Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Ο άγγελος που απόμεινε στη γη



Μία φορά κι έναν καιρό ζούσε στη γη ένα παιδί. Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στον ουρανό ένα αγ­γελάκι. Το παιδί δεν γνώρισε τον άγγελο. Ούτε ο άγγελος ήξερε τίποτε για το παιδί.
Το παιδί ζούσε έξω από τη Βηθλεέμ σε έ­να χάνι. Ο άγγελος ζούσε το πρωί σε μια ηλιαχτίδα, το βράδυ σε μια ασημένια κλω­στή του φεγγαριού.

Ο άγγελος ήταν καλός. Καλός σαν άγγε­λος.
Το παιδί ήταν ένα κακό παιδί. Τίποτε άλ­λο, ένα κακό παιδί.
Και οι δυο εργάζονταν αυτόν τον καιρό πάρα πολύ.
Το κακό παιδί με γκρίνια.
Ο άγγελος με τραγούδι.
Το παιδί
Το παιδί είχε να υπηρετεί πολύ κόσμο, που έφτανε αυτές τις μέρες στη Βηθλεέμ. Δε σταματούσε από την ώρα που έσκαγε ο ή­λιος ως αργά τη νύχτα. Πριν λαλήσουν τα κοκόρια, έπιανε τον κουβά και τραβούσε για το πηγάδι. Έπεφτε εύκολα ο κουβάς στο βαθύ πηγάδι, λες και βιαζόταν να ανταμώ­σει το νερό. Τέντωνε ο κουβάς το σκοινί, γέμιζαν πληγές οι παλάμες του παιδιού, που αγωνιζόταν να τον συγκρατήσει. Το παιδί φοβάται. Φοβάται, γιατί έχει ακόμα στα πό­δια του τα σημάδια, που τα απόχτησε όταν μια μέρα του έφυγε ο κουβάς από τα χέρια. Θύμωσε πολύ το αφεντικό - θυμάται -, τον έδειρε, τον μάτωσε και έμειναν τούτα τα σημάδια.
Ο κουβάς γεμάτος είναι βαρύς. Το παιδί ι­δρώνει, όπως σιγά σιγά τραβάει προς τα πάνω το σκοινί. Κάθεται λίγο να ξεκουρα­στεί, κι ύστερα πηγαίνει να πλύνει τις αυ­λές, να καθαρίσει τα τραπέζια του πανδο­χείου, να καθαρίσει την κουζίνα. Φέρνει προσανάμματα και ξυλά από την αυλή, α­νάβει τη φωτιά, δουλεύει, δουλεύει. Το α­φεντικό έχει ξυπνήσει πια, κατεβαίνει κάτω, γκρινιάζει. Τίποτε δεν του αρέσει από αυτά που έκανε το παιδί. Το παιδί δε μιλάει, έμαθε πια να μη μιλάει. Μόνο κοιτάζει τον ου­ρανό.
Στην αρχή έκλαιγε, μα τώρα σκλήρυνε η καρδιά του κι έγινε κακιά. Παίρνει ξανά τον κουβά και τραβάει να ποτίσει τα ζω­ντανά και να ταΐσει. Αυτή η ώρα είναι η πιο όμορφη της ημέρας. Κοιτάζει την αγελάδα, που έχει τόσο αγαθά μάτια. Έτσι θα ήταν και τα μάτια της μητέρας του, αν είχε μητέρα. Τρέχει, παίζει με το μοσχαράκι, κυνηγιέται με τα κατσικάκια.  Να, όπως θα έπαιζε με τα αδέρφια του, αν είχε αδέρφια…
Κουβεντιάζει σοβαρά με το άλογο, όπως θα κουβέντιαζε με τον πατέρα του, αν είχε βέβαια πατέρα... Γιατί το παιδί δεν έχει κα­νέναν.
Έχει μόνο την κακία για συντροφιά.
Κρεβάτι στο πανδοχείο δεν υπάρχει για το παιδί. Κοιμάται στο στάβλο. Αγκαλιάζει την αγελάδα, χώνει το κεφάλι του κοντά στο άλογο, στριμώχνεται πλάι στο μοσχα­ράκι και στα κατσικάκια. Είναι σαν να έχει οικογένεια. Κι είναι τόσο όμορφο να έχεις οικογένεια!
Τώρα που έφτασε τόσος κόσμος στη Βηθλεέμ μες στο χειμώνα, μες στο κρύο, το παιδί κουράζεται πολύ. Αργά πηγαίνει για ύπνο, κι ο φόβος του είναι να μην ξυπνή­σει τα ζωντανά. Όλα κοιμούνται, όταν φτάνει. Μόνο η αγελάδα το περιμένει, ό­πως περιμένει πάντα το παιδί της η μητέ­ρα!... Δεν αντέχει το παιδί να γδυθεί, δεν έ­χει δύναμη να βγάλει τα σαντάλια του. Κουλουριάζεται όπως είναι κι αποκοιμιέται. Και μες στο βαθύ του ύπνο χαίρεται, γιατί κλότσησε ένα άλλο παιδί, γιατί κρυφά ά­νοιξε την κάνουλα και χύθηκε το κρασί, γιατί έκρυψε τα ρέστα από τη στάμνα που αγόρασε σήμερα, γιατί είπε ψέματα στο α­φεντικό. Κοιμάται αγκαλιά με την κακία του κι ευχαριστιέται.
Ο άγγελος
Το αγγελάκι, πάλι, αυτές τις μέρες δεν προλαβαίνει να κλείσει μάτι. Πάνε τα παι­χνίδια που έκανε με τις ηλιαχτίδες, πάνε οι κουβεντούλες του οι βραδινές με τις λεύκες και τις πηγές. Το αγγελάκι, όπως όλοι οι άγγελοι στον ουρανό, ετοιμάζεται για το μεγάλο βράδυ. Το βράδυ που ο θεός θα γεννηθεί κάτω στη γη.
«Τι ευλογημένη είναι η νύχτα!» αναστένα­ξε ο ήλιος.
«Γιατί;» ρώτησε παραξενεμένο το αγγελά­κι.
«Γιατί θα δει το θαυμαστό μοναδικό αστέ­ρι! Το αστέρι το χριστουγεννιάτικο».
Το αγγελάκι ήθελε να ακούσει κι άλλα. Του άρεσαν οι ιστορίες που έλεγε ο ήλιος. Μα η ώρα είχε περάσει και τον περίμεναν
Οι άλλοι άγγελοι στη χορωδία. Μέρες τώ­ρα μάθαιναν τους ύμνους που θα έλεγαν την Άγια νύχτα. Το αγγελάκι τραγουδούσε γλυκά και, όταν έλεγε τον «Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία», σταματούσε ακόμα κι ο αγέ­ρας για να το ακούσει. Είχε πραγματικά αγ­γελική φωνή.
Τραγουδούσε κι αναρωτιόταν το αγγελά­κι: «Σε ποιο παλάτι θα γεννηθεί άραγε ο Κύριος μας; Σε ποια σπουδαία πολιτεία; Τι χρυσές κούνιες του ετοιμάζουν οι άνθρωποι; Ποιες τεχνίτρες υφαίνουν τώρα τα σκεπάσματα του; Τι μετάξια θα στρώσουν στο κρεβάτι του;»
Είχε αρχίσει να γέρνει ο ήλιος. Οι τελευ­ταίοι ταξιδιώτες έφταναν και τακτοποιού­νταν στα σπίτια. Η μικρή πολιτεία της Βηθλεέμ χώρεσε τόσους, που κανείς δε φανταζόταν πώς θα χωρούσε. Ούτε κρεβάτι ούτε σκαμνί δεν έμεινε άδειο.
Το παιδί έσερνε τα πόδια του από την κούραση. Τα ματόφυλλά του έκλειναν από
τη νύστα.
Κουράγιο, σε λίγο θα έρθει η ώρα να ξα­ποστάσει πλάι στα Ζωντανά, στη γωνιά του.
Είχε αρχίζει να γέρνει ο ήλιος...
Οι τελευταίοι ΤΑΞΙΔΙΏΤΕΣ
Πίσω από τις ελιές φάνηκαν ένας άντρας και μια ετοιμόγεννη γυναίκα. Η γυναίκα ή­ταν πάνω σε ένα κουρασμένο, κατασκονισμένο γαϊδουράκι. Ο άντρας κρατούσε έ­ναν μπόγο και το ραβδί του και βαστιόταν από το Ζωντανό.
Είχε αρχίσει να γέρνει ο ήλιος, σαν έ­φτασαν στη Βηθλεέμ ο Ιωσήφ και η Μαρία.
Κι η Βηθλεέμ δεν είχε ούτε σκαμνί ελεύθερο. Είχε αρχίσει να γέρνει ο ήλιος, όταν το αγγελάκι είπε για τελευταία φορά με τη χο­ρωδία των αγγέλων το «Λόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία". Το είπαν τόσο ωραία, που ο ή­λιος αργοπόρησε, για να το ακούσει όλο.
Οι άγγελοι της νύχτας είχαν φύγει κιό­λας. Πήγαν να φέρουν το πιο λαμπρό α­στέρι που θα φώτιζε αυτή τη νύχτα. Το αγ­γελάκι δεν είχε τώρα δουλειά. Έριξε τη μα­τιά του κάτω στη γη, κι εκεί, σε μια γωνιά της γης, στη Βηθλεέμ, είδε τους δυο ταξι­διώτες, την Παναγία και τον Ιωσήφ.
Η μητέρα του Κυρίου και θεού μου!» μο­νολόγησε σαστισμένο.
Έψαξε να ιδεί παλάτι εκεί κοντά. Δεν είχε τίποτε. Σπίτια μικρά, φτωχικά, αυτό μόνο είδε.
«Κι ο Κύριος μου πού θα γεννηθεί;» αναρωτήθηκε το αγγελάκι.
Κατέβηκε πιο κάτω, από τις στέγες των σπιτιών, κι άκουσε πως δεν υπήρχε ούτε δωμάτιο ούτε κρεβάτι για την ετοιμόγεννη Μαρία.
Μα όπου νάναι φτάνει το λαμπρό αστέρι! Όπου νάναι θα έρθουν και οι μάγοι! Η ώρα φτάνει που θα ψάλουν οι άγγελοι τη Γέννηση του θεού!
Κατέβηκε ακόμα πιο κάτω το αγγελάκι και ακολούθησε το ζευγάρι μέσα στους σκοτει­νούς δρόμους της Βηθλεέμ.
Ο άγγελος και το παιδί
Εκείνη την ώρα αντάμωσαν ο άγγελος και το κακό παιδί.
Το παιδί γύριζε κατάκοπο στο στάβλο που κοιμόταν. Σήμερα είχε κλέψει κι άλλα τάλι­ρα από το αφεντικό του και τους ταξιδιώ­τες. Σε τόση φασαρία ποιος να τον πάρει είδηση...
Έσπασε κι ένα κιούπι και είπε ψέματα, πως το έσπασε ο άλλος παραγιός. Καλά σκέφτηκε το κακό παιδί, καλά τα κατάφερα!
Να, πάει τώρα να χωθεί πλάι στα ζωντα­νά του. Κάνει τόσο κρύο απόψε! θα ρίξει κι άχυρα πάνω του, να ζεσταθεί λιγάκι.
Από την κούραση περπατάει αργά, λες και σέρνεται στο λασπωμένο δρόμο. Πόσο μα­κριά είναι ο στάβλος! Αχ, να ήταν πουλί να πέταγε!
Κι εκεί, στη σκοτεινιά, σκόνταψε πάνω στους δυο ξένους. Δεν έβλεπε τίποτε, γιατί ο ουρανός δεν είχε ούτε ένα αστέρι. Πώς όμως είδε τόσο καθαρά τα μάτια της γυναίκας;
Ήταν γλυκά, πονετικά και τον κοίταζε κι εκείνη σαν να ήταν μάνα του, ναι, σαν μά­να του.
Δεν ακούστηκε τίποτε.
Πώς όμως άκουσε τη φωνή της, που του έλεγε πως είναι κουρασμένη και πρέπει κά­που να ακουμπήσει;
Δεν την είχε ξαναδεί τούτη τη γυναίκα. Κι όμως ήταν σίγουρος πως ήξερε για το σταμνί, για τα λεφτά, για τα όσα είχε κάνει.
Της άπλωσε το χέρι, την έπιασε μαλακά μαλακά, κι η κούραση του έφυγε. Σαν ξένο πανωφόρι γλίστρησε από πάνω του κι έ­φυγε η κακία.
Και μες στη σκοτεινιά την πήγε εκεί που έμενε αυτός πλάι στην αγελάδα, στο κατσι­κάκι, στα προβατάκια, στο άλογο. Έστρωσε κάτω λίγα άχυρα. Βολεύτηκε η γυναίκα.
Τότε ήταν που ο άγγελος αγκάλιασε το μικρό παιδί.
Όταν γεννήθηκε ο Κύριος, το αγγελάκι έ­λειπε από τη χορωδία. Δεν πρόλαβε να ανεβεί στον ουρανό
Μέσα από το παιδί, από τη γη, τραγούδη­σε το «Δόξα εν υψίστοις». Κι έμεινε από τό­τε εδώ κάτω στη Γη.
Κι όταν κάποιος κάνει αυτό που πρέπει, α­κούει το αγγελάκι να τραγουδάει μέσα στην ψυχή του.
Και τραγουδάει τόσο όμορφα... να, σαν άγγελος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: