Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

ΠΑΣΧΑΛΙΝΗ ΚΟΥΛΟΥΡΑ





Μεγάλο Σάββατο.
Η κίνηση στο δρόμο έξω απ' το φούρνο του Γιάννη Μωρή έχει πια αραιώσει. Ο παλιός φούρνος, φωλιασμένος στην Πάνω γειτονιά χρόνια και χρόνια τώρα, στέκει εκεί ίδιος και απαράλλαχτος, σαν να μην υπήρξε ποτέ εποχή που 'ταν καινούργιος. Πενήντα
πέντε χρόνια ιδροκοπάει μέσα σ' αυτό το φούρνο ο κυρ-Γιάννης. Κι όλα θα πήγαιναν καλά. Σε τέσσερα πέντε χρόνια θα έπαιρνε τη σύνταξη του και θα συνέχιζε τη δουλειά ο παραγιός του ο Μανολιός, τίμιο και άξιο παλικάρι, που τ' αγαπούσε σαν δικό του παιδί. Αλλιώς όμως τα λογάριαζε και αλλιώς ήρθαν τα πράγματα. Πριν από ένα χρόνο περίπου. λίγο πιο κάτω στη γειτονιά άνοιξε ένας καινούργιος φούρνος. Έβγαζε ψωμί με τη μηχανή, αφράτο αφράτο, και σαν να μην έφτανε αυτό, όλη η πρόσοψη του ήταν μια γυάλινη βιτρίνα. Ο κυρ Γιάννης είχε εκνευριστεί πολύ γιατί κάθε μέρα έβλεπε την πελατεία του να αραιώνει. Όλοι πια έτρεχαν στον καινούργιο φούρνο να ψωνίσουν. Στην αρχή θύμωνε μαζί τους, και με το δίκιο του. Τόσα χρόνια να τους περιποιείται. να σκοτώνεται... Και τώρα να τον εγκαταλείπουν...
Ο καιρός περνούσε και τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο για τον παραδοσιακό φούρναρη. Ώσπου μια μέρα ο Μανολιός όρμησε στο φούρνο τους και του είπε:
- Μπαρμπα-Γιάννη, πού να σ' τα λέω! Τώρα ο καινούργιος φούρνος θα βγάζει και τυρόπιτες και γαλακτομπούρεκα!... Πάει, θα μας αφήσουν όλοι..­. Τότε πια η πίκρα ξεχείλισε... θυμός μεγάλος έπιασε τον κυρ-Γιάννη και χωρίς να χάσει καιρό όρμησε στο δρόμο.  Θα πήγαινε να τα ψάλει απ' την καλή σ' αυτόν που του κουβαλήθηκε στα καλά καθούμενα.
Όταν αντίκρισε τη μεγάλη γυάλινη βιτρίνα  έμεινε να τη θαυμάζει σαν μικρό παιδί. Τι ποικιλία ήταν αυτή! «Δίκιο έχει ο Μανολιός» σκέφτηκε τότε. «Τούτος ο φούρνος είναι καταπληκτικός».
Δεν ένιωθε θυμό πια. Αισθανόταν σαν ανήμπορο παιδάκι μπροστά σ' ένα γίγαντα. Έκανε να το βάλει στα πόδια. Τι νόημα είχε να μαλώσει με τον ξένο άνθρωπο;
- Κυρ-Γιάννη. στάσου, γιατί φεύγεις; Ο ιδιοκτήτης του καινούργιου φούρνου εμφανίστηκε μπροστά του ολοστρόγγυλος, κατακόκκινος, μ' ένα πλατύ
χαμόγελο στο φεγγαρίσιο του πρόσωπο.
Έλα, λοιπόν, να γνωριστούμε. Ετοίμασε μας καφέ να πιούμε με το συνάδελφο και να γνωριστούμε καλύτερα, είπε σ' ένα παιδί ο καλόκαρδος άνθρωπος.
Ο κυρ-Γιάννης, με την τόσο εγκάρδια υποδοχή, άρχισε να νιώθει πολύ καλά. Και όταν έβγαλαν να τον κεράσουν είπε με την καρδιά του στον καινούργιο
φούρναρη:
- Καλορίζικος ο φούρνος σου και καλές δουλειές
- Σ' ευχαριστώ. Χαίρομαι που, επιτέλους. γνωριστήκαμε, του απάντησε εκείνος. Ήταν καλός άνθρωπος και, απ' ό,τι είπε στον κυρ-Γιάννη. όλη του τη ζωή το είχε μεράκι ν' ανοίξει ένα φούρνο. Απ' την άλλη όμως πραγματικά στεναχωριόταν που του έπαιρνε την πελατεία. Στο τέλος του είπε: Κυρ-Γιάννη, ο κόσμος αγαπάει την πρόοδο, την αλλαγή, το καινούργιο. Γι’ αυτό θα σε συμβούλευα να διορθώσεις λιγάκι το φούρνο σου, να ετοιμάζεις και τίποτα κουλουράκια ή κεκάκια. Η γειτονιά είναι μεγάλη, μπορούμε να δουλέψουμε και οι δυο.
Ο κυρ-Γιάννης κατάλαβε ότι ο καινούργιος  φούρναρης είχε δίκιο. Αποφάσισε λοιπόν να διορθώσει το φούρνο του και να του δώσει καινούργια ζωή. Ο Μανολιός ήταν κατενθουσιασμένος. Όμως πάλι τους ήρθαν ανάποδα τα πράγματα. Οξείς ρευματισμοί κράτησαν τον κυρ-Γιάννη πάνω από τρεις μήνες στο κρεβάτι. Γιατροί, φάρμακα, έξοδα πολλά.­ Πάνε οι οικονομίες του... Και, εκτός αυτού, έμειναν απλήρωτα και τέσσερα νοίκια. Χτες, λοιπόν. Μεγάλη Παρασκευή, ο ιδιοκτήτης του φούρνου του είπε πως δε γίνεται να περιμένει άλλο. Από του Θωμά και πέρα έπρεπε ο φούρνος να είναι λεύτερος. Αυτό το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου ο κυρ-Γιάννης κάθεται σε μια παλιά καρέκλα στο φούρνο του. Σε μια βδομάδα όλα θα έχουν τελειώσει.
Άξαφνα  στη  μισάνοιχτη πόρτο φάνηκε  ένας άντρας.
- Καλησπέρα και χρόνια πολλά. Σεις είστε ο κυρ-Γιάννης ο Μωρής;
- Χρόνια πολλά, απάντησε ο κυρ-Γιάννης. Ναι, εγώ είμαι. Είστε κάποιος παλιός γείτονας;
- Όχι ακριβώς! Να. ένας φίλος μου που έμενε παλιά εδώ μου μίλησε για σας... Ρίχνοντας μια ματιά στον πάγκο είδε μια πασχαλιάτικη κουλούρα. Ήταν η τελευταία που είχε απομείνει. Α! είμαι τυχερός. Σας μένει, βλέπω, μια πασχαλινή κουλούρα, θα την αγοράσω.
- Είναι η τελευταία που μας έμεινε, απάντησε ο κυρ-Γιάννης. Σου την προσφέρω, έτσι, μια και έρχεσαι από παλιό γείτονα...
- Α όχι, όχι, θέλω να την αγοράσω, το έχω σε καλό ν' αγοράσω κάτι απ' το φούρνο σας. Α, παραλίγο να το ξεχάσω. Έχω κι ένα γράμμα απ’ το φίλο μου για σας. Ορίστε, και καλή Ανάσταση, είπε ο ξένος κι έφυγε βιαστικά.
- Ποιος να 'ναι; αναρωτιέται ο κυρ Γιάννης κι ανοίγει το φάκελο, ενώ ο Μανολιός πλησιάζει περίεργος.
- Κοίταξε τι έπεσε απ' το φάκελο! Ένα χαρτί, λέει ο Μανολιός. Ο κυρ-Γιάννης το περιεργάζεται με περιέργεια και έκπληξη.
- Μα είναι μια επιταγή για 50 χιλιάδες!
- Πενήντα χιλιάδες: έκανε ο Μανολιός ανοίγοντας τα μάτια του.
- Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Στάσου να διαβάσω το γράμμα, μπορεί κάτι να θυμηθώ. Και να τι διαβάζει:
«Καλέ μου κυρ-Γιάννη,
Γύρνα πίσω τριάντα χρόνια και θα θυμηθείς πως μια τέτοια μέρα ένα φτωχόπαιδο καθόταν έξω σπ' το φούρνο σου, παρακολουθώντας τις νοικοκυρές που μπαινόβγαιναν, αγοράζοντας πασχαλινές κουλούρες, που μοσκοβολούσαν. Πεινούσε το καημένο κι αυτό και η άρρωστη μητέρα του και για τη μεγάλη μέρα δε θα είχαν μήτε ψωμί. Τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση, τρύπωσε στο φούρνο, άρπαξε μια πασχαλινή κουλούρα κι το ‘βαλε  στα πόδια.
Οι πελάτες όμως το  έπιασαν  φωνάζοντας το «παλιόπαιδο, κλέφτη...» Τότε σεις  το πλησιάσατε με καλοσύνη:
-Γιατί βρε παιδί μου το ‘κανες αυτό;
Εκείνο τότε έβαλε τα κλάματα και σας  παρακάλεσε να μην  το παραδώσετε στην αστυνομία, όπως φώναζαν όλοι, γιατί πρώτη φορά το έκανε αυτό, επειδή πεινούσε κι αυτό και η μητέρα του.
Κι εσείς είπατε:
- Έπρεπε να το ζητήσεις κι όχι να το κλέψεις. Έλα πάρ' το τώρα, να κι ένα καρβέλι ψωμί. μα κοίτα, κακομοίρη μου, να μην ξανακλέψεις, γιατί αλίμονο σου.
Όλοι σας έλεγαν πως δεν κάνατε καλό και πως έπρεπε να τιμωρηθώ. Μα εσείς όχι μόνο δεν τους ακούσατε, μα για πολλές μέρες, ώσπου να γίνει καλά η μάνα του, τον βοηθούσατε και τον συμβουλεύατε συνέχεια να γίνει καλός άνθρωπος. Αυτό το παιδί ήμουν εγώ. Ποτέ δεν ξέχασα τον καλό κυρ-Γιάννη και τις συμβουλές του. Εργάστηκα σκληρά. Τώρα είμαι αρκετά πλούσιος, για να σας βοηθήσω κι εγώ, όπως άλλοτε κάνατε κι εσείς για μένα. Δε μου έχετε καμιά υποχρέωση.
Σας χαιρετώ Ένας παλιός οφειλέτης»
Τα μάτια του κυρ-Γιάννη μα και του Μανολιού είναι δακρυσμένα:
-       Το πίστευες ποτέ, Μανολιό μου, πως για μια πασχαλινή κουλούρα και λίγα καλά λόγια θα μπορούμε τώρα και το φούρνο να ξανακοινουργιώσουμε και τα νοίκια να πληρώσουμε; Αυτό θα πει κάνε το καλό και ρίξ' το στο γιαλό. Γρήγορα ν’ ανάψουμε την πασχαλινή λαμπάδα με χαρούμενη καρδιά Και σε λίγα χρόνια θα 'σαι ο καινούργιος φούρναρης. Νταν, ντον, νταν  ακούγονται  οι πασχαλινές καμπάνες. Πόσο χαρούμενα αντηχούν οι καμπάνες τούτη τη χρόνια!
Διασκευή διηγήματος της Αυγής Παπάκου από τα Πασχαλινά διηγήματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: