Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Μέρες πολέμου.



.
της Αγγελικής Βαρελλά
Κάθε φορά, στις 28 Οκτωβρίου, με ζώ­νουν οι αναμνήσεις. Μικρό παιδί τότε κι εγώ τρόμαζε με τον άγριο ήχο της σει­ρήνας κι έτρεχα μαζί με τους άλλους στο καταφύγιο.

Ο πρώτος συναγερμός ήταν πολύ σύντομος, δεν πρόλαβα ούτε να τρομάζω. Έγινε ένα πρωινό λίγες μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου. Κείνη την ώρα βρέθηκε κι ο κυρ Σταμάτης στο δρόμο, ο μανάβης, με φορτωμένο κοφίνια το γαϊδουράκι του. Μόλις άκουσε τις σειρήνες, άρχισε να διαλαλεί:
"Πατάτες απ' την Τρίπολη! Ντομάτες για τους Ι­ταλούς!"
- Κρύψου, κυρ Σταμάτη. Θα φας καμιά αδέσποτη, του φώναζαν.
- Πού να κρυφτώ; κλαψούριζε εκείνος. Μπορώ ν' αφήσω μόνο του το έρμο το ζωντανό; Η πρέ­πει να καθίσω μαζί του να του κάνω παρέα ή να το πάρω κι εκείνο στο υπόγειο. Αλλά, βλέπεις, τα καταφύγια δεν προέβλεψαν τίποτε για τα γαϊδουράκια.
Κι έμεινε έξω να φωνάζει: "Πατάτες απ' την Τρίπολη! Ντομάτες για τους Ιταλούς!"
Κατεβαίναμε τρέχοντας τις σκάλες του υπογεί­ου. Η κυρία Χρυσούλα μας υποδεχόταν πάντα με χαμόγελο. Μα ήτανε πολύ στενόχωρα στο υπό­γειο της. Φουφούδες, μπακίρια, νεροκολοκύθες, ξύλα, μια πολυθρόνα με τρία πόδια, ένα παλιό ντιβάνι, σκάφες. Και ναι μεν οι σκάφες μας φά­νηκαν πολύ χρήσιμες γιατί βάζαμε τα μωρά να κοιμηθούν μέσα, αλλά τα μπακίρια και τα τεντζερέδια ήταν πολύ ενοχλητικά, ιδίως όταν έπεφταν στο κεφάλι μας.
Σαν να το είχα τάμα. Μόλις κλεινόμασταν στο καταφύγιο άρχιζε να γουργουρίζει η κοιλιά μου. Ήθελα να φάω.
- Πεινάω, θέλω ψωμί με βούτυρο!
- Μήπως θέλεις φασιανό; με πείραζαν
- Δώστε της, καλέ, να φάει κανένα μανταλάκι!
Συνήθως, μέσο στην παραζάλη μας, ξεχνού­σαμε να βοηθήσουμε την κυρία Σοφία, μια ηλι­κιωμένη γυναίκα, που έμενε στη γωνιά του δρό­μου. Ξεκινούσε λοιπόν κούτσα-κούτσα να έρθει στο καταφύγιο, μα τις περισσότερες φορές ερχόταν όταν τελείωνε ο συ­ναγερμός κι εμείς βγαίναμε ένας ένας από το  υπόγειο σαν τους τυφλοπόντικες.
- Πού πάτε; Ρωτούσε κατάπληκτη. Έχουμε συναγερμό. Θα σας πιάσει ο αστυφύλακας.
Αυτά συνέβαιναν  τον πρώτο καιρό που ήμασταν επιφυλακτικοί. Διαβάζαμε τόσα πολλά για τις αεροπορικές επι­δρομές του Λονδίνου και του Βερολίνου ώστε τα είχαμε χαμένα. Μα, ευτυχώς για μας, οι Ιταλοί α­εροπόροι δεν ήταν και πολύ επιδέξιοι στο σημά­δι και ο φόβος, ο τρελός φόβος, μας πέρασε. Πη­γαίναμε στα καταφύγια μόνο και μόνο για να συμμορφωθούμε με τα παραγγέλματα της παθητικής αεράμυνας.
Σίγα σιγά συνηθίσαμε και τους συναγερμούς. Ανάβαμε σπαρματσέτα για να φέγγει στα σκοτει­νά και λέγαμε χωρατά κι αστεία ο ένας στο άλ­λον. Οι γυναίκες έπαιρναν μαζί τα πλεκτά τους κι εμείς τα παιδιά παίζαμε ντάμα και τόμπολα.
Εκεί στο καταφύγιο μου έμαθε η κυρία Σοφία να πλέκω. Μ' έμαθε να Βάζω τις βελόνες κάτω α­πό τη μασχάλη κι άρχιζε το μάθημα.
- Τώρα κάνουμε ένα μικρό πόντο και τον περ­νάμε στην αριστερή βελόνα. Πάρε τώρα τη δεξιά βελόνα. Πέρασε την στον μικρό πόντο της αρι­στερής, ρίξε λίγο μαλλάκι και κάνε ένα καινούριο πόντο. Μπράβο , Αγγελική.
Με τα τόσα μπράβο που εισέπραττα νόμιζα πως ήμουν η μεγαλύτερη πλέκτρα της εποχής. Ε­πιδόθηκα με μανία στην καινούρια τέχνη, έμαθα την "κάλτσα", έμαθα το "λάστιχο", και σιγά σιγά ό­λων των λογιών τις πλέξεις, για να στέλνουμε πλεκτά στο μέτωπο, στους στρατιώτες που πάγω­ναν από το κρύο.
Οι πιο μεγάλοι συζητούσαν για τις εξελίξεις του πολέμου. Έλεγαν ηρωικά επεισόδια από τους παλιούς πολέμους, μα φαίνεται, πως ποτέ μέχρι τότε, δεν είχε ανάψει τέτοια φλόγα, ποτέ δεν υ­πήρχε τέτοια έκρηξη ενθουσιασμού.
Βέβαια στο υπόγειο της κυρίας Χρυσούλας γί­νονταν και μερικοί καβγάδες. Όπως, ας πούμε, του Μίμη που του είχε κολλήσει έμμονη ιδέα να πάει εθελοντής. Καβγάς με τη μητέρα του.
- Όλοι κάτι κάνουν σήμερα. Μόνο εγώ κάθομαι εδώ πέρα και χαζεύω.
Η μάνα του σταυροκοπιόταν.
- Πού θέλεις να πας, παιδάκι μου; Δεκάξι χρο­νών είσαι ακόμα. Εσύ δεν ξέρεις να δένεις ούτε τη γραβάτα σου!
- Σάμπως θα φοράω γραβάτα στον πόλεμο, κα­λέ μάνα; της απαντούσε χολωμένος.
- Είσαι μικρός, άμυαλος, επέμενε εκείνη. Μέχρι χτες έπαιζες αμπάριζα στη γειτονιά, τι σ' έπιασε ξαφνικά και θέλεις να παραστήσεις τον ήρωα;
Η μάνα του δεν μπορούσε να καταλάβει την αλλαγή που έγινε στο γιο της, με τα γεγονότα του πολέμου που ζούσαμε. Κι ένας άλλος γείτονας το ίδιο. Ο γιος του ήταν στο μέτωπο, πολεμούσε.
- Λιποθυμούσε όταν έβλεπε αίμα, απορούσε ο πα­τέρας. Και τώρα, πριν λίγες μέρες με φώναξαν στο Υπουργείο για να με συγχαρούν για ένα αν­δραγάθημα του. "Μήπως κάνετε λάθος;
- Δεν κά­νουμε λάθος κύριε Διαμαντόπουλε. Για το παιδί σας πρόκειται. Αυτός είναι και όχι άλλος. Σας διαφεύγει το γεγονός ότι ο γιος σας βρέθηκε μπροστά σε "ειδικές" περιστάσεις και προσπάθησε να σταθεί  στο ύψος του,  να ξεπεράσει τον εαυτό του!".
Έτσι ήταν. Όλοι τότε είχαμε αλλάξει και βάζαμε τα δυνατά μας να σταθούμε άξιοι στις δύσκολες ώρες που περνούσαμε. Αυτό δεν μας εμπόδιζε, επειδή νικούσαμε, να έχουμε ένα σπάνιο κέφι και να τραγουδούμε μέσα στα υπόγεια των συνα­γερμών και στους δρόμους τα τραγούδια της Βέ­μπο.
Βάζει ο Ντούσε τη στολή του και τη σκούφια την ψηλή του. μ' όλα τα φτερά. Και μια νύχτα με φεγγάρι, την Ελλάδα πάει να πάρει. Βρε το φουκαρά!
Όλα τα παιδιά κάναμε τότε λεξιγρίφους και λογοπαίγνια. Ήταν πολύ της μόδας. Την Ιταλία τη γράφαμε ΗΤΤΑ-ΛΕΙΑ. Και ρωτούσαμε ο ένας τον άλλον:
- Τι παθαίνουν οι Ιταλοί επειδή δεν έχει αιθρία;
- Πανωλ-αιθρία!
- Πώς κατάντησαν οι αρχαίοι Ρωμαίοι;
- Δρομαιοι!
Και φυσικά φορούσαμε στο πέτο τσολιαδάκια. Ήταν το σύμβολο του θάρρους και της νίκης. Και διασκεδάζαμε με τις παρωδίες που κυκλοφορού­σαν πάνω στο σκοπό του τραγουδιού, όπως μ' αυτή του Σώτου Πετρά:
Ιέν δυο, ιέν δυο
Φουστανέλα, τσαρούχι, φούντα φέσ’
Καμάρ, λιβιντιά, περηφάνια
Στης Πίνδου ψηλά τις κορφές.

Ιέν δυο, ιέν δυο
κι αμέσους με μια κλουτσά,
 πιτάξαμε τους Ιταλιάνους
κι μπήκαμε στην Κορυτσά.
Ιγώ είμ' ϊγώ
ευζουνακι γοργό
που οι Ιταλοί σαν βγουν μπροστά μου,
ιευθύς μπουρει, ιγω αυθωρεί
να φταρνιστώ να πέσουν χάμου!
Μέρες πολέμου αξέχαστες......



Δεν υπάρχουν σχόλια: