Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

Παραμύθια από την ανάποδη



Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ
Το μικρό λυκάκι πρέπει να πάει φαγητό στην άρρωστη γιαγιά του.
«Προσοχή! Στο δάσος κυκλοφορούν επικίνδυνες Κοκκινοσκουφίτσες και κυνηγοί», είπε η μαμά λύκαινα στον Άκη, το μικρό λυκάκι.
«Γιατί να θέλουν το κακό μου;» ρώτησε ο Άκης.
«Γιατί θέλουν τη γούνα μας για να ζεσταίνονται το χειμώνα» απάντησε η μαμά του.
Ο Άκης φίλησε τη μαμά του, πήρε το καλάθι και ξεκίνησε για το σπίτι της γιαγιάς του. Περπατούσε ανέμελος στο δάσος και ξαφνικά άκουσε  φωνές και πυροβολισμούς. Γυρνάει και τι να δει! Τρεις κυνηγοίτον πυροβολούσαν κι έτρεχαν προς αυτόν. Άρχισε  αμέσως και ο ίδιος να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Σε μια στιγμή, έτσι όπως έτρεχε , γύρισε για να δει. Σαν να κατάφερε να ξεφύγει από τους κυνηγούς. Έπεσε πάνω σε κάτι. Γυρνάει και τι να δει... Ήταν ένα κοριτσάκι ντυμένο στα κόκκινα.
- Γιατί τρέχεις έτσι τρομαγμένος, τον ρώτησε.
- Οι κυνηγοί θέλουν να με πιάσουν, απάντησε ο Άκης.
- Μη φοβάσαι, εγώ θα σε βοηθήσω. Έλα μαζί μου και θα σε κρύψω στο σπίτι μου, λέει το κοριτσάκι.
Ο Άκης την ακολούθησε στο σπίτι της. Μόλις έφτασαν του είπε πως θα τον βάλει στο στάβλο και πρέπει να τον δέσει για να νομίζουν όποιοι τον δουν πώς είναι ο σκύλος φύλακας. Ο Άκης που δεν είχε συνέθλει από την τρομάρα που πήρε, συμφώνησε.
Αφού τον έδεσε, του είπε πώς πάει να του φέρει λίγο νερό για να ξεδιψάσει. Όμως όταν γύρισε με το νερό, είδε ότι στα χέρια της κρατούσε τυλιγμένο και κάτι άλλο.
-  Δεν σε ευχαρίστησα που με έσωσες. Με λένε Άκη. Εσένα πώς σε λένε;
- Το όνομά μου είναι Κοκκινοκουφίτσα και θα με ευχαριστήσεις αργότερα όταν θα σε σκοτώσω και θα πάρω τη γούνα  σου, απάντησε και ξετύλιξε από τα χέρια της ένα τσεκούρι και ένα μαχαίρι.
Τότε ο Άκης άρχισε να ουρλιάζει και να ζητάει βοήθεια.
Ήταν πολύ τυχερός όμως , γιατί εκείνη την ώρα  λίγο παρακάτω περνούσε η αγέλη του μαζί με τον μπαμπά του. έτρεξαν αμέσως στο στάβλο και ελευθέρωσαν το λυκάκι, ενώ η Κοκκινοσκουφίτσα έφυγε και κρύφτηκε στο σπίτι της.
Ο Άκης εξήγησε στον πατέρα του τι έγινε και όλη η αγέλη μαζί πήγε στο σπίτι της γιαγιά, όπου έστησαν ένα μεγάλο γλέντι μέχρι το πρωί.
ΑΛΙΚΗ

Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ
Το μικρό λυκάκι πρέπει να πάει φαγητό στην άρρωστη γιαγιά του.
«Προσοχή! Στο δάσος κυκλοφορούν επικίνδυνες Κοκκινοσκουφίτσες και κυνηγοί», είπε η μαμά λύκαινα στον Άκη, το μικρό λυκάκι.
«Γιατί να θέλουν το κακό μου;» ρώτησε ο Άκης.
«Γιατί έχουμε ωραίο τρίχωμα και το θέλουν για να ζεσταίνονται το χειμώνα», του απάντησε η μαμά του.
Ο Άκης πήρε το καλαθάκι του κι έφυγε για το σπίτι της γιαγιά του. Καθώς προχωρούσε μέσα στο δάσος βλέπει μέσα στα λουλούδια κάτι να κινείται. Περίεργος όπως ήταν πήγε να δει τι συμβαίνει.
Ξαφνικά πετάγεται μπροστά του μια Κοκκινοσκουφίτσα.
«Γεια σου λυκάκι: Πώς σε λένε; Πού πηγαίνεις;» , άρχισε να τον ρωτά.
«Με λένε Άκη και πηγαίνω αυτό το φαγητό στην άρρωστη γιαγιά μου που μένει στην άκρη του δάσος», της είπε φοβισμένος ο Άκης.
«Πολύ ωραία, μπράβο σου! Περαστικά στη γιαγιά σου». Του ξαναείπε η Κοκκινοσκουφίτσα κι έφυγε. Ήταν όμως πολύ πονηρή και ήξερε το δάσος καλύτερα από τον Άκη. Έτσι έφυγε  πιο γρήγορα από αυτόν και πήγε  στο σπίτι της γιαγιάς του. Αφού την έδεσε την έβαλε κάτω από το κρεβάτι, ξάπλωσε  στη θέση της και σκεπάστηκε για να μην την γνωρίσει κανένας.
Όταν ο Άκης μπήκε στο σπίτι της γιαγιάς έτρεξε κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα της για να δει πώς ήταν. Μόλις όμως την  είδε παραξενεύτηκε κι άρχισε να ρωτάει.
«Γιαγιά, γιατί έχεις το μαχαίρι δίπλα σου;»
«Για να καθαρίζω τα φρούτα». Απάντησε η Κοκκινοσκουφίτσα.
«Και αυτόμτο μεγάλο τσεκούρι;» , ξαναρώτησε ο Άκης.
«Για να σε σκοτώσω και να πάρω τη γούνα σου.» είπε η Κοκκινοσκουφίτσα. Πήδηξε γρήγορα από το κρεβάτι για να πιάσει τον Άκη που ούρλιαζε από την τρομάρα του.
Εκείνη τη στιγμή όμως, για καλή του τύχη, περνούσε ο πατέρας του, ο αρχηγός της αγέλης. Ακούγοντας τις φωνές, πήγε να δει τι συμβαίνει.
Αμέσως μόλις τον είδε η Κοκκινοσκουφίτσα, πήδηξε έξω από το παράθυρο κι έφυγε τρέχοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Ο Άκης έτρεξε αμέσως κοντά στον πατέρα του και είπε τι συνέβη. Αφού ελευθέρωσαν τη γιαγιά κάθισαν όλοι  μαζί κι έφαγαν τις λιχουδιές της μαμάς.
Ήταν πολύ χαρούμενος που παρά τρίχα  γλίτωσε τη γούνα του.
ΣΑΒΒΑΣ



Το μικρό λυκάκι
Μια μέρα το μικρό λυκάκι έπρεπε να πάει φαγητό στην άρρωστη γιαγιά του.
- Όμως στο δάσος υπάρχουν πολύ κίνδυνοι, είπε η μαμά λύκαινα.
- Γιατί όμως να θέλουν το κακό μου, είπε  ο Άκης , το μικρό λυκάκι.
Τότε ο  Άκης ξεκίνησε για τη γιαγιά του για να της πάει ζεστό φαγητό.
Ξαφνικά άκουσε έναν ήχο. Ήταν η Κοκκινοσκουφίτσα, η Κακιά Καραμελίτσα.
Το μικρό λυκάκι φοβήθηκε και είπε: Ποια είσαι εσύ;
Αυτή απάντησε : Είμαι η η Κοκκινοσκουφίτσα, η Κακιά Καραμελίτσα.
Εκείνη τη στιγμή φάνηκε κι ένας κυνηγός. Τότε ο Άκης φοβήθηκε πιο πολύ και δεν ήξερε τι να κάνει.
Τότε έτρεξε γρήγορα στο σπίτι της γιαγιάς του και της είπε ότι τον κυνηγάνε.
Τότε η γιαγιά του έτρεξε και έπιασε τους κακούς ανθρώπους αλλά έτσι άρρωστη που ήταν ξεψύχησε σώζοντας τον εγγονό της.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Γ.



Το μικρό λυκάκι ψάχνει τροφή
Μια μέρα η μαμά λύκαινα γέννησε ένα λυκάκι και του έδωσαν το όνομα Άκη.
Ο Άκης δε φοβόταν και ήταν θαρραλέος, δεν φοβόταν καν τους ανθρώπους.
Η μαμά του μια μέρα του είπε:
-Άκη μου! Η γιαγιά σου είναι άρρωστη και πρέπει να φάει κάτι. Θέλω σε παρακαλώ να πας στο δάσος και να βρεις τροφ, αλλιώς θα πεθάνει.
-Εντάξει θα πάω και θα φέρω ότι μπορέσω να βρω. Θα το κάνω για την γιαγιά μου που είναι άρρωστη.
Έψαχνε κι έψαχνε και δε βρήκε τίποτα, ώσπου κάποια στιγμή είδε ένα σκοτωμένο λαγό. Τον πήγε στη γιαγιά του να φάει και την επόμενη μέρα κιόλα είχε γίνει καλά.
Ο Άκης πήγαινε συνέχεια για κυνήγι στο δάσος χωρίς φόβο από κανέναν.
ΞΕΝΙΑ


Το μικρό λυκάκι πρέπει να πάει φαγητό στην άρρωστη γιαγιά του.
«Προσοχή! Στο δάσος κυκλοφορούν επικίνδυνες Κοκκινοσκουφίτσες και κυνηγοί», είπε η μαμά λύκαινα στον Άκη, το μικρό λυκάκι.
«Γιατί να θέλουν το κακό μου;» ρώτησε ο Άκης.
«Γιατί μπορούν να σε σκοτώσουν και να σε φάνε».
Ο Άκης είπε πως θα είναι προσεκτικός και ξεκίνησε να πάει στη γιαγιά του.
Στο δρόμο άρχισε να μαζεύει λουλούδια και τότε πετάχτηκε μια Κοκκινοσκουφίτσα μπροστά του. τον ρώτησε
- Για πού το έβαλε μικρό λυκάκι;
- Πάω στο σπίτι της γιαγιά μου για να της πάω φαγητό, απάντησε φοβισμένα.
Η Κοκκινοσκουφίτσα ζήτησε να μάθει που μένει η γιαγιά του. ο μικρός Άκης της είπε που είναι το σπίτι. Έτσι η Κοκκινοσκουφίτσα πήγε στο σπίτι της γιαγιά, χτύπησε την πόρτα και έκανε τον Άκη.
- Άνοιξε γιαγιούλα, σου έφερα κολατσιό.
Μπήκε μέσα η Κοκκινοσκουφίτσα και φώναξε τον κυνηγό για να την βοηθήσει. Κρύψανε τη γιαγιά μέσα στην ντουλάπα. Η Κοκκινοσκουφίτσα έβαλε τα ρούχα της και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ο κυνηγός κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι και περίμενε το λυκάκι. 
Όταν έφτασε ο Άκης μπήκε μέσα και ρώτησε τη γιαγιά του.
- Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μικρά μάτια, μικρά αυτιά και μικρό στόμα;
Η γιαγιά απάντησε:
- Έχω μικρά μάτια για να μην σε βλέπω, μικρά αυτιά για να μην σε ακούω και έχω μικρό στόμα για να σε φάω.
Βγήκε και ο κυνηγός, έπιασαν τον Άκη για να τον σκοτώσουν και να πάρουν το δέρμα του. το λυκάκι με τα νύχια του γρατσούνισε τον κυνηγό και την Κοκκινοσκουφίτσα και αυτοί το έβαλαν στα πόδια. Ο Άκης έβγαλε τη γιαγιά από την ντουλάπα και πέρασαν ένα υπέροχο απόγευμα τρώγοντας και παίζοντας.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤ.

Η Μαυριδερή και οι εφτά γίγαντες
Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια πολύ άσχημη και κακιά πριγκίπισσα. Ήταν τόσο άσχημη και είχε τόσο σκούρο δέρμα, που την φώναζαν Μαύρη Πριγκίπισσα ή Μαυριδερή. Η Μαυριδερή είχε μια πολύ όμορφη μητριά, που την ζήλευε και τη μισούσε πολύ. Η Μαυριδερή ρωτούσε κάθε μέρα τον καθρέφτη τηςποια είναι η πιο όμορφη στον κόσμο, κι ο καθρέφτης της  απαντούσε πώς ήταν η μητριά της.
Έτσι εκείνη ζήτησε από τον κυνηγό της να πάρει τη μητριά της και να την αφήσει στην έρημο δίχως νερό για να πεθάνει. Αυτός όμως τη λυπήθηκε και την άφησε κοντά σε μια όαση. Εκεί δίπλα υπήρχε ένα τεράστιο σπίτι. Η μητριά μπήκε μέσα και είδε εφτά τεράστια πιάτα, εφτά τεράστια ποτήρια και εφτά τεράστια κρεβάτια. Εκεί έμειναν οι εφτά γίγαντες.
Το βράδυ επέστρεψαν οι γίγαντες και η καλή μητριά τους παρακάλεσε να μείνει λίγο καιρό μαζί τους.
Μετά από δυο μέρες η Μαυριδερή ρώτησε ξανά τον καθρέφτη και εκείνος της απάντησε πάλι ότι η πιο όμορφη ήταν η μητριά .
Τότε η Μαυριδερή νευρίασε πολύ, ντύθηκε γριούλα και πήγε στο σπίτι των γιγάντων να βρει την μητριά της. Της πρόσφερε ένα δηλητηριασμένο ανανά και εκείνη μόλις τον δάγκωσε έπεσε κάτω αναίσθητη. Οι γίγαντες μόλις την βρήκαν πεσμένη, έκλαιγαν για μέρες.
Μετά από μια βδομάδα πέρασε από εκεί ένας πολύ άσχημος και χοντρός βασιλιά. Τη φίλησε και η μητριά ξύπνησε. Όμως μόλις τον είδε τρόμαξε και έφυγε. Έτσι ζήσανε αυτοί χάλια και εμείς χειρότερα.
ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Το μικρό λυκάκι πρέπει να πάει φαγητό στην άρρωστη γιαγιά του.
«Προσοχή! Στο δάσος κυκλοφορούν επικίνδυνες Κοκκινοσκουφίτσες και κυνηγοί», είπε η μαμά λύκαινα στον Άκη, το μικρό λυκάκι.
«Γιατί να θέλουν το κακό μου;» ρώτησε ο Άκης.
Η μαμά είπε: « Οι άνθρωποι μας θεωρούν επικίνδυνα ζώα. Μας φοβούνται και θέλουν το κακό μας».
Το λυκάκι υποσχέθηκε τη μαμά του ότι θα προσέχει και ξεκίνησε.
Μόλις μπήκε στο μεγάλο δάσος, άρχισε να φοβάται επειδή άκουσε περίεργους θορύβους. Σε λίγο άκουσε φωνές σκύλων και είδε πολλούς κυνηγούς να κρατούν όπλα στα χέρια. Τότε κατάλαβε τα λόγια της μαμάς. Κρύφτηκε στην κουφάλα ενός δέντρου γεμάτος φόβο, περιμένοντας να φύγουν οι κυνηγοί. Για καλή του τύχη εκείνη την ώρα περνούσε ένα αγριογούρουνο. Οι  κυνηγοί το είδα και άρχισαν να το κυνηγούν. Έτσι το μικρό λυκάκι γλίτωσε .
ΓΙΑΝΝΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: