Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

ΒΕΡΟΙΑ: ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

Φόβος — πείνα — τρομοκρατία — θάνατος — Κατοχή. Η κυκλοφο­ρία στους δρόμους από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου. Οι τύραννοι φοβούνται το φως. Ωστόσο ο λαός αντιστέκεται με κάθε τρόπο και με πρωτοπορία τα νιάτα.
Αυτά τα υπέροχα νιάτα της ανεπανάληπτης ελληνικής ιστορίας τα νιά­τα της τριπλής κατοχής που δεν λογάριαζαν τη ζωή τους αλλά την έδιναν για την κατάχτηση του ύπατου αγαθού, της λευτεριάς.
Αλλά και την ημέρα να κυκλοφορούσε κανένας πάλι με λαχτάρα και τρό­μο πήγαινε στο δρόμο γιατί οι σκληροί Γερμανοί Πεταλάδες της Γκεστάπο σ' άρπαζαν αμέσως για αγγαρεία και σε δύσκολες περιπτώσεις κατ' ευθεία στο κάτεργο του αεροδρομίου του Πλατύ.
Κόσμος και κοσμάκης κουβαλήθηκε απ' τους Γερμανούς στο αεροδρόμιο του Πλατύ αλλά κι' εκεί το αντιστασιακό δαιμόνιο του Έλληνα έκανε το θαύ­μα του.
Οι επιστρατευμένοι εργάτες, που κουβαλούσαν ασταμάτητα πέτρες και χώματα με καρρέτες και καροτσάκια ανακάλυψαν έναν σούπερ - χαΐνη τον Πέτρο που ώσπου να σηκώσει το ένα το ποδάρι του το άλλο βρωμούσε.
Μισή μέρα να κουβαλήσει ένα καρότσι με χώμα. Τον έβαζαν λοιπόν όλοι στην αρχή της φάλαγγας και το έργο πήγαινε με τον ίδιο ρυθμό. Ώσπου ο Γερμανός Φρούραρχος αγανάχτησε μια μέρα με την απόδοση της αγγαρείας και είπε θυμοσοφικά: ώσπου να τελειώσετε το αεροδρόμιο με το ρυθμό που δουλεύετε θα μας βρει ο άλλος πόλεμος. Μπράβο Πέτρο!
Απ' την άλλη μεριά οι μισθοφόροι συνεργάτες ξεπερνώντας τ' αφεντι­κά τους, τρομοκρατούσαν κι' έδερναν αναίτια τους πεινασμένους πολίτες. Για­τί κοιτάς έτσι; γιατί έχεις τα χέρια σου στις τσέπες; Και δώστου χαστούκια και κλωτσιές.
Οι νεολαίοι σκιές μέσα στο σκοτάδι γυρνούσαν όλη τη νύχτα και μ' ένα μπουγέλο μπογιά κι' έναν πινέλο έγραφαν στους τοίχους της πολιτείας τα συνθήματα της λευτεριάς που ζωντάνευαν και ατσάλωναν τον υπόδουλο λαό.
Εκείνο το ζεστό δειλινό του Ιούλη κυκλοφόρησε η διάδοση ότι οι Γερ­μανοί και οι συνεργάτες τους θα έκαναν συλλήψεις. Ποιους θα έπιαναν;
Τους ζωηρούς, και τους άταχτους και μπορεί να τους οδηγούσαν στα μακρινά στρατόπεδα της Γερμανίας.
Τρέχω στο σπίτι και λέω στη μάνα μου.
-          Απόψε θα φύγω έξω γιατί θα γίνουν συλλήψεις.
-          Καλά γιε μου περίμενε να σου κάνω μια φουρνιτάρα και λίγο τυρί και το νου σου. Με ποιον θα πας;
-          Με το Θύμιο (ένα συμμαθητή μου ένα κεφάλι πιο ψηλό από μένα)
-          Το νου σας! να φύγετε σαν μουργκίσει να μη σας δει κανένα κακό μάτι,
-          Καλά μάνα.
Φιληθήκαμε — ποιος ξέρει θα μας βρει η αυριανή μέρα — έβαλα τη φουρνιτάρα και το τυρί στη φόδρα του σακακιού μου, και ανηφόρισα από τα στενά να δρω το φίλο και συμμαθητή μου Θύμιο και να φύγουμε στο βουνό για τον φόβο των Ιουδαίων.
Μόλις έπεσε η νύχτα καλά γλιστρήσαμε πέρα απ' το ποτάμι, κι' ανη­φορίζαμε σιγά-σιγά για τον Προφήτη Ηλία. Νοιώθαμε της λευτεριάς ανάσα και της όμορφης άστρινης ποδιάς τ' ουρανού το χρυσό λαμπύρισμα.
Βαδίζαμε αργά-αργά και μιλούσαμε χαμηλόφωνα κάνοντας προβλέψεις για τις συλλήψεις και ποιον γράφει η μοίρα του απόψε κι' αύριο. Και λέγε-λέγε κοντοζυγώσαμε στον Αϊ-Λια. Ξαφνικά μέσα στη  νύχτα εκατό μέτρα πί­σω μας ακούμε ένα τρομαχτικό Αλτ! Κόκαλο εμείς στη μέση του δρόμου και μια Γερμανική περίπολος με τ' αυτόματα έρχεται κατά πάνω μας.
— Θύμιο λέω την πατήσαμε. Αλλά ο θεός με φώτισε και συνεχίζω. Αριστερά του δρόμου κάπου είκοσι μέτρα ήταν το αμπέλι του Λάκη.
Λέω αν μας ρωτήσουν τι δουλειά έχουμε τέτοια ώρα κατά δω θα πούμε πως ήρθαμε να φυλάξουμε το αμπέλι γιατί περνούν αγωγιάτες και ξυλοφόροι και κλέβουν σταφύλια. Κι αν πάλι μας πουν πως τα σταφύλια τον Ιού­λιο δεν ωριμάζουν εμείς θα πούμε είναι πρώιμα.
Η περίπολος — δέκα Γερμανοί στρατιώτες κι' ένας διερμηνέας ο μακα­ρίτης Γιώργος Δουλγερίδης, (που γλύτωσε πολύ κόσμο από τους Γερμα­νούς) μας ζύγωσαν. Μας έκαναν έρευνα και το μόνο όπλο μας ήταν η ζεστή φουρνιτάρα και το τυρί που τα λιμπίστηκε ο Γερμανός διμοιρίτης και την έκοψε στα δύο.
— Τι δουλειά έχετε τέτοια ώρα εδώ ψηλά;
— Το και το όπως είχαμε συνεννοηθεί κι' ο καλός διερμηνέας να μετα­φράζει κατά λέξη και κάθε τόσο να λέει στον επί' κεφαλής Γερμανό: τους ξέρω εγώ είναι πολύ καλά παιδιά και φρόνιμα (φτύσε τον κόρφο σου).
Να μην τα πολυλογούμε οι Γερμανοί πείστηκαν ότι ήρθαμε να φυλάξου­με το ξένο το αμπέλι κι' αφού μας έκαναν σύσταση άλλη φορά να ερχόμαστε μέρα για φύλαγμα μας άφησαν να συνεχίσουμε το δρόμο μας.
Αυτοί πήραν την κατηφοριά. Ουφ! ανασάναμε! Τύχη βουνό, που ήταν εκεί ο Γιώργης ο διερμηνέας. Αλλιώς η μοίρα μας θα ήταν του θανατά.
Ξαφνικά οι Γερμανοί ξαναγυρίζουν τρέχοντας κοντά μας. Τώρα σκέ­φτηκα δεν τη γλυτώνουμε. Μας ρωτάει ο διερμηνέας αν είδαμε ένα καραβάνι με δέκα μουλάρια. Αυτά ψάχνουμε γιατί είναι φορτωμένα με όπλα από τα Πιερία για το Βέρμιο.
- Όχι εμείς δεν είδαμε τίποτα.
Ποιος ξέρει πόσες προσευχές έκαναν οι μάνες μας τούτη τη νύχτα και γλιτώσαμε. Ανεβήκαμε ψηλά στο διάσελο και κάναμε γιατάκι κάτω από ένα ψηλό φτελιάδι καπνίζοντας και μιλώντας για τη νυχτερινή μας περιπέτεια.
Ζαρώσαμε και περιμέναμε να ξημερώσει να μάθουμε τα νέα. Ξαφνικά κάτι βήματα ακούγονται πίσω μας. Ήρθαν κοντά μας δυο αντάρτες και μας ρωτούν:
-          Μήπως είδατε κάτι μουλάρια να κάνουν κατά δω;
-           Όχι τους λέω, προδόθηκε ο δρόμος και τα όπλα τα πέρασαν απ’ την Μπομπόλη.
-          Γεια σας ! γεια σας! Κι άμα δείτε τα σκούρα να εδώ πιο πάνω είμαστε.
Από τις χίλιες μέρες και νύχτες  αγωνίας και φόβου μέσα στα πικρά χρόνια της κατοχής ήταν κι αυτή που ακόμα πιο πολύ μας ατσάλωνε το φρόνημα για τη λευτεριά.

ΒΕΡΟΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ
ΣΤΕΛΙΟΥ ΣΒΑΡΝΟΠΟΥΛΟΥ
ΒΕΡΟΙΑ 1985

Δεν υπάρχουν σχόλια: