Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Α... όπως αβγό


(από το βιβλίο "Το αλφαβητάρι της φύσης" της Μαρίας Φραγκιά, ζωγραφιές Μάρω Αλεξάνδρου)


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αβγό. Ένα κοντό, χοντρό αβγό, άσπρο με μαύρες βούλες. Ζούσε σε μια φωλιά από χόρτα στην άκρη ενός ποταμού. Ήταν άνοιξη. Το ποτάμι κυλούσε ήρεμα ήρεμα τα νερά του, οι μπάμπουρες ζουζούνιζαν γλυκά κι ο ήλιος χαμογελούσε ευχαριστημένος. Μόνο το αβγό ήταν πολύ πολύ λυπημένο. Κοίταζε τον εαυτό του μέσα στα καθαρά νερά του ποταμού και αναστέναζε: "Αχ! τι άσχημο και χοντρό που είμαι!  Ένα πρωί είδε να περνούν ψηλά στον ουρανό οι γερανοί: πατ-πουτ, πατ πουτ,
ανεβοκατέβαζαν με δύναμη τα φτερά τους, σκίζοντας μεγαλόπρεπα  τον αέρα. "Αχ! πόσο θα 'θελα να 'χα κι εγώ φτερά, να πετούσα ψηλά στον ουρανό! θα ταξίδευα από τόπο σε τόπο, θα 'βλεπα ένα σωρό πράγματα! Μα εγώ είμαι μόνο ένα κοντό, χοντρό αβγό και δεν μπορώ να κουνηθώ... Αχ!", αναστέναξε με καημό. Το ποταμάκι δίπλα του χαμογέλασε...

Το μεσημέρι η ζέστη δυνάμωσε και τα βατραχάκια άρχισαν να τσαλαβου­τούν στα νερά, να κυνηγιούνται με μεγάλους πήδους και να παίζουν πιτσιλώντας το ένα το άλλο. Το αβγό τα κοιτούσε με παράπονο: "Πόσο θα 'θελα να ‘χα κι ‘γώ πόδια! Θα περπατούσα, θα έτρεχα, θα πήδαγα, θα 'παιζα όλη μέρα. Μα είμαι μόνο ένα κοντό, χοντρό αβγό και δεν μπορώ ούτε να κουνηθώ.  Αχ!", αναστέναξε πιο δυνατά και το ποταμάκι απλά του χαμογέλασε πάλι.

Το απόγευμα, καθώς βασίλευε ο ήλιος, ο ουρανός άρχισε να κοκκινίζει. Τα ψάρια του ποταμού βγήκαν σεργιάνι: κουνούσαν με δύναμη την ουρά τους, στροβιλίζονταν με χάρη, κάνανε τούμπες, τινάζονταν με φόρα από το νερό ψηλά ψηλά κι ύστερα βουτούσαν πάλι, φτιάχνοντας μεγάλους κύκλους που έσβηναν απαλά στην ακροποταμιά. Το αβγό τα κοιτούσε με ζήλια: "Αχ! πόσο θα 'θελα να 'χα κι εγώ ουρά! θα πλατσούριζα στα νερά, θα κολυμπούσα εδώ κι εκεί, θα 'κανα βουτιές, θα διασκέδαζα τρελά... Μα είμαι μόνο ένα παλιοαβγό, ένα κοντό, χοντρό αβγό και δεν μπορώ ούτε να κουνηθώ... Άαααχ!", αναστέναξε με τόση δύναμη... που κρακ! - τσάκισε κι από μέσα βγήκε ζαλι­σμένο ένα μικρούτσικο αγριοχηνάκι: κοίταξε λίγο γύρω του, τέντωσε τα μου­διασμένα πόδια του, άπλωσε τα ξεπούπουλα φτερά του και τίναξε παιχνιδιά­ρικα την κουτσουρεμένη του ουρά. Ύστερα με δυο πηδηματάκια - χοπ χοπ! -βούτηξε στο νερό κι άρχισε να κολυμπά. Το ποταμάκι χαμογέλασε γλυκά:

"Είδες μικρέ μου", ψιθύρισε στο σπασμένο αβγουλάκι, "που άδικα παραπο­νιόσουν: Όλοι έχουμε μέσα μας τη δύναμη να κάνουμε ένα σωρό πράγματα, φτάνει μόνο να την ανακαλύψουμε!" και συνέχισε ήρεμο το δρόμο του για τη θάλασσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: