Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Ο Καπνοδράκος που έσκασε σαν μπαλόνι

της Σοφίας Σφακιανάκη – Ξενάκη
Τα πεύκα συνέχεια αναστέναζαν βαθιά, ξεφυσούσαν μ’ όλη τους τη δύναμη για να διώξουν με την ανάσα τους τον Καπνοδράκο...
Ξεπρόβαλε πρωί-πρωί, κατάμαυρος, μέσα απ' το φουγάρο του γειτονικού εργοστασίου, και το σώμα του που τελειωμό δεν είχε, εξακολουθούσε να βγαίνει απ' την καμινάδα ολη­μέρα... Ανέβαινε στα ύψη, μεταμορφωνότανε σε γκρίζο σύν­νεφο κι άπλωνε την αρίδα του πάνω απ' την περιοχή, όπου βρισκόταν το δάσος, η βιομηχανία κι ο εργατικός συνοικι­σμός, και, συνέχιζε τα κατορθώματα του: θόλωνε τον ουρα­νό, σκέπαζε τον ήλιο, έπνιγε τον αέρα και σκόρπαγε αργά-αργά στη γη βροχή από καπνιά, μουντζουρώνοντας τους δρόμους, τα σπίτια, τους ανθρώπους, τα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά... 
Ο Καπνοδράκος ήταν γέννημα θρέμμα του εργοστασίου, ζούσε στο καζάνι του καυστήρα, όπου βρισκόταν και η καμι­νάδα, απ' την οποία ξεπόρτιζε η αφεντιά του και τυραννούσε με τα καμώματα του τον κοσμάκη. Οι ιδιοκτήτες της βιομηχα­νίας τον είχαν έτσι κακομαθημένο, αφού δεν έκαναν κάτι για να διορθώσουν την κακή συμπεριφορά του. Ούτε τον περιό­ριζαν με κάνα φίλτρο στην καπνοδόχο, να συμμαζευτεί κομ­μάτι. Τον άφησαν ελεύθερο να ξεπορτίζει. για να μην τον κα­κοκαρδίσουν... Εκείνος πάλι. τους ευγνωμονούσε που δεν τον εμπόδιζαν να αλωνίζει, κι έκανε ό,τι μπορούσε για να τους ευχαριστήσει δηλαδή, έκανε την περιοχή κατάμαυρη! Αν και το κεφάλι του ήταν κούφιο, καταλάβαινε πως όσο πιο πολύ πνιγόταν και μαύριζε ο τόπος, τόσο περισσότερο αυξα­νόταν η παραγωγή: αυτοί γέμιζαν τις τσέπες τους με χρήμα­τα και, οι κάτοικοι, τα πλεμόνια τους με κάπνα...
Οι ιδιοκτήτες της βιομηχανίας, άλλωστε, δε ζούσαν σ’ εκείνη την περιοχή ώστε να βασανίζονται, αλλά και τις ώρες που έμεναν στο εργοστάσιο, κάθονταν μέσα στα γραφεία τους, τα οποία, είχαν κλιματισμό...
Οι κάτοικοι υποφέρανε, αλλά δεν διαμαρτύρονταν, μιας και όλοι. -εκτός από τους γέρους και τα παιδιά-, δούλευαν στο  εργοστάσιο, και, ο Καπνοδράκος τους εξασφάλιζε το με­ροκάματο. Θα έμεναν χωρίς δουλειά, αν ο καπνός σταματού­σε να βγαίνει απ' την καμινάδα της βιομηχανίας γιατί ταυτό­χρονα θα σταματούσε κι η παραγωγή της, αφού αυτός ο Δράκος θρεφότανε απ' τη φωτιά, στο καζάνι του καυστήρα της που, λειτουργούσε, για να κατασκευάζονται τα προϊόντα της...
Το γκρίζο σύννεφο σκέπαζε τον ουρανό κι απειλούσε την υγεία των κατοίκων. Ετούτοι, πάλι, είχαν επαναπαυτεί, μιας και υπολόγιζαν ότι βρισκόταν στην περιοχή ολόκληρος πευ­κώνας που τους προστάτευε, προσφέροντας οξυγόνο. Το παιδομάνι. εξάλλου, αυτού συγκεντρωνόταν για παιχνίδι... Το δάσος ήταν μια όαση μέσα στον καπνισμένο τόπο. Είχε πλήθος από πεύκα, κυπαρίσσια, πλατάνια, βελανιδιές κι άλλα άγρια δέντρα καθώς και θάμνους, κι αγριολούλουδα...
Φώλιαζαν εκεί ένα σωρό ζώα, ζωάκια και, πουλιά... Είχε κι έ­να ποταμάκι, να το δροσίζει...
Τα παιδιά δεν άντεχαν να τρώνε τη μουντζούρα και ν' α­ναπνέουν την κάπνα. Κάθε μέρα μαζεύονταν στο δάσος για να γλιτώνουν απ' το Δράκο και. να παίρνουν καθαρό αέρα. Τώρα το καλοκαίρι που δεν είχανε σχολείο, βρίσκονταν ολη­μέρα σ’ αυτή την όαση, η οποία, συνόρευε κιόλας με την Παι­δική Χαρά. Τα πιτσιρίκια, τα συνόδευαν οι γιαγιάδες κι οι παππούδες τους, πήγαιναν κι οι μωρομάνες, με τα βρέφη στα καροτσάκια,.. Τα πεύκα τους προφύλαγαν από το γκρίζο σύννεφο τους έδιναν ζωή.­
Όμως, ορισμένοι απ' τους κατοίκους που έμεναν στη δι­πλανή περιοχή, (στο προάστιο, πέρα απ' τον εργατικό συνοι­κισμό). δεν εκτιμούσαν καθόλου την αξία του δάσους... Με­ρικοί, κόβαν στα μουλωχτά και, λάου-λάου, τα πεύκα απ' τα χωράφια τους, (που αποτελούσαν μέρος του δάσους), ώστε ετούτα να μην έχουν δέντρα, μπας και καταφέρνανε έτσι να ξεγελάσουνε το Νόμο, για να χτίσουν σπίτια άλλοι, για τον ί­διο λόγο. ξερίζωναν στη ζούλα τα βλαστάρια των πεύκων που ξεφύτρωναν στα οικόπεδο τους. τα οποία συνόρευαν με το δάσος κι άλλοι, το ρήμαζαν πετσοκόβοντας, για καυσόξυ­λα, τα κλαδιά των δέντρων...
Αλλά και ορισμένοι κάτοικοι του συνοικισμού δεν εκτι­μούσαν την αξία του… Κάποιοι, παράταγαν αυτού μέσα, για να τα πάρουν οι παλιατζήδες, όσα άχρηστα πράγματα έβγα­ζαν απ’ τα σπίτια τους. Αντί να φροντίζουν, να είναι καθαρό ώστε ν’ αποφύγουν καμιά φωτιά, (αλλά, κι εφόσον έπαιζαν ε­κεί τα παιδιά), του άφηναν ένα σωρό σαβούρα: χαλασμένα στρώματα, παλιές κουζίνες, τρύπια ψυγεία, σπασμένα μικρο-έπιπλα, διαλυμένα χαρτοκιβώτια και, κάμποση χαρτούρα ε­κτός όμως από τα άχρηστα πράγματα, κάποιοι έριχναν και διάφορες πλαστικές σακούλες, από νάιλον, γεμάτες με σκουπίδια· Τις πέταγαν τη νύχτα, στα κρυφά...
Τα παιδιά προσπαθούσαν να μη γίνει ο πευκώνας σκου­πιδότοπος. Μάζευαν κάθε μέρα τις σακούλες και τις πήγαι­ναν στους κάδους απορριμμάτων που βρίσκονταν στους δρό­μους. Συγκέντρωναν ακόμα όσα χαρτόκουτα, εφημερίδες και. περιοδικά έβρισκαν εκεί. Τα έδιναν για ανακύκλωση μα­ζί με όλο το χαρτομάνι που συγκέντρωναν από τα σπίτια τους ώστε να σώζουν έτσι μερικά δέντρα, κάποιου άλλου δάσους, τα οποία προορίζονταν να κοπούν για να γίνουν χαρτί... Μά­ζευαν, κιόλας, από χάμω, το κάθε σπασμένο γυαλί που ήταν αυτού πεταμένο. Ήξεραν όλα τους, για τον κίνδυνο ο οποί­ος απειλούσε τον πευκώνα από τα σκόρπια γυαλιά. Τα με­γαλύτερα παιδιά είχαν πληροφορήσει τα μικρότερα:
- Ετούτα τα σπασμένα μπουκάλια που βλέπετε, είναι πο­λύ επικίνδυνα γιατί μπορεί να λειτουργήσουν σαν φακός, δη­λαδή, υπάρχει φόβος, να τραβήξουν τις αχτίδες του ήλιου, και, να πάρουν φωτιά οι πευκοβελόνες που είναι κάτω απ’ τα γυαλιά.
 ­Ο παιδόκοσμος αγαπούσε το δάσος και κοίταζε να το κα­θαρίζει για να το προστατεύει, προπαντός, από πυρκαγιά. Τώρα το καλοκαίρι, αυτός ο κίνδυνος ήταν ακόμα μεγαλύτε­ρος... Ένα πρωί, κιόλας, κόντεψε να συμβεί το κακό. Ξαφνι­κά άρχισαν να καίγονται κάτι ξερόχορτο. στο δρομάκι έξω απ' τον πευκώνα. Ίσως, κανένας άμυαλος περαστικός, να είχε πετάξει αναμμένο τσιγάρο...
Ευτυχώς, εκείνη την ώρα ερχόταν το παιδολόγι και πρόλαβε το κακό. Έριξαν νερό απ' τα παγούρια τους πάνω στη φλό­γα, τη χτύπησαν με κλαδιά, ώσπου την έσβησαν και, σκέπα­σαν τη στάχτη με χώμα. Τα πεύκα βούιζαν δυνατά:
- Παραλίγο ν’ αρπάξουμε φωτιά! Τα ζώα βγήκαν απ’ τις κρυψώνες τους. Μαζεύτηκαν εκεί γύρω και τα πουλιά...
- Αν καιγόταν το δάσος δε θα μπορούσαμε να ξεφύγου­με, γιατί περπατάμε αργά-αργά, κουβαλώντας η καθεμιά και το σπίτι της, γρύλιζαν τρομαγμένες οι χελώνες.
- Ούτε κι εμείς θα γλιτώναμε αφού είμαστε αργοκίνητοι! Βαδίζουμε αργά-αργά, φορτωμένοι με τ’ αγκάθια που έχουμε στην πλάτη, για όπλα, γρύλιζαν κι οι σκαντζόχοιροι.
- Σάμπως, θα σωζόμασταν εμείς, που θα το βάζαμε στα πόδια; πετάχτηκαν καρδιοχτυπώντας οι λαγοί. Μόλις βγαίνα­με στους δρόμους θα μας ζαβλάκωνε ο Δράκος με την καπνίλα του και, θα κουτουλάγαμε στα ποδάρια των ανθρώπων. Τότε κάποιοι θα μας άρπαζαν για να μας πάρουν την γούνα, και. για να μας ψήσουν στην κατσαρόλα! θα μας έκαναν στιφάδο!
- Κι εμείς θα ζαβλακωνόμασταν στους δρόμους και, δε θα τη γλιτώναμε! Κάποιοι θα μας σκότωναν για να πουλή­σουν τη γούνα μας στους γουναράδες! είπαν τρέμοντας οι αλεπούδες.
Τα πουλιά λαλούσαν φοβισμένα:
- Θα χάναμε τις φωλιές και τ’ αυγά μας!
- Θα χάναμε κι όλα τα νεογέννητα πουλάκια! Δε θα μπο­ρούσαν να πετάξουν και να φύ­γουν!
- Στον τόπο έξω δε θα αντέχα­με να φτερουγίζουμε, θα μας νάρ­κωνε ο Καπνοδράκος...
Τα δέντρα άπλωσαν τα χαμηλό­τερα κλαδιά τους κι αγκάλιασαν το ασκέρι:
- Σας ευχαριστούμε, παιδιά! έ­καναν βουίζοντας  συγκινημένα,
- Σας ευχαριστούμε! Είπαν, -το καθένα με τη φωνή του - κι όλα τα ζώα και τα πουλιά...
Το δάσος δεν υπέφερε μόνο α­πό τα σκουπίδια που το μόλυναν, και τα οποία, μάλιστα, μπορεί να γίνονταν αιτία να ξεσπάσει πυρκα­γιά, αλλά κι από το Δράκο που το τυραννούσε, ρίχνοντας μαύρη σκόνη πάνω στα κλωνιά των δέ­ντρων, Τα βλαστάρια δυσκολεύο­νταν να ξεπεταχτούν. Τα μικρότε­ρα δέντρα πάσχιζαν να κρατήσουν  τις φυλλωσιές τους. Οι θάμνοι α­δυνάτιζαν. Τα αγριολούλουδα ξεθώριαζαν σιγά-σιγά…
Τα ζώα και τα πετούμενα δια­μαρτύρονταν:
- Τρώμε καπνισμένο φαί! Ούτε το νερό που πίνουμε είναι καθαρό καπνιά κολυμπάει στο ποταμάκι!
- Γάνιασαν τα φτερά μας! ξεφώνιζαν τα πουλιά, κι άνοιγαν τις φτερούγες τους σαν βεντάλιες και τις  κινούσαν ρυθμικά για ν’ απομακρύνουν τον καπνό.
- Θόλωσε ο ουρανός! Βουίζανε τα πεύκα και, συνέχεια αναστέναζαν βαθιά, ξεφυσούσαν όλα μαζί παλεύοντας να καθαρίσουν με την ανάσα τους την ατμόσφαιρα...
Μια μέρα, κάτι ξεπεταρούδια, πρότειναν στα άλλα πουλιά:
- Καλύτερα να φύγουμε απ’ αυτό το μέρος και να ‘ρθουν και τα δέντρα μαζί μας!
- Είστε τελείως ανήξερα! τα μάλωσαν οι κουκουβάγιες.
- Εμείς δεν έχουμε φτερά για να πετάξουμε μακριά ούτε μπορούμε να  περπατήσουμε αφού τα πόδια μας είναι ριζωμένα στη γη... έκαναν τα δέντρα βουίζοντας. Όμως  ακόμα κι αν γινότανε να φύγουμε από μόνα μας, πάλι δε θα το κουνούσαμε από δω. Χωρίς εμάς θα πέθαιναν οι κάτοικοι αφού η ανάσα μας τους κρατάει στη ζωή. Εξάλλου, τα κοντά μας βρίσκουν καταφύγιο ...Μονάχα εμείς μπορούμε να πολεμάμε τον Καπνοδράκο.
- Θέλουμε να τον πολεμήσουμε κι εμείς! είπαν  όλα τα πουλιά, - μαζί και τα ανήξερα ξεπεταρόνια -, με μια φωνή.
- Αχ' αναστέναξαν τα πεύκα. Με ποιόν τρόπο, πουλάκια μου;
- Θα φράξουμε την καμινάδα, να μη βγαίνει πια από κει μέσα καπνός! κραύγασαν κουκουβάου-κουκουβάου οι σοφές κουκουβάγιες
- Θα μαζεύουμε πετραδάκια και θα τα ρίχνουμε μέσα στο φουγάρο του! τόνισαν, τσιριτρί-τσιριτρό, τα πονηρά σπουργί­τια.
- Θα του πετάμε κυπαρισσόμηλα και βελανίδια, που βρί­σκονται χάμω ένα σωρό! είπαν τραγουδιστά οι κοκκινολαίμηδες.
- Και τα διαφορά ξερά κλαδάκια! πρόστεσαν. ακόμα πιο τραγουδιστά οι κορυδαλλοί.
- Και τα πεσμένα κουκουνάρια! συμπλήρωσαν τα κοτσύ­φια, με την αστεία φωνή τους; Τακ! Τακ! Τακ! Τακ-τακ-τακ!
- θα κουτσουλάμε κιόλας, συνέχεια, πάνω απ’ το φουγά­ρο του!, τιτίβισαν οι σουσουράδες, κουνώντας πάνω-κάτω τις ουρές τους,
- Κι εμείς το ίδιο θα κάνουμε διαρκώς, αφού έτσι κι αλλιώς είμαστε εδώ. όπως κι όλοι εσείς, χειμώνα-καλοκαίρι. Σίγουρα θα ταπώσει απ' τις κουτσουλιές μας! γέλασαν οι δρυοκολάπτες.
- Εμείς, πάντως, θα το κουτσουλάμε ως το φθινόπωρο, γιατί κατόπι ταξιδεύουμε, εξηγήθηκαν οι πελαργοί, σοβαροί-σοβαροί.
- Αλλά μόλις γυρίσουμε την άνοιξη, θα συνεχίσουμε!, πρόστεσαν με μια φωνή τα χελιδόνια, οι μπεκάτσες, τα ορ­τύκια και, όσα άλλα διαβατάρικα πουλιά βρίσκονταν εκεί...
Την επόμενη, άμα ξημέρωσε, κι ενώ ο Δράκος δεν είχε ακόμα ξυπνήσει, βάλθηκαν όλα τους να μαζεύουν απ' το δά­σος κυπαρισσόμηλα, κουκουνάρια, βελανίδια, ξυλαράκια, πετρίτσες και πετραδάκια τα κουβαλούσαν με τα ράμφη του, φτερούγιζαν πάνω απ' το εργοστάσιο και τα ρίχναν μέσα στην καπνοδόχο του, όπου άφηναν κι από μια κουτσουλιά. Α­μέσως, επιστρέφανε στο δάσος, έπαιρναν πάλι πολεμοφό­δια και, ξαναπήγαιναν να χτυπήσουν τη φωλιά του Δράκου αυτό γινόταν ολοένα όσο εκείνος κοιμόταν...
Ξαφνικά, κάτι σοφίστηκαν οι κουκουβάγιες, για να προ­χωρήσει η δουλειά... Είπαν, λοιπόν, στους πελαργούς:
- Εσείς, είστε κοτζάμ λελέκια: μεγαλόσωμοι, μακρολαίμηδες και, μακροπόδαροι. Έχετε και μακριές μύτες οπότε. μπορείτε να μαζέψετε εκείνες τις σακούλες με τα σκουπίδια που είναι πεταμένες κάτω απ' τα δέντρα, για να τις ρίξετε κι αυτές!
- Θαυμάσια ιδέα! Έτσι, θα το φράξουμε πολύ πιο γρήγο­ρα!, ενθουσιάστηκαν τα λελέκια. Άρχισαν, στη στιγμή, να μα­ζεύουν τις γεμισμένες πλαστικές σακούλες, τις οποίες εί­χαν αφήσει αποβραδίς στο δάσος, κάποιοι... νοικοκυραίοι. Τις άρπαζαν με τις μυτάρες τους. τις κουβάλαγαν ολοταχώς, και, τις πέταγαν μία-μία μέσα στο φουγάρο! Εξαφανίστηκαν όλες στο πι και φι!
- Είδατε με πόση ευκολία σήκωναν τις μπόμπες!, αποθαύμαζαν τα σπουργίτια.
- Οι πελαργοί είναι δυνατά πουλιά. Άλλωστε, άμα ταξι­δεύουν για τις πιο ζεστές χώρες, παίρνουν κάθε λίγο πάνω στην πλάτη και στις φτερούγες τους, τα κουρασμένα και μι­κρά χελιδόνια, να τα ξεκουράζουν, για να μπορούν κι εκείνα ν’ ακολουθούν το κοπάδι τους, εξήγησαν οι κουκουβάγιες, που ήξεραν πολλά..­
Σε λίγο άνοιξε το εργοστάσιο άναψε ο καυστήρας και ξύ­πνησε ο Δράκος για να φάει. -αφού θρεφότανε απ’ τη φωτιά που έκαιγε στο καζάνι του καυστήρα,., Εν τω μεταξύ, οι πλα­στικές σακούλες οι οποίες είχαν κατρακυλήσει εκεί μέσα. καίγονταν στις φλόγες. Έλιωσαν... Έγιναν μια μάζα, λαστιχένιος πολτός και. ο Δράκος, άρχισε να τον καταβροχθίζει... Έπεσε με τα μούτρα στο φαί, Κι έφαγε όλο το λιωμένο λά­στιχο! Καθώς παράφαγε, φούσκωσε και παραφούσκωσε! Έ­γινε ολόκληρος ένα τεράστιο, λαστιχένιο μπαλόνι! Κι όπως πήγε να περάσει μέσα απ' την καπνοδόχο, σφηνώθηκε στη μπούκα της και δε μπορούσε να βγει!
Πολεμούσε να ξεφρακάρει, πολεμούσε ώσπου, τελικά, την γκρέμισε και, ξεμπουκάρισε! Η καμινάδα έπεσε με φοβερό πάταγο στη γη, και, ο Δράκος-μπαλόνι τινάχτηκε στα ύφη, ό­που έμεινε μετέωρος και σαστισμένος... Τότε, φτερούγισαν καταπάνω του. κραυγάζοντας, όλα τα πουλιά, έκαναν τα ράμ­φη τους σπαθιά και βάλθηκαν να τον σπαθίζουν... Αμέσως μετά. ακούστηκε ένα τρομερό "ΜΠΑΜ!!!", Ο Καπνοδράκος έσκασε σαν μπαλόνι, -όπως είχε καταντήσει-, και, σκορπί­στηκε στον ουρανό.. Τον πήρε ο άνεμος και, πάει… ­Οι άνθρωποι γλίτωσαν από την τυραννία. Γλίτωσαν και τα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά. Το δάσος φούντωσε απ' τη χαρά του, γιατί άλλος Καπνοδράκος δε γεννήθηκε στο γειτονικό εργοστάσιο.„ Ο πάταγος απ' το φουγάρο που γκρεμίστηκε και το "Μπαμ!" απ' το Δράκο-μπαλόνι που έσκασε, έφτασε στα αφτιά του Νόμου, ο οποίος και, ανάγκασε μετά τους ιδιο­κτήτες της βιομηχανίας, να βάλουν στην καινούρια καμινάδα φίλτρα και παραφίλτρα. Έτσι, όταν έβγαινε ο καπνός, ήτανε λιγοστός και ξασπρουλιάρης...






Δεν υπάρχουν σχόλια: