Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

ΜΑΧΗ ΣΥΝΑΧΙ



Η ΜΑΧΗ ΣΥΝΑΧΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΦΙΛΤΡΟ
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μακρινό πύργο ζούσε μια μάγισσα , που την έλεγαν Μάχη   Συνάχι. Κανένας δεν την αγαπούσε, γιατί όλοι νόμιζαν ότι είναι κακιά και γρουσούζα.
Καθόταν στο παράθυρο κι έβλεπε τα παιδιά να παίζουν στην παιδική χαρά, στις αυλές και στους κήπους. Όμως αυτήν δεν την παίζανε, γιατί ήταν πάντα συναχωμένη και κρυωμένη.
Σκέφτηκε τότε να τους κολλήσει όλους συνάχι για να τους κάνει να καταλάβουν τι περνάει τόσο καιρό. Τότε έφτιαξε ένα μαγικό φίλτρο με μπόλικο κρυολόγημα, αρκετό φτέρνισμα και πολύ βήχα. Το έκρυψε μέσα σε ένα παγωτό σοκολάτα και φώναξε τον Βασιλάκη, τον μαθητή της Τετάρτης τάξης του 5ου Δημοτικού Σχολείου να τον κεράσει. Την άλλη μέρα ο Βασιλάκης είχε υψηλό πυρετό. Η Ιωάννα, η φίλη του, που πήγε να του δώσει τα μαθήματα κόλλησε κι αυτή και άρχισε να βήχει δυνατά. Στο ίδιο θρανίο καθόταν η Αθηνά και παραδίπλα η Ανδριάνα, που άρχισαν να φτερνίζονται κι αυτές. Σε λίγο όλη η τάξη είχε πυρετό.
Βλέποντας όλα τα παιδάκια άρρωστα η Μάχη Συνάχι θέλησε να διορθώσει το κακό που έκανε. Έφτιαξε ένα καινούριο μαγικό φίλτρο και έβαλε μέσα πολλή αισιοδοξία, αγάπη, υπομονή, χαρά και λίγο ντεπόν, μεταμφιέστηκε σε παιδίατρο και το έδωσε σε όλα τα παιδιά της τάξης. Την άλλη μέρα τα παιδιά έγιναν καλά και η Μάχη Συνάχι τα έβλεπε να παίζουν χαρούμενα και χαιρόταν κι αυτή μαζί τους.
 ΑΝΔΡΙΑΝΑ




Η ΜΑΧΗ ΣΥΝΑΧΙ
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Μάχη –Συνάχι. Η Μάχη –Συνάχι  ήθελε να παίζει μόνη της στην παιδική χαρά, για να έχει όλα τα παιχνίδια δικά της. Γι’ αυτό όταν ερχόταν κάποιο παιδί στο πάρκο, η Μάχη Συνάχι πήγαινε κοντά του και φτερνιζόταν μπροστά του. Έτσι το άλλο παιδί αρρώσταινε και την άλλη μέρα δεν πήγαινε να παίξει στο πάρκο.
Ήταν κι άλλο ένα κοριτσάκι που το λέγανε Μαρία κι έτρωγε πολλά φρούτα και λαχανικά.
Μια μέρα πήγε η Μαρία να παίξει στο πάρκο αλλά η Μάχη Συνάχι δεν μπόρεσε να την κάνει να αρρωστήσει, γιατί έπαιρνε πολλές βιταμίνες απ’ τα φρούτα και τα λαχανικά που έτρωγε. Έτσι παίξανε πολλές μέρες μαζί και έγιναν φίλες.
Αυτό άρεσε στη Μάχη Συνάχι και έτσι σταμάτησε να φτερνίζεται μπροστά στα άλλα παιδιά , για να κάνει κι άλλους φίλους.
Έτσι κατάλαβε ότι είναι πιο ωραία να παίζεις παρέα παρά μόνος σου.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

 ΜΑΧΗ ΣΥΝΑΧΙ
Μια φορά κι έναν καιρό στην άκρη ενός χωριού ζούσε μόνη της μια γυναίκα που την έλεγαν Μάχη.
Η Κυρία Μάχη μια μέρα, όταν γύρισε από το δάσος που πήγε για να μαζέψει ξύλα, άρχισε να φτερνίζεται τόσο δυνατά, που την άκουγε όλο το χωριό. Την επόμενη αρρώστησε από συνάχι.
Ο καιρός περνούσε και το συνάχι της δεν έλεγε να περάσει και την έλεγαν «Μάχη Συνάχι».
Φώναξε τους καλύτερους γιατρούς, δοκίμασε όλα ακόμα και τα πιο περίεργα γιατροσόφια που άκουγε. Έκανε ακόμη και γαργάρες με ζωμό από βατράχια αλλά  … τίποτα. Το συνάχι δεν περνούσε με τίποτα.
Στεναχωρημένη, κλείστηκε μέσα στο σπίτι της για να μην ακούει και τις κοροϊδίες των συγχωριανών της. Οι φίλοι της όμως, που έκαναν πάρα πολύ καιρό να την δουν,  κατάλαβαν ότι την είχαν πληγώσει με αυτά που έλεγαν και αποφάσισαν να της κάνουν μια γιορτή έκπληξη. Έτσι ένα απόγευμα με πολλά ζεστά φαγητά και πολλά φρούτα στο χέρι ξεκίνησαν για το σπίτι της.
Η κυρία Μάχη Συνάχι  μόλις άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της, όταν χτύπησαν οι φίλοι της, χάρηκε τόσο πολύ που ως δια μαγείας το συνάχι της εξαφανίστηκε. Καλοδέχτηκε τους φίλους της, τους κέρασε το καλύτερο κρασί  που είχε και όλοι μαζί κάθισαν να φάνε και να γλεντήσουν.
Από τότε η Μάχη – Συνάχι έγινε πάλι η κυρία Μάχη. Οι φίλοι της δεν την ξανακορόιδεψαν και έζησαν όλοι μαζί ευτυχισμένοι.
ΒΑΣΙΛΗΣ

Η ΜΑΧΗ ΣΥΝΑΧΙ
Ζούσε κάποτε μια κυρία που της λέγανε Μάχη – Συνάχι. Αυτή η κυρία είχε ένα εργοστάσιο, που έφτιαχνε χαρτομάντιλα και για να τα πάρουν οι άνθρωποι πρέπει να είναι άρρωστοι. Είχε γι’ αυτό μια μαγική κρυστάλλινη σφαίρα, που έβλεπε όλο τον κόσμο αν είναι άρρωστος.
Ένα πρωί όμως η μαγική σφαίρα είπε στη Μάχη Συνάχι πως μόνο ένα κοριτσάκι δεν είναι άρρωστο. Αυτό το κοριτσάκι το λέγανε Λένη και δεν αγόραζε χαρτομάντιλα.
Όταν τ’ άκουσε αυτό η Μάχη Συνάχι θύμωσε πάρα πολύ και ήθελε να την κάνει να αρρωστήσει. Τότε σκέφτηκε να ντυθεί νοσοκόμα και να πάει στο σχολείο της Λένης και να πει σε όλα τα παιδιά  πώς δεν πρέπει να πλένουν τα χέρια τους και να μην ντύνονται καλά για να μην αρρωσταίνουν. Τα παιδιά άκουσαν την νοσοκόμα. Η Λένη όμως δεν άκουσε την νοσοκόμα και συνέχισε να πλένει τα χέρια της και να ντύνεται καλά.
Τα άλλα παιδιά κατάλαβαν το λάθος τους και ακολούθησαν το παράδειγμά της. Έτσι ο κόσμος σιγά σιγά δεν αρρώσταινε. Η Μάχη Συνάχι μόλις το είδε αυτό πέθανε από τον πολύ θυμό της
ΦΩΤΕΙΝΗ

Ζούσε κάποτε στη Συναχούπολη μια μεγάλη κυρία η Μάχη Συνάχι. Η Μάχη Συνάχι ήταν αδύνατη με μαύρα σγουρά μαλλιά, με κόκκινη μύτη μεγάλη σαν μελιτζάνα. Η τεράστια ελιά στο αριστερό της ρουθούνι την έκανε να μοιάζει με μάγισσα.
Κατοικούσε μόνη της σε ένα μεγάλο σπίτι, κρύο και σκοτεινό. Δεν άναβε ποτέ το τζάκι, γιατί ήταν τσιγκούνα. Δεν ντυνόταν με ζεστά ρούχα και ήταν πάντα άρρωστη και συναχωμένη. Ήταν τόσο κακιά και μοχθηρή που ήθελε όλα τα παιδάκια της γειτονιάς να «αποκτήσουν» συνάχι και πυρετό.
Ένα χειμωνιάτικο πρωινό κοιτούσε έξω από το παράθυρό της, τα παιδιά χαρούμενα έπαιζαν στην αυλή ποδόσφαιρο. Ο Μάρκος ήταν ένα οχτάχρονο παιδί με κόκκινα μάγουλα, ζεστά ντυμένα. Σπάνια αρρώσταινε.
Η Μάχη- Συνάχι σκέφτηκε: « Γιατί αυτό το παιδάκι δεν είναι συναχωμένο. Κάτι πρέπει να κάνω». «Το βρήκα!!!» Φώναξε.
Την άλλη μέρα το απόγευμα, που ο Μάρκος έπαιζε χαρούμενος στην αυλή του σπιτιού του τον προσκάλεσε σπίτι της για να τον κεράσει μια ζεστή σοκολάτα.
-   Πέρασε μέσα, του είπε. Βγάλε το μπουφάν σου και κάθισε.
Το σπίτι ήταν κρύο και αντί να του προσφέρει την ζεστή σοκολάτα του πρόσφερε κρύο νερό και παγωτό. Το παιδάκι κρύωνε.
Τότε άκουσε τη φωνή της μητέρας  του, που τον έψαχνε.
-Πρέπει να φύγω, είπε και κάνοντας να σηκωθεί έριξε κάτω το παγωτό και το κρύο νερό.
- Θα σου φέρω άλλο, είπε νευριασμένη η Μάχη Συνάχι.
- Συγνώμη, κυρία, πρέπει να φύγω. Θα έρθω κάποια άλλη μέρα, είπε ψέματα ο Μάρκος, γιατί θυμήθηκε τις συμβουλές της μητέρας του για να μην αρρωσταίνει.
ΣΤΕΛΛΑ

    


Η ΜΑΧΗ ΣΥΝΑΧΙ
Μια φορά σε ένα κάστρο ζούσε η Μάχη –Συνάχι. Κάθε πρωί ρωτούσε τον καθρέφτη της. «Ποια είναι η πιο άρρωστη σε όλο το βασίλειο, Άααψου!!!» και αυτός της απαντούσε: «Μα εσείς». Όμως μια μέρα της είπε: «Η Μαρία, το κοριτσάκι, που μένει δίπλα».
Η Μάχη   Συνάχι απελπισμένη ζήτησε από τους φρουρούς να την κλέψουν. Οι φρουροί του κάστρου πήραν ένα σακί και την έχωσαν μέσα. Η Μαρία άρχισε να κλαίει. Σταμάτησε να κλαίει όταν την πήγαν στο σκοτεινό κελί. Μέσα στο κελί δεν της έδιναν νερό μόνο αντιβηχικό έτσι ώστε να το πιεί. Ένα ποντίκι άφησε ένα γράμμα. Το γράμμα έλεγε: « Θα πιούμε εμείς το φάρμακο, αν θέλεις να είσαι άρρωστη». Η Μαρία ήπιε γρήγορα το φάρμακο. Η Μάχη – Συνάχι είδε  άδειο το φάρμακο και άφησε την μικρή να φύγει.
ΓΙΑΝΝΗΣ

ΜΑΧΗ ΣΥΝΑΧΙ
Μια φορά και έναν καιρό  ήταν η Μάχη  Συνάχι, που ήταν η μοναδική, που είχε το πιο μεγάλο  και δύσκολο συνάχι σε όλο τον κόσμο.
Η αυλή της είχε πάρα πολλά παιδιά που τη επισκέπτονταν για να την κάνουν να γελάσει, αλλά αυτή δεν ήθελε να παίξει και μέρα  με την ημέρα έκανε ένα κακό σχέδιο για να τους κολλήσει όλους. Αλλά μετά  από πολλές  προσπάθειες των παιδιών την έκαναν καλά και το κακό συνάχι έφυγε.
Όταν έγινε καλά, άρχισε να θέλει να έρχονται τα παιδιά και μέσα σε λίγες μέρες έπαιζε και αυτή με τα παιδιά.
ΗΛΙΑΣ ΟΙΚ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: