Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Δ …. ΟΠΩΣ ΔΈΝΤΡΟ

από το βιβλίο "Το αλφαβητάρι της φύσης" της Μαρίας Φραγκιά,


Μια φορά έναν καιρό, σ' ένα ψηλό βουνό ζούσε μαζί με τ' αδέρφια του ένα Δέντρο. Κάθε πρωί  ο ήλιος έστελνε τις χρυσαφένιες ηλιαχτίδες του να το καλημερίσουν.    Τα λουλούδια σήκωναν το φρεσκοπλυμένο από τη δροσιά κεφάλι  τους να το καμαρώσουν.
Κάθε λογής πουλιά φώλιαζαν και χόρευαν στα ολοζώντανα κλαδιά του, τιτιβίζοντας όλο καμάρι. Εργατικές μέλισσες και φασαριόζοι μπάμπουρες, μελωδικά  τζιτζίκια και παιχνιδιάρες πεταλούδες στήνανε την άνοιξη τρελό πανηγύρι στα φυλλώματα του, παίζοντας κυνηγητό με τον άνεμο. Αχ! Τι όμορφη που ήταν  η ζωή - και τι όμορφο που ήταν και το Δέντρο!...
Μα μια μέρα οι δροσοσταλίδες μείνανε σαν δάκρυα πάνω στα λουλούδια και τα πουλιά μείνανε σιωπηλά, με το κεφάλι τους χωμένο μέσα στις φτερού­γες τους. "Τι συμβαίνει;" ρώτησε ο Ήλιος παραξενεμένος . "Κάτω στο χωριό ο άνθρωποι αποφάσισαν να κάψουνε το Δέντρο", μουρμούρισε λυπημένα ο Πανσές και τρεμούλιασε το τρυφερό του κοτσάνι. Τρέχει αναστατωμένος ο Ήλιος να παρηγορήσει το Δέντρο... και το βρήκε να γελά! Γιατί γελάς;" το ρώτησε απορημένος, "θα με κάψουνε οι άνθρωποι, θα γίνω βιβλία! θα γίνω άσπρα φύλλα με τυπωμένα μαύρα γραμματάκια! Όμορφα στρογγυλά γραμματάκια για να με διαβάζουν τα παιδιά..." "Και δε φοβάσαι τον πόνο;" ξανα­ρώτησε ο Ήλιος, "Θα πονέσω λίγο, μα για σκέψου", είπε το Δέντρο. "Σκέψου όλα αυτά τα μικρά, παχουλά χεράκια που θα με χαϊδεύουνε κάθε λεπτό. Σκέψου όλα αυτά τα παιδικά μάτια, τα μαύρα, τα καστανά ή τα γαλάζια που θα με παρατηρούν κάθε μέρα. Σκέψου μυριάδες μικρά κεφαλάκια, καστανά, ξανθωπά, με μπουκλίτσες... Όλα πάνω μου θα γέρνουν γεμάτα προσοχή κι αγάπη. Κι έχω τόσα να τους μάθω: για τα ζώα, τα φυτά, τα βουνά και τις πε­διάδες, τους ανέμους και τις θύελλες, τα ποτάμια και τις απέραντες θάλασ­σες, για το Φεγγάρι, τα εκατομμύρια αστέρια, για σένα καλέ μου φίλε..." απάντησε ονειροπόλα το Δέντρο. "Δε σε καταλαβαίνω, μα όπου κι αν πας θα έρχομαι να σε βλέπω", του είπε ο Ήλιος κι έφυγε συλλογισμένος.
Την άλλη μέρα ήρθαν οι ξυλοκόποι. Γκαπ-γκουπ, γκαπ-γκουπ! άρχισαν τα τσεκούρια να χώνονται βαθιά στη σάρκα του Δέντρου. Πονούσε πάρα πολύ μα ονειρευόταν ματάκια, χεράκια, κεφαλάκια και μουρμούριζε σφίγγοντας τα δόντια του: "Υπομονή, τελειώνουν, υπομονή, θα γίνω βιβλία, θα γίνω Γνώση, θα γίνω Ζωή..."
Το φόρτωσαν, το έκοψαν κομμάτια, το ζουλήξανε, το κάνανε πολτό, το λευκάνανε, το κάνανε χαρτί, το τύπωσαν. Επιτέλους! Ένα δέντρο έγινε χιλιά­δες άσπρες σελίδες με μαύρα γράμματα και πολύχρωμες εικόνες, έγινε πολ­λά πολλά βιβλία, που πήγανε στα παιδιά. Σε κάθε σελίδα ήταν η ψυχούλα του, που χαιρόταν και τους μιλούσε μ' αγάπη, τα συμβούλευε, τα μάθαινε, τα συντρόφευε τις νύχτες. Ήταν τρισευτυχισμένο και περισσότερο ζωντανό από κάθε άλλη φορά στα σχολεία, στις μαθητικές σάκες, στις βιβλιοθήκες των σπιτιών...
Πέρασε ο καιρός, ήρθε το καλοκαίρι και τα σχολεία κλείσανε. Ένα ζεστό και φωτεινό πρωινό του Ιούνη μαζεύτηκαν όλα τα παιδιά της γειτονιάς στην πλατεία, για να γιορτάσουνε τις διακοπές που ερχόντουσαν. "Ζήτω! Ζήτω!" τέρμα το σχολείο", φώναζαν όλα μαζί. "Τέρμα το διάβασμα, τέρμα τα βιβλία!" φώναξε ο μεγαλύτερος κι αρπάζοντας το βιβλίο του άρχισε να το σκί­ζει με μίσος, με κακία... Αμέσως τον μιμήθηκε κι άλλο παιδί, ύστερα κι άλλο... Και σε λίγο όλα σχεδόν τα παιδιά της γειτονιάς ξέσχιζαν με μανία τα βιβλία τους. γελώντας σαν τρελά και πετώντας ψηλά τα κομματάκια του χαρτιού... Χρατς-χρουτς, χρατς-χρουτς, κάθε σκίσιμο ήταν και μια μαχαιριά στην ψυχούλα του Δέντρου. Μια μαχαιριά που το πονούσε περισσότερο απ' όλες μα­ζί τις τσεκουριές που είχε φάει όταν το κόβανε οι ξυλοκόποι. Και κάθε τέτοια  μαχαιριά ήταν και μια ανάσα του λιγότερη. Σε λίγο στην πλατεία δεν είχε μείνει από τα βιβλία  παρά ένας σωρός από σκισμένα παλιόχαρτα, που το απαλό αεράκι τα σκόρπιζε δεξιά κι αριστερά. Μετά από λίγη ώρα είχαν κι αυτά χαθεί στις τέσσερις γωνιές του κόσμου. Στη μικρή πλατεία δεν έμεινε τίποτ' άλλο, εκτός  από ένα δακρυσμένο Ήλιο κι ένα παραπονεμένο "Γιατί;"..,

Δεν υπάρχουν σχόλια: