Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Ζαβολιές του Παλιού Χρόνου

 της Γαλάτειας Γρηγοριάδου – Σουρέλη.
(Πώς ο παλιός χρόνος προσπάθησε να μείνει περισσότερο χρόνο στο θρόνο του, χωρίς όμως να τα καταφέρει.)
Το  παράθυρο ήταν κλειστό γιατί έξω χιόνιζε κι ο χρόνος είχε γεράσει και κρύωνε, Από το κλειστό όμως παράθυρο ακού­γονταν τα κάλαντα που λέγαν τα παιδιά στους δρόμους:
"Πάει ο παλιός ο χρόνος..."
Ο γέρο χρόνος μας, δεν είχε κουσούρια. Ήταν αξιοπρεπής, σοβαρός, μετρημένος. Εντελώς, εντελώς μετρημένος. Είχε 365 μέρες! Απόψε όμως σκέφτεται να κάνει χίλιες ζαβολιές για να μη φύγει. Γιατί, δε θέλει να φύγει ο παλιός ο χρόνος.
Πώς όμως μπορεί να εμποδίσει τον καινούρ­γιο χρόνο να 'ρθει.                       
Σε λίγο τα ρολόγια του κόσμου θα χτυπήσουν δώδεκα φορές και αιώνες τώρα στις δώδεκα ακριβώς συναντιέται ο παλιός ο χρόνος με τον καινούργιο.
Δίνουν τα χέρια.
«Καλώς ήρθες. καινούργιε χρόνε!
Χάρισε. μια ευτυχισμένη  χρονιά στους ανθρώπους»
"Ευχαριστώ πολύ. Κι εσύ νάχεις καλή ξεκούρα­ση"
Έτσι εύχονται ο ένας στον άλλον, Κι εκείνο το δευτερόλεπτο σφυρίζουν τα καράβια, χτυπάν χαρούμενα οι καμπάνες κι οι άνθρωποι φι­λιούνται μεταξύ τους, "Καλή χρονιά!!! "Καλή χρονιά!!!»
Τα παιδιά έξω στο δρόμο εξακολουθούν να τραγουδάνε: «Πάει  ο παλιός ο χρόνος». Αστράφτουν τα μάτια του γέρο χρόνου θυμωμένα.
Ε! λοιπόν δεν πάει πουθενά!
Θα κάτσει ακόμα εδώ στη γη πολύ καιρό. Πόσο δε ξέρει ακόμα, θα εξαρτηθεί από τη σβελτάδα του, από τη γρηγοράδα του. Γρήγορα, όσο γρήγορα μπορεί να δουλέψει ένα γεροντάκι, παίρνει άσπρες σελίδες, Τις δι­πλώνει προσεχτικά, όσο βέβαια προσεχτικά μπορεί, γιατί τρέμουν τα χέρια του και τα μά­τια του δεν καλοβλέπουν, Με αγωνία κοιτάζει το ρολόι που δείχνει πως φτάνει η καινούργια χρονιά. Με πιότερη αγωνία βλέπει το ημερολό­γιο. Ένα φύλλο όλο κι όλο, κι αυτό είναι έτοι­μο να πέσει. Να, σαλεύει κιόλας, Κόβει τις άσπρες σελίδες ο γερο-χρόνος. Τις κάνει σελίδες ημερολογίου. Έπειτα με χονδρό κονδυλοφόρο γράφει σε κάθε μια, 30 Δεκεμ­βρίου 29 Δεκεμβρίου. Έφτασε στο Νοέμβριο. Αναστενάζει, θέλει να ξεκουραστεί, επειδή κουράστηκε, μετανιώνει, δεν προλαβαίνει.
Τι είναι που κέρδισε ένα μήνα; Θέλει τουλάχι­στον ένα εξάμηνο να κάτσει ακόμα πάνω στη γη, Να ξανακάνει Πάσχα εδώ με τα παιδιά που σπάζουν αυγά και με αναμμένες λαμπάδες προχωρούν στο δρόμο. Α! να φθάσει μέχρι το Μάη, να δει ξανά τη γη λουλουδιασμένη!
Ο παλιός χρόνος σταματάει να πάρει μιαν ανάσα. Κοιτάζει τους μήνες που έχει ετοιμάσει. Και τότε... τότε βλέπει πως ξέχασε να σημειώσει τις γιορτές. Ξαναρχίζει: 24 Δεκεμβρίου, Ευγε­νίας μάρτυρος, 23 Δεκεμβρίου, Αγίων 10 μαρ­τύρων της Κρήτης... 22 Δεκεμβρίου, Αναστα­σίας Φαρμακολύτριας...
Κουράγιο! Να, τελειώνει ο Δεκέμβρης, Κολλάει τις σελίδες τις γραμμένες στο ημερο­λόγιο. Αρχίζει τώρα να ετοιμάζει τον Νοέμβρη, Άραγε θα προλάβει να κάτσει στη γη ακόμα ένα εξάμηνο; Η μέση του πονεί από το σκύψιμο, μα αυτός δουλεύει. Κόλλησε και τον Νοέμβρη,
Ήταν στη πρώτη Οκτωβρίου, όταν ένας παιχνι­διάρικος αγέρας φύσηξε με δύναμη, Άνοιξε το κλειδί στο παράθυρο, μπήκε με ορμή στο δω­μάτιο, έπαιξε με το μελανοδοχείο, το αναπο­δογύρισε, τα έφερε όλα πάνω κάτω. Πήγε ο αγέρας να φύγει, όταν είδε πως κάτι του ξέ­φυγε. Ήταν το ημερολόγιο! Γελώντας, φύσηξε δυνατά... δυνατά, δυνατά και ξεκόλλησε τα ψεύτικα φύλλα του. Ο γέρο-χρόνος άνοιξε τα χέρια του, έκανε απελπισμένες προσπάθειες να πιάσει τα φύλλα που πέταξαν τριγύρω του, Μα αυτά σα να κορόιδευαν, πετούσαν μακριά τα ανοιγμένα του χέρια.
Ανοίγει  πιο πολύ την αγκαλιά του ο γερο - χρόνος και... στην αγκαλιά του έχει την και­νούργια χρονιά, Δεν το κατάλαβε πως τούτο το δευτερόλεπτο τα ρολόγια δείχνουν μεσάνυχτα! Κρύβει τη ταραχή του ο παλιός χρόνος. Σφίγγει το χέρι του καινουριοφερμένου.
«Καλώς ήρθες. καινούργιε χρόνε!
Χάρισε. μια ευτυχισμένη  χρονιά στους ανθρώπους λέει με συγκίνηση».
Και ήσυχα, ήσυχα φεύγει.
Το είπαμε από την αρχή πως ήταν αξιοπρεπής σοβαρός και μετρημένος, Είχε 365 μέρες!"

Δεν υπάρχουν σχόλια: