Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΤΟΥ 1940

 της Αγγελικής Βαρελλά
Εκείνη τη χρονιά επιτέλους  είχαν αξιωθεί να πά­νε στο πανηγύρι της Τή­νου, τον Δεκαπενταύγου­στο. Η μητέρα του Παύλου το είχε τάξει στην Πανάγια να πάνε να την προσκυνήσουν στη γιορτή της. Πέντε χρονιές συνέχεια  όμως τα πράγματα δεν είχαν έρθει βολικά.
- Πότε το ένα. πότε το άλλο... γκρίνιαζε η μητέρα του. Ο κόσμος να γυρίσει ανάποδα, εγώ θα πάω εφέτος να προσκυνήσω στην Τήνο. Εσείς κάνετε ότι θέλετε. Ελένη, την είχε πειράξει ο πατέρας. Είσαι έ­νας κοινότατος εκβιαστής. Ξέρεις πολύ καλά ό­τι αυτό το σπίτι δεν λειτουργεί χωρίς εσένα. Μη χαλάς λοιπόν τη ζαχαρένια σου και θα σου γίνει το χατίρι.
Θα  κλείσουμε το σπίτι και θα κρεμάσουμε έξω στην πόρτα μια ταμπέλα που να γράφει: «Δεν λειτουργεί, λόγω τάματος!»
Η 14η Αυγούστου τους βρήκε «εν πλω» για το νησί. Χιλιάδες κόσμου πάνω στο κατάστρωμα ανάσαι­ναν μιαν ανάλαφρη ευωδιά που τους καλωσόριζε α­πό το νησί. Μια μυρωδιά από άρωμα λεμονιάς, που γέμιζε τον αέρα σα να ήθελε να τους υπνωτίσει. Ένας ένας κατέβαιναν ήσυχα μέσα στις βαρκούλες που θα τους έβγαζαν στη στεριά. Και οι λεμβούχοι τραβούσαν τα κουπιά, που έσκιζαν τη θάλασσα, υ­ποταγμένα κάτω από τα έμπειρα χέρια τους.
Ο Παύλος αισθανόταν σαν σταυροφόρος. Τόσο πολύ τον είχε επηρεάσει το προσκύνημα ώστε είχε να πιστεύει ότι πάει να ελευθερώσει τους Άγιους Τόπους. Γιατί δεν ήταν μόνο το πάθος της μητέρας του και η ευλάβεια του παππού του, ήταν και οι άνθρωποι οι άλ­λοι που μιλούσαν με δέος, με ταπεινοσύ­νη, που γονάτιζαν με κατάνυξη μουρμουρί­ζοντας προσευχές στην αγαπημένη θεϊκή μορφή, που σκορπά ελπίδες και εγκαρδίωση. Προσπαθούσε να διακρίνει τη μορφή της πάνω από τα κοσμήματα που σκέπαζαν την εικόνα της. Ξεχώριζαν μόνο τα μάτια της, που κοίταζαν με μια παρήγορη γλύκα ανάμικτη με μια απέρα­ντη θλίψη. Μ' ένα μπαμπάκι βουτηγμένο σε ροδό­σταμο την καθάριζε κάθε τόσο η εκκλησάρισσα. Κι ο κόσμος σπρωχνόταν μπροστά της για να προσκυ­νήσει και να προσευχηθεί.
Τη νύχτα την πέρασαν σχεδόν όρθιοι στην παρα­λία της Τήνου. Το πρωί ένα χρωματιστό πλήθος εί­χε γεμίσει τα πεζοδρόμια, τα καφενεία της προκυ­μαίας και το δρόμο που οδηγούσε στην εκκλησιά. Όλη αυτή η πολύβουη μάζα περίμενε την ώρα της λιτανείας. Άρρωστοι και ανήμποροι είχαν παρατα­χτεί στο δρόμο με την ελπίδα στα μάτια. Μια γριού­λα δίπλα τους μονολογούσε: «Εσύ που είσαι μάνα, νιώσε τον πόνο μου, κάνε καλά το παιδί μου!»
Εκεί στο λιμενοβραχίονα βρισκόταν η ΕΛΛΗ, το καλύτερο καταδρομικό του ελληνικού πολεμικού ναυτικού για να αποδώσει τιμές, Ο πατέρας εξηγού­σε στον Παύλο πως ήταν το καλύτερο γιατί μπο­ρούσε να ποντίσει 110 νάρκες, είχε δυο αντιαεροπορικά πολυβόλα, τρία πυροβόλα, δύο ταχυβόλα και δύο τορπιλοσωλήνες.
Ο Παύλος τον άκουγε με θαυμασμό, με ανοιχτό το στό­μα.                    
 - Είπαμε να με θαυμάζεις για τις γνώσεις μου, χαμογέλασε ο πατέρας του, αλλά αν δεν κλείσεις το στόμα σου. θα καταπιείς καμιά μύγα.
Ξαφνικά...
Έτσι εντελώς ξαφνικό, στις οκτώ και μισή ακούστηκα απίθανος κράτος που τράνταξε συθέμελα το νησί. Σαν να έγινε σεισμός. Τόσο γρήγορα έγιναν όλα ώστε κανείς δεν σκέφτηκε, ότι μπορούσε να είναι τορπιλισμός.
Όπως κοίταζαν με θαυμασμό την ΕΛΛΗ, είδαν, συγχρόνως με τον κρότο, να πετιούνται από το κατάστρωμα της άνθρωποι και να τινάζονται στη θάλασσα σε μεγάλη απόσταση: Πριν προλάβουν, να πουν λέξη, ένας δεύτε­ρος δαιμονικός κρότος ξεσήκωσε κάτι πελώριες υ­δάτινες στήλες.
Τα νερά έφτασαν ως εκεί που βρίσκονταν. Ο κόσμος στρίγγλιζε, ο πατέρας έσφιγγε απορημένος τον Παύλο στην αγκαλιά του, η μητέρα είχε βουβαθεί. Κι ύστερα μια τρίτη και τελευταία έκρηξη! Η πόλη σεί­στηκε. Οι πέτρες τινάζονταν προς όλες τις κατευ­θύνσεις. Έπεσαν κάτω βάζοντας αυθόρμητα τα χέ­ρια πάνω στα κεφάλια τους. Επακολούθησε πανικός. Το πανικοβλημένο πλήθος προσπαθούσε να σωθεί τρέχοντας προς τους αγρούς. Ο ένας σκουντουφλούσε πάνω στον άλλον, άλλοι μπερδεύονταν στις καρέκλες, αναποδογύριζαν τα τραπέζια κι έπε­φταν. Ο χώρος γέμισε σπασμένα ποτήρια, γυαλιά και αίματα. Η φωτιά που είχε απλωθεί πάνω στο πλοίο έφερε σύννεφα καπνού στη προκυμαία. Ο παππούς του Παύλου με αγριεμένα μάτια δεν μπορούσε ν' αποσπάσει το βλέμμα του από το καταδρομικό. Οι βαρκάρηδες είχαν αρχίσει κιόλας να κωπηλατούν προς τα εκεί για να δώσουν βοήθεια.
- Κάτι έγινε στο πλοίο, έλεγαν με άχρωμη φωνή. Δέ­νουν ρυμουλκά για να το σύρουν.
Παρακολουθούσαν βουβοί τα τρεχάματα και τη φασαρία. Τα ρυμουλκά έφτασαν αργά. Τα σκοινιά έ­σπασαν. Δεν γινόταν πια τίποτα. Το πλοίο ήταν ξεγραμμένο. Οι άντρες έφευγαν από το σκάφος με βάρ­κες. Ύστερα έγινε κάποια φασαρία.  Κάποιον τρα­βούσαν από μέσα που δεν ήθελε να βγει.
- Θα είναι ο καπετάνιος, είπε ο παππούς.
Σε λίγη ώρα εκείνο το κομψό, σημαιοστολισμένο πλοίο είχε σκεπαστεί από τα ταραγμένα νερά της θάλασσας, που δέχτηκε με απορία εκείνο το ναυάγιο. Μόνο η ελληνική σημαία στον πιο ψηλό ιστό του ναυαγισμένου πλοίου κατάφερε να επι­πλεύσει σαν γαλανόλευκο πουλί.
Τότε γύρισαν να δουν ολό­γυρα τους. Η φρίκη και η αγωνία πλανιόταν σ' όλα τα πρόσωπα. Οι κα­τάκοιτοι κουνούσαν τα χέρια ζητώ­ντας βοήθεια από τους τρομαγμένους διαβάτες που έτρεχαν χωρίς να ξέρουν  που πάνε. Οι τυφλοί είχαν ακούσει το θόρυβο μα δεν μπορούσαν να δουν τι συμβαίνει. Οι κουφοί εί­δαν τη φασαρία, μα δεν άκουσαν τους κρότους. Οι μουγγοί είδαν και άκουσαν μα δεν μπορούσαν να μι­λήσουν και οι παράλυτοι δεν μπορούσαν να κινη­θούν.
Στις έντεκα και μισή όλοι πια έμαθαν ότι το πλοί­ο είχε τορπιλιστεί. Πόση ώρα είχε περάσει από τη στιγμή που το έδειχνε ο πατέρας στον Παύλο; «Να το καταδρομικό μας, η ΕΛΛΗ. Το καλύτερο καταδρο­μικό του πολεμικού μας ναυτικού. Μπορεί να ποντί­σει 118 νάρκες. Έχει τρία πυροβόλα... Αν δεν κλεί­σεις το στόμα σου, θα καταπιείς καμιά μύγα...»
Σιγά σιγά η ησυχία αποκαταστάθηκε και η λιτα­νεία έγινε. Μετά από το τραγικό επεισόδιο η συγκί­νηση ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του κόσμου. Στο ναό, στο προαύλιο, στο δρόμο, ο κόσμος δεό­ταν. «Υπέρ ειρήνης του σύμπαντος κόσμου...» έψελ­νε ο μητροπολίτης.
Κατά το απόγευμα ξεκινήσανε για την Αθήνα. Πέντε επιβατικά πλοία είχαν σχηματίσει μια νηοπο­μπή, που τη συνόδευαν δυο αντιτορπιλικά. Κανείς δεν είχε διάθεση για κουβέντα, και το πέλαγος, έτσι τους φάνηκε, είχε μια πολεμική όψη, καθώς οι προ­βολείς ερευνούσαν και φώτιζαν το σκοτάδι που ερ­χόταν βιαστικά.
Έτσι τέλειωσε το πανηγύρι του Δεκαπενταύγου­στου και εκπληρώθηκε το τάμα της μητέρας.
Την άλλη μέρα οι εφημερίδες εξαντλήθηκαν α­μέσως. Ήταν γεμάτες με φωτογραφίες της ΕΛΛΗΣ και των τραυματισμένων ναυτών. Έγραφαν για τα ά­τιμα χέρια που σκόρπισαν στη γιορτή της Παναγιάς τόσο αθώο αίμα. Μέσα στις κουβέντες των μεγάλων η λέξη «ποιος» και η λέξη «γιατί» έμεναν αναπάντη­τες. Μια αγανάκτηση κι ένα συγκρατημένο πείσμα δημιουργούσε ένα κλίμα προετοιμασίας. Όπως στο βαρέλι βράζει το καινούριο κρασί, μέσα στις ψυχές έβραζε η ιδέα του πολέμου. Ο πόλεμος τους είχε συνεπάρει στο ρεύμα του. Ο δολοφόνος που κτύπη­σε την ΕΛΛΗ ήταν σίγουρο πως θα ξαναχτυπούσε. Έπρεπε να είναι όλοι έτοιμοι για τη μεγάλη ώρα.
Στις 28 Οκτωβρίου του 1940 οι Ιταλοί κήρυξαν τον πόλεμο στην Ελλάδα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: