Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Β... όπως βελανιδιά



(από το βιβλίο "Το αλφαβητάρι της φύσης" της Μαρίας Φραγκιά, ζωγραφιές Μάρω Αλεξάνδρου)

Μια φορά κι έναν καιρό, στην άκρη ενός πυκνού δάσους, μέτραγε τις μέρες μια γέρικη βελανιδιά, που είχε πάνω της ένα μονάκριβο βελανίδι.
Ήταν στ’  αλήθεια πολύ γριά, πάνω από εκατό χρονών, γι' αυτό όλοι στο δάσος τη σεβόντουσαν πολύ. Κάθε πρωί που έβγαινε ο ήλιος, πρώτη εκείνη χάιδευε και μετά όλα τ' άλλα δέντρα. Πρώτα αυτή μύρωνε ο ζέφυρος κι ο νοτιάς πρώτα τα  δικά της κλαδιά χουχούλιαζε για να ζεσταθούν. Σ' εκείνη τη γωνιά του δάσους, το χιόνι κι ο βοριάς καμώνονταν πως ξέχναγαν να πάνε το χειμώνα.
Κανένα ζώο δε διανοήθηκε να ξύσει τα νύχια του στο στριφτό κορμό της ή να ταλαιπωρήσει με το βάρος του τα γέρικα κλαδιά της, ανεβαίνοντας επάνω για να κοιμηθεί. Κανένα πουλί δεν τάραζε ποτέ με το κελάηδημα του το μεσημεριανό της ύπνο κι όταν η νύχτα άπλωνε στοργικά το μαύρο σιωπηλό της πέπλο, όλα τα πλάσματα του δάσους λέγανε πριν να παραδοθούν στην αγκαλιά του ύπνου: "Καληνύχτα κυρία Περσεφόνη!". «Καληνύχτα, την ευχή μου να έχετε!», τους αντιγύριζε η βελανιδιά μεγαλόπρεπη κι ευχαριστημένη πριν να  κλείσει και τα δικά της μάτια.
Έτσι ήρεμα και γλυκά κυλούσε ο χρόνος: η άνοιξη με τις μοσκοβολιές της, το καλοκαίρι με τις κάψες του, το φθινόπωρο με τις βροχούλες, ο χειμώνας
-με τα παγοκρύσταλλα και πάλι από την αρχή... Μα ένα πρωί έγινε κάτι  φοβερό: η κυρία  Περσεφόνη δεν ξύπνησε! Στεκόταν βέβαια εκεί, στη θέση της, μα ούτε καλημέρα έλεγε, ούτε κουνιόταν, ούτε σάλευε. Είχε πεθάνει στον ύπνο της, ήρεμα και ειρηνικά, και δε θα ξαναξυπνούσε πια. Τα δέντρα, βλέπετε, πεθαίνουν  πάντα όρθια...
Μαζεύτηκαν γύρω της όλοι και την κοιτούσαν κλαίγοντας βουβά. Ένιωθαν μόνοι, πικραμένοι αλλά και λίγο θυμωμένοι: γιατί; Γιατί ο θεός πήρε την κυρία Περσεφόνη από τη ζωή; Ήταν τόσο καλή και γλυκιά, τόσο αγαπημένη... Γιατί ο θεός πήρε τη ΔΙΚΙΑ τους Περσεφόνη; Τέτοια θυμωμένα μουρμουρητά άρχισαν ν' ακούγονται, στην αρχή λίγα, ύστερα πιο πολλά.            |
Πήρε ο αέρας το παράπονο και το πήγε στο θεό. Τότε Εκείνος φώναξε ένα αγγελάκι, του ψιθύρισε κάτι στ' αυτί κι εκείνο δίνει μια και κατεβαίνει στο δάσος, στη σύναξη των ζώων και των πουλιών γύρω από το κουφάρι της βελανι­διάς. Στάθηκε εκεί, ανάμεσα τους, χαμογελώντας τρυφερά: "Γιατί κλαίτε; Ο θεός δεν είναι ούτε άδικος, ούτε κακός. Η κυρία Περσεφόνη ήταν πολύ γριά και κουρασμένη. Τώρα είναι στον Παράδεισο, σ' ένα μεγάλο κήπο με αιώνιο φως και μουσική και δεν πονάει πια, ούτε κρυώνει, αλλά ξανάγινε πάλι νέα και δυνατή!" Όλοι σκύψαν ντροπιασμένοι το κεφάλι. "Χμ! χμ!" ξερόβηξε η σοφή κουκουβάγια, για να καθαρίσει το λαιμό της, "Καλά τα λες, χρυσό μου, αλλά σκέψου κι εμάς. Την αγαπούσαμε πολύ, έφυγε από κοντά μας τόσο απρόσμενα, που δεν μπορούμε να χωνέψουμε πως μας άφησε μόνους...". "Μόνους; Δε νομίζω...", χαμογέλασε πονηρά το αγγελάκι και τους έδειξε με τη φτερούγα του κάτι στο χώμα δίπλα του. Τέντωσαν όλοι το λαιμό τους και... εκεί, ανάμεσα στις γέρικες ρίζες της κυρίας Περσεφόνης, πρασίνιζε δειλά ένα λιανό φυλλαράκι, ένα φυλλαράκι βελανιδιάς!
"Να το φροντίζετε, είναι το εγγονάκι της", ψιθύρισε συγκινημένος ο άγγε­λος. "Χτες το βράδυ φύτεψε το μονάκριβο της βελανίδι, για να μεγαλώσει ι εδώ, στην ίδια θέση. Και μην ξεχνάτε: κανένας δεν πεθαίνει αληθινά, όσο αυ­τοί που τον αγαπούν τον θυμούνται!". Έτσι είπε ο άγγελος και πέταξε γρήγο­ρα πίσω, στον ουρανό. Κι οι άγγελοι δε λένε ποτέ ψέματα! ...

Δεν υπάρχουν σχόλια: