να έρχεται ξοπίσω του. Μά­ταιος κόπος, το πουλάκι δε φαινόταν πουθενά.
Και πάλι πέρασαν μερικές μέρες. Ο θείος Πέτρος είχε πια τελειώσει τη δουλειά του γραφείου του και προς μεγάλη στεναχώρια του Στέλιου, ετοιμαζόταν να φύγει οριστικά.
- Θείε, ρώτησε ο Στέλιος. Λες να έφαγε το πουλάκι καμιά γάτα;
- Αν κρίνουμε από το μέγεθος του αυγού το πουλάκι πρέ­πει να ήταν πολύ μεγάλο για μια γάτα, όμως αναρωτιέμαι τι άλλο μπορούσε να έχει πάθει; Πού μπορεί να έχει πάει; Και με την ευκαιρία, Στέλιο: Μάζεψες τουλάχιστο το τσόφλι του αυγού; Δεν πρέπει να το αφήσεις να χαλάσει. Έστω και σπα­σμένο αξίζει τον κόπο να το φυλάξεις. Και καθώς ο Στέλιος ξεκίνησε να κατέβει στον κήπο, του φώναξε. Έρχομαι και γω μαζί σου.
Δεν είχαν κάνει παρά λίγα βήματα στον κήπο όταν ξαφνιά­στηκαν από ένα πονεμένο τσίριγμα που αντήχησε από πά­νω. Την ίδια στιγμή είχαν σηκώσει και οι δυο τα κεφάλια τους και αντιμετώπισαν ένα φοβερό θέαμα. Ένα πουλί χτυ­πιόταν εκεί τυλιγμένο σε φλόγες που είχαν λαμπαδιάσει. Για μερικά δευτερόλεπτα ακόμα μετεωρίστηκε στον αέρα πασχί­ζοντας απελπισμένο να κουνήσει τις φτερούγες του για να ξεφύγει κι έπειτα έπεσε στη γη βαρύ σαν μολύβι.
Θείος  και ανιψιός έτρεξαν να το δουν από κοντά. Ήταν έ­να περιστέρι, ένα από κείνα τα περιστέρια που πηγαινοέρχονταν στον κήπο τους.
"Μα πώς άρπαξε φωτιά;" πέρασε από το μυαλό του Στέ­λιου. "Δε βρέχει για να πούμε πως το χτύπησε κεραυνός", Τις σκέψεις του επανέλαβε κι ο Πέτρος με δυο λόγια:
- Πώς μπόρεσε κι άρπαξε φωτιά ψηλά στον αέρα; Δεν μπορεί να ήταν κεραυνός αφού ο ουρανός είναι ασυννέφια­στος. Κι ούτε ο ήλιος καίει τόσο ώστε να τα' ανάψει σαν φρύγανο. Πρώτη φορά βλέπω τέτοιο ανεξήγητο φαινόμενο. Και μου φαίνεται, Στέλιο μου, πώς σου χρωστάω μια συγνώ­μη. θυμάσαι που σε κατηγόρησα ότι παίζοντας είχες βάλει φωτιά σε κείνο του κούτσουρο. Το αρνήθηκες μα ομολογώ πως δε σε πίστεψα τότε. Πρέπει όμως να έγινε κάτι τέτοιο όπως και τώρα.
- Θείε, πρέπει να σου ζητήσω και γω συγνώμη, αλλά όχι για τη φωτιά.. Είναι κάτι που είχα ξεχάσει να σου πω. Προ­τού ανακαλύψεις εσύ το καψαλισμένο κούτσουρο είχα βρει εκεί έναν ψόφιο ποντικό. Κι όταν το έσπρωχνα με τη σκού­πα για να τον βάλω στο φαράσι μου έκανε εντύπωση πόσο βαρύς και άκαμπτος ήταν. Λες και το είχαν φτιάξει από πέ­τρα.
-  Πέτρα; επανέλαβε σαν ηχώ ο θείος Πέτρος. Όχι, μη με διακόπτεις, έκανε όταν είδε το Στέλιο να ετοιμάζεται να πει κάτι. Άσε με να σκεφτώ. Ζωντανά σώματα που γίνονται πέ­τρα ή αρπάζουν αναίτια φωτιά. Κάτι μου λέει αυτό. Κάτι μου θυμίζει...
- Μήπως τη Μέδουσα; δεν άντεξε να μην το πετάξει ο Στέλιος. Μ' ένα της βλέμμα η Μέδουσα σε μεταμόρφωνε σε πέτρα. Μα η Μέδουσα είναι από τη μυθολογία. Δε τη βλέπω να ζει στον κήπο μας.
-  Ναι, η Μέδουσα είναι ένα πλάσμα μυθικό και δεν υπάρ­χει. Όμως κάπου διάβασμα και μάλιστα πρόσφατα για ένα πλάσμα που υποτίθεται πως είναι πραγματικό. Μάλιστα, τώ­ρα το θυμήθηκα. Πρόκειται για το Βασιλίσκο, που σε μαρμα­ρώνει ή σου βάζει φωτιά με τα μάτια του. Όπως καταλαβαί­νεις είναι πολύ επικίνδυνος. Μόνο που δεν καταλαβαίνω πώς μπορούσε να βρεθεί στον κήπο μας. Αυτός πρέπει να ζει στη Σαχάρα και σε άλλες έρημους.
- Μα δεν το είπες μόλις τώρα, θείε; Ζει στην έρημο. Κι α­ναρωτιέσαι ακόμα πώς βρέθηκε εδώ; Αφού εσύ ο ίδιος μας τον κουβάλησες.
- Ο θείος Πέτρος τον κοίταξε αποσβολωμένος :
- Καλά λες, εγώ τον κουβάλησα. Ήταν στο αυγό που σου έφερα σαν δώρο του Πάσχα. Ωραίο δώρο! Και θυμάμαι τώ­ρα ότι στο βιβλίο γραφεί πως ο Βασιλίσκος βάζει φίδια ή φρύνους να κλωσήσουν τα αυγά του. Ή μπορεί να τα αφήσει σε κάποιο ζεστό σημείο για να βγει το μικρό από μόνο του. Στά­σου όμως να βεβαιωθούμε αν πραγματικά πρόκειται γι αυτόν.
Πλησίασε κρυφοπατώντας τη φωλιά κι αμέσως έκανε πί­σω. Ο Στέλιος πρόσεξε τώρα πως μέσα από το τσόφλι ξε­πρόβαλε κάτι που έμοιαζε μ' ένα ριγιέ κουρέλι σε έντονα μαύρο και κίτρινο χρώματα, όπως το κορμί μιας σφήκας.
Ο θείος Πέτρος έκανε μεταβολή, άρπαξε το Στέλιο από το χέρι και τον τράβηξε μέσα στο σπίτι, κλείνοντας πίσω τους μαλακά την πόρτα.
- Ωραία τα κατάφερα, αναστέναξε. Σας έφερα ένα Βασιλί­σκο, το πιο θανατηφόρο τέρας στη γη. Κι αν σκεφτείς πως τούτος εδώ, μόλο που είναι μωρό, έχει σκοτώσει κιόλας δυο ζωντανά πλάσματα καταλαβαίνεις τι καταστροφές μπορεί να προκαλέσει όταν μεγαλώσει. Χρέος μου είναι να τον σκοτώ­σω προτού προλάβει να κάνει κάτι χειρότερο απ' αυτά που ήδη έχει κάνει.
- Μα τι μπορούμε να κάνουμε θείε; Ποιος μπορεί να σκο­τώσει ένα τέτοιο πλάσμα;
- Κι όμως υπάρχει κάτι ή μάλλον κάποιος που μπορεί να τον σκοτώσει. Ένα τόσο δα ζωάκι, μα δεινός κυνηγός. Είν’ η νυφίτσα. Έχει ανοσία στο βλέμμα του και ο βασιλίσκος δεν μπορεί να τη μεταβάλει σε πέτρα, οπότε τον γραπώνει από το σβέρκο και τον αφήνει στον τόπο.
- Νυφίτσα! έκανε απογοητευμένος ο Στέλιος. Και πού θα τη βρούμε τη νυφίτσα; Σε κάποιο ζωολογικό κήπο; Όσο ξέρω  δεν υπάρχει κανένας κοντά μας.
- Καλά λες, έκανε σκεφτικός ο θείος Πέτρος. Νυφίτσα δε βρίσκουμε εύκολα. Όμως τώρα που το θυμήθηκα, ύπαρχε ένα άλλο ζώο που μπορεί να θανατώσει το φίλο μας. Είναι ο πετεινός. Μόλο που ο ίδιος ο βασιλίσκος είναι μισός φίδι · μισός πετεινός το λάλημα του κόκορα είναι γι’ αυτόν θανατηφόρο. Πεθαίνει αν το ακούσει. Έναν πετεινό βρίσκουμε πιο εύκολα.
- Πού να τον βρούμε, θείε; Όπως λέει η γιαγιά κάποτε ολόκληρη η γειτονιά μας ήταν μικρά σπιτάκια και πολλά είχαν δικά τους κοτέτσια. Τώρα όμως έχουμε μόνο πολυκατοικίες.  Για να βρούμε κοτέτσι πρέπει να πάμε στα περίχωρα και όπως το λες και συ, έχουμε πρόβλημα χρόνου.
Ο θείος κοντοστάθηκε για μια στιγμή κι ύστερα είπε:
- Πάω απάνω να ρίξω μια ματιά σ' αυτό το βιβλίο που μιλάει για κάτι τέτοια αλλόκοτα πλάσματα, μπας και βρω κατι άλλο. Περίμενε, δε θ' αργήσω.
Δε χρειάστηκε να περιμένει πολύ ο Στέλιος. Άκουσε ένα θόρυβο, η παλιά ξύλινη σκάλα έτριξε καθώς ο θείος κατέβαινε με βήμα διστακτικό. Στα χέρια του κρατούσε το μεγάλο  καθρέφτη με τη βαριά χρυσή κορνίζα από το πάνω καθιστικό
Σαν έφτασε κάτω χαμογέλασε στο Στέλιο:
- Μόνο μη με δει η γιαγιά σου με τον καθρέφτη γιατί θα μου πάρει το κεφάλι.  Είναι, βλέπεις, οικογενειακό κειμήλιο. Και τώρα κάτι πολύ σοβαρό. Δε θα μ' ακολουθήσεις. Κατάλαβες; Σου το απαγορεύω και δε θέλω ν' ακούσω τίποτα.
Ο θείος άνοιξε την εξώπορτα και προβάλλοντας τον καθρέφτη σαν ασπίδα προχώρησε επιφυλακτικά προς τη φωλιά. Ο  Στέλιος έμεινε να τον κοιτάζει για λίγο, έπειτα αψηφώντας  τη διαταγή ξεκίνησε να τον ακολουθήσει. Πρώτα όμως έπρεπε να βρει κάποια προστασία κι ακολουθώντας το παράδειγμα του θείου, κατέβασε το καθρέφτη του χολ από τον τοίχο κι έτρεξε να προλάβει.
Ο Πέτρος προχωρούσε αργά και με κάθε προφύλαξη. Δεν απείχε τώρα παρά λίγα μέτρα από τη φωλιά. Σήκωσε τον καθρέφτη ψηλά και ζάρωσε πίσω του συνεχίζοντας να προ-χωράει. Ο Στέλιος ερχόταν σε αρκετή απόσταση πίσω του αντιγράφοντας τις κινήσεις του. Λίγα βήματα ακόμα και ξαφνικά μέσα από το τσόφλι του αυγού πετάχτηκε, γρήγορο σαν αστραπή, κάτι παρδαλό και μακρύ και όρμησε στο θειο που πρόλαβε να καλυφθεί ολόκληρος πίσω από τον καθρέφτη.
Και τότε έγινε το θαύμα, γιατί ποια άλλη λέξη θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει; Αντικρίζοντας την γυαλιστερή επιφάνεια ο βασιλίσκος έκοψε φόρα, σταμάτησε κι έμεινε ακίνητος. Ο Πέτρος εξακολουθούσε να στέκεται δίχως να τολμήσει να μετακινήσει την ασπίδα του, μα ο Στέλιος, εκτός βολής όπως έλπιζε, που κοίταζε πάνω από την κορνίζα, μπόρεσε τώρα και είδε καθαρά το μικρό τέρας της ερήμου. Ένα μακρύ σώμα φιδιού και φτερά και κεφάλι πετεινού με ένα  κατακόκκινο λειρί που είχε τη μορφή μιας κορόνας. (Γι’ αυτό φαίνεται, πως τον είπαν βασιλίσκο, πέρασε από το μυαλό του Στέλιου). Στεκόταν πάντα εκεί και κοιταζόταν στον καθρέφτη. Ανέλπιστα το λειρί του άρχισε να χάνει το χρώμα του. Από χτυπητό κόκκινο έγινε χλωμό τριανταφυλλί και στη συνέχεια σταχτί, τα ζωηρόχρωμα φτερά σαν να μάδησαν και να μαράθηκαν και το σφριγηλό κορ­μί του φιδιού σκλήρυνε κι έγινε άκα­μπτο. Η μεταβολή ήταν τόσο μεγάλη που ο Στέλιος έμεινε άφωνος. Κι ύστε­ρα αναρωτήθηκε: ζούσε ακόμα ο βασιλίσκος; Κι αν πέθανε τι ήταν άραγε αυ­τό που τον σκότωσε;
Χωρίς να το θέλει έκανε κάποιο θό­ρυβο κι ο θείος γύρισε να δει. Σαν είδε το Στέλιο άρχισε να του κουνάει άγρια το χέρι διατάζοντας τον να φύγει αμέ­σως. Όμως το παιδί όχι μόνο δεν κου­νήθηκε από τη θέση του, παρά του έ­δειξε προς τα μπρος. Ο Πέτρος κατάλα­βε και αντικρίζοντας τον πεσμένο βασιλίσκο, άφησε τον καθρέφτη στην άκρη, τον πλησίασε κι έσκυψε από πάνω του. Ύστερα άπλωσε το πόδι του και τον σκούντησε ελαφρά. Κι έβαλε μια φωνή ενθουσιασμού:
- Ζήτω είναι νεκρός! Έ­χει μαρμαρώσει!
- Μα τι λες εκεί, θείε; Πώς είναι δυ­νατό να μαρμάρωσε ο βασιλίσκος αφού τους μαρμαρώνει όλους ο ίδιος;
-  - Εδώ είναι το κόλπο. Ξέρεις, αυτό το βιβλίο που ανέβηκα να συμβουλευτώ λέγεται "Μια Φυσική Ιστορία του Αφύσι­κου Κόσμου" . Πρόκειται για μια επι­λογή από τα αρχεία της Κρυπτοζωολογικής εταιρίας, που αναφέρεται σε ζώα που φημολογείται ότι υπάρχουν μα δεν έχουμε απτά στοιχεία. Όπως είναι φυσι­κό ένα απ' αυτά τα ζώα είναι κι ο βασιλίσκος. Γράφει λοιπόν εκεί ότι αν ο βα­σιλίσκος αντικρίσει τον εαυτό του σε καθρέφτη μαρμαρώνει ο ίδιος. Έπρεπε οπωσδήποτε να τον σκοτώσουμε προ­τού μας καταστρέψει όλους κι ο τρόπος αυτός ήταν ο μόνος που μας έμενε. Έ­πρεπε να τον ριψοκινδυνέψω.
-  Κι αν δεν έπιανε, θείε; Τότε τι θα γι­νόταν.
- Τότε. γέλασε ο θείος Πέτρος, θα εί­χατε ένα ωραίο άγαλμα να στολίζει τον κήπο σας.


Δεν υπάρχουν σχόλια: