Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Ο ΘΡΥΛΙΚΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΚΟΥΓΚΑΣ




Ο Θεοχάρης Κούγκας γεννήθηκε  το 1870 στην   Αλεξάνδρεια. Η πατριωτική  του δράση άρχισε από το 1897. Στην ηλικία των 27 χρόνων εργαζόταν  ως  ζωέμπορος  και μετέφερε ζώα από την ελεύθερη τότε Ελλάδα στην Μακεδονία. Μέσα από τα επαγγελματικά του  ταξίδια γνώρισε το Δήμαρχο της Λάρισας Νικόλαο Πετρωτό. Ο τελευταίος αφού πρώτα τον μύησε στον αγώνα, του  ανέθεσε να μεταφέρει πολεμικό προς τη Μακεδονία.
Ήταν η εποχή κατά την οποία κορυφώνονταν οι προσπάθειες των Βουλγάρων για τον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας. Στην αρχή χρησι-μοποίησαν τα λόγια και τις υποσχέ-σεις, για να αλλοιώσουν το ελληνικό φρόνημα των κατοίκων. Η άρνηση των Μακεδόνων να ξεχάσουν την ελληνική καταγωγή τους εξάντλησε την υπομονή τους και τα λόγια παρέδωσαν τη σκυτάλη στην τρομοκρατίας.

Διωγμοί, καταστροφές, δολοφονίες και κάθε είδους πιέσεις δεχόταν συνεχώς ο ντόπιος πληθυσμός. Οι Μακεδόνες για μια ακόμη φορά απειλούνταν στην εθνική τους υπόσταση
Δεκάδες   σώματα   πάνοπλων κομιτατζήδων    έμπαιναν    στη μακεδονική γη και τρομοκρατούσαν τους άοπλους χωρικούς. Μετά το 1903 επέλεξαν για βάση εξόρμησης τους τη λίμνη των Γιαννιτσών. Ο
βάλτος με τα αβαθή του και την ατέλειωτη έκταση πυκνών και ψηλών καλαμιών είχε γίνει το ορμητήριο τους απ’ όπου οι ομάδες των   κομιτατζήδων,   όχι   μόνο καταδυνάστευαν τα γύρω χωριά αλλά έλεγχαν και τους δρόμους από τη Θεσσαλονίκη προς τη Βέροια, τη Νάουσα, και την Έδεσσα. Η συνολική δύναμη τους έφθανε τους 250 άνδρες, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν συγκεντρωθεί στο νοτιοδυτικό τμήμα όπου υπήρ­χαν και οι κυριότερες καλύβες τους.
Οι κάτοικοι των παραλίμνιων χωριών γνώριζαν καθημερινά την α­γριότητα και την βαναυσότητα των Βουλγάρων. Μια αγριότητα που για να αντιμετωπισθεί ανάγκασε τον Μητροπολίτη Δράμας (τον μετέπειτα Εθνομάρτυρα Σμύρνης) να πει με συντριβή ψυχής στους κατοίκους του     Κάτω     Νευροκοπίου. «Πωλησάτω έκαστος τα ιμάτια αυτού και τα υπάρχοντα αυτού και αγορασάτω μάχαιραν»>.
Μπροστά    στη    δύσκολη κατάσταση που δημιουργήθηκε οι κάτοικοι της Αλεξάνδρειας και των γειτονικών χωριών αποφάσισαν να αντιδράσουν            δυναμικά σχηματίζοντας τους πρώτους ένο­πλους αντιστασιακούς πυρήνες.
Μεταξύ των πρώτων απ’ τους ντόπιους που μπήκε στο Βάλτο ήταν ο Τζόλας ο Περήφανος από την Αλεξάνδρεια.   Μαζί   με   δύο συντρόφους του έτρεψε σε φυγή πενταμελή συμμορία κομιτατζήδων που προσπάθησε να εισβάλει στο σπίτι του Δημητρίου Δούμπη στο Νεοχώρι Αλεξανδρείας στις 20 Δεκεμβρίου 1902.
Προς ενίσχυση του αγώνα του θα μπει στον Βάλτο το 1903 και ο θεο-χάρης Κούγκας με τους άνδρες του. Οι  δύο αυτοί Μακεδονομάχοι ήταν από τους πρώτους ντόπιους της περιοχής που αντιστάθηκαν σθεναρά στην μανία των κομιτατζήδων.
Ο ελαφρύς εξοπλισμός που διέθετε το σώμα του Θεοχάρη Κούγκα  τον ανάγκασε να πάει στο προξενείο  Θεσσαλονίκης και να ζητήσει όπλα και πολεμοφόδια. Πράγματι,  ο τότε πρόξενος Λάμπρος Κορομηλάς  δεν άφησε την ευκαιρία να πάει  χαμένη. Έστειλε τα όπλα με καΐκι το οποίο τα μετέφερε ως τη Μεθώνη.  Από εκεί τα παρέλαβε ο Θεοχάρης  και τα μετέφερε στο Νησί Ημαθίας. (Το Νησί το έκαψαν οι Βούλγαροι στις 14 Μαρτίου 1906). Εκεί στα βορειοδυτικά του χωριού έκτισε μια καλύβα, τη γνωστή και ξακουστή καλύβα Κούγκα, που ύμνησε η Πηνελόπη Δέλτα στα «Μυστικά του Βάλτου».
Παρά τα πενιχρά μέσα που διέθε­ταν, προφύλαξαν αρκετά τους κα­τοίκους των παραλίμνιων χωριών και προετοίμασαν το έδαφος για την άφιξη από την ελεύθερη Ελλάδα των υπόλοιπων ανταρτικών σωμάτων.
Ο θάνατος του Παύλου Μελά αφύπνισε το ναρκωμένο ελληνικό κράτος. Το δράμα των Μακεδόνων έγινε γνωστό στους υπόλοιπους Έλληνες και συγκίνησε τη νεολαία. Πολλοί νέοι (αξιωματικοί, οπλίτες και πολίτες) άφησαν τα σπίτια τους και      κατατάχθηκαν      στα νεοδημιουργηθέντα      ανταρτικά σώματα, τα οποία κάτω υπό την ηγεσία ικανών αξιωματικών ήρθαν στη Μακεδονία για να βοηθήσουν τον αγώνα των Μακεδόνων.
Πρώτο έφθασε στη λίμνη το σώμα      του      υπολοχαγού Κωνσταντίνου      Μπουκουβάλα (καπετάν Πετρίλου)με δύναμη 20 ανδρών. Ο καπετάν Πετρίλος βρήκε στο Βάλτο  18 άνδρες με 3 οχυρωμένες καλύβες και με 7 πλάβες (βάρκες χωρίς καρίνα). Αργότερα στο Βάλτο έφθασε και το σώμα  του  Κρητικού  Μανώλη Κατσίγαρη.
Ο Θεοχάρης Κούγκας ενώθηκε με το σώμα αυτό και συνέχισε μαζί τον αγώνα. Σε λίγο καιρό έφυγαν από το Βάλτο και κατευθύνθηκαν προς την περιοχή της Αριδαίας. Στις 27 Νοεμβρίου έδωσαν μια τετράωρη μάχη με εκατονταμελή συμμορία κομιτατζήδων, η οποία διαλύθηκε αποδεκατισμένη.
Στη συνέχεια επέστρεψαν πάλι στο Βάλτο και σε συνεργασία με τα σώματα του καπετάν Πετρίλου και του Γκόννου από τα Γιαννιτσά ξεκαθάρισαν από τους Βουλγάρους αρκετά χωριά. Πολλά χωριά όπως το Άδενδρο, η Παραλίμνη κ.ά, πήραν θάρρος από την ελληνική παρουσία και επέστρεψαν στον Ελληνισμό και το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Ο Θεοχάρης Κούγκας, εκτός από την τέλεια χρήση των όπλων, τα κα­τάφερε και στην πειθώ. Χαρακτηρι­στικό είναι το παράδειγμα του Ν. Πετρούση από το Μοναστηράκι Αριδαίας ο οποίος προσχώρησε στις ελληνικές δυνάμεις χάρη στις προ­σπάθειες του Θεοχάρη και από τότε ανέλαβε την τροφοδοσία των ελλη­νικών σωμάτων.
Κατόπιν συνεργάσθηκε με το σώμα   του   Μωρογιάννη   και συμμετείχε στην εξόντωση του αρχικομιτατζή Μάρκωφ. Επίσης με το σώμα του Στόικου συμμετείχε στην    αιματηρή    μάχη    της Πόλτσιστας.   Στη   μάχη   αυτή τραυματίστηκε και ένας σύντροφος του, ο Μάρκου.
Από τη δράση του ως τη στιγμή αυτή έφερε 4 τραύματα. Σιγά σιγά το
όνομα του άρχισε να γίνεται θρύλος. Ένα όνομα που δε χρειάστηκε να καλυφθεί ποτέ κάτω από κανένα ψευδώνυμο ο Κούγκας Θεοχάρης. Μ' αυτό το όνομα κυνηγούσε τους Βουλγάρους και με το ίδιο απέφευγε τις ενέδρες των Τούρκων.
Ο Άγγελος Ανεστόπουλος στο βιβλίο του «Ο Μακεδόνικος Άγων» στη βιογραφία του τον περιγράφει ως εξής:
"Ητο     ανήρ     υπερήφανος, ρωμαλέος και προπαντός γενναίος. Ητο υψηλού αναστήματος ευθυτενής με φωνή βροντώδη με βήμα ταχύ. Ο φόβος δια τον πολεμιστήν Θεοχάρη ήτο άγνωστος.  ητο γεννημένος πολεμιστής   και   διεκρίνετο   δια αδάμαστο θάρρος, δια ηρωισμόν και αυτοθυσία. Ήτο άριστος σκοπευτής μετώπου. Ήτο  μεγαλοπρεπούς και επιβλητικής εμφανίσεως, είχε την μορφή ημιθέου, δια τούτον ενέπνεε και τον σεβασμό στα παλικαριά του».
Το 1908 εργαζόταν ως επιστάτης στο τσιφλίκι του Μπέη του Σχοινά. Την εποχή εκείνη εμφανίστηκαν πά­λι βουλγαρικές συμμορίες στην πε­ριοχή. Το ελληνικό κέντρο ανέθεσε στο Θεοχάρη την εκκαθάριση της περιοχής. Στις επικίνδυνες αυτές αποστολές   τραυματίστηκε   για πέμπτη φορά.
Η  πατριωτική   δράση   του Θεοχάρη Κούγκα δεν σταμάτησε το 1908, αλλά συνεχίστηκε και στις επόμενες εθνικές περιπέτειες της Ελλάδας.   Μετά   τη   νικηφόρο προέλαση του ελληνικού στρατού
στον Α' βαλκανικό πόλεμο οι Τούρκοι οπισθοχωρώντας πέρασαν και από την Αλεξάνδρεια. Τους στρατιώτες τους ακολουθούσαν και τουρκικές οικογένειες, οι οποίες λεηλατούσαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Εμπόδιο στη λεηλασία των σπιτιών της Αλεξάνδρειας στάθηκε ο Θεοχάρης Κούγκας. Γνωρίζοντας τουρκικά μεταμφιέστηκε σε Τούρκο αξιωματικό    και    καβαλάρης περιέτρεχε τους δρόμους του χωριού του απομακρύνοντας γρήγορα τους Τούρκους άτακτους. Σε ορισμένες στιγμές δε δίστασε και να τους μαστιγώσει.
Τις επόμενες ημέρες θα πάει στη Βέροια και θα προσφερθεί εθελο­ντικά να οδηγήσει τους Έλληνες στρατιώτες στην Αλεξάνδρεια.
Στις 20 Οκτωβρίου άρχισε η μάχη του Πλατέος. Οι βετεράνοι Μακεδονομάχοι,  που  εθελοντές πλέον βοηθούσαν τον ελληνικό στρατό,   έσωσαν   τη   μεγάλης σημασίας σιδηροδρομική γέφυρα του    Λουδία.    Μαζί    τους συμπολέμησε και ο Θεοχάρης Κούγκας και τραυματίστηκε για έκτη φορά.
Τον επόμενο χρόνο ξέσπασε ο Β' Βαλκανικός   Πόλεμος   και   ο Θεοχάρης Κούγκας ακολούθησε ε­θελοντικά τον ελληνικό στρατό.
Πήρε μέρος στις μεγάλες μάχες του Κιλκίς και Λαχανά. Στη μάχη του
Λαχανά δέχθηκε το έβδομο τραύμα του.
Η   αξιοθαύμαστη   πολεμική ιστορία του Θεοχάρη Κούγκα ήταν ένας δρόμος παράλληλος με τις πολεμικές περιπέτειες της Ελλάδας. Σε κάθε εθνικό κάλεσμα ήταν παρών και σε κάθε μάχη σχεδόν δεχόταν και ένα τραύμα.
Για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην πατρίδα και ειδικά στους δύο Βαλκανικούς πολέμους το Υπουργείο Στρατιωτικών και ύστερα  από διαταγή του Βασιλιά Κωνσταντίνου του απένειμε δίπλωμα και μετάλλιο στις 25 Μαρτίου 1914.
Τα χρόνια της ζωής του ήταν πολλά, αρκετά για να πολεμήσει τους εχθρούς της Μακεδονίας, λίγα όμως για να χαρεί τη Μακεδονία ελεύθερη.
Τα πολλά τραύματα και οι κακουχίες λύγισαν το παλικάρι στην ηλικία  των  47  χρόνων.   Το Δεκέμβριο του 1917 ο Θεοχάρης Κούγκας άφησε την τελευταία του πνοή στον τόπο για τον οποίο τόσο αγωνίστηκε και τίμησε με τη δράση του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: