Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Ο ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΣ ΠΟΥ ΠΗΓΕ ΣΤΟΝ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΟ


(...)
Αποτέλεσμα εικόνας για Ο ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΣ ΠΟΥ ΠΗΓΕ ΣΤΟΝ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΟΌταν έφτασε στο σπίτι του οδοντογιατρού, είδε ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο απέξω. Για να προπονηθεί, έσκυψε απ' το παράθυρο, έφαγε το χειρόφρενο και ρεύτηκε. Ανέβηκε μετά στο ιατρείο και κάθισε σταυροπόδι στην αίθουσα αναμονής. Ενώ περίμενε να έρθει η σειρά του, έφαγε το χέρι της πολυθρόνας και το χερούλι μιας ομπρέλας από την ομπρελοθήκη.

— Ο επόμενος, παρακαλώ! φάνηκε στην πόρτα ο γιατρός, ένας κοκκινομάλλης με γυαλάκια και χέρια παχουλά σαν φραντζολάκια.
Ο Κορνήλιος πήρε το μισοκακόμοιρο ύφος του και ξάπλωσε στην πολυθρόνα.
— Πώς σε λένε; ρώτησε ο γιατρός.
—Κορνήλιο!
—Τι συμβαίνει, Κορνήλιε; Τι έχεις; Κακοσμία;
— Όχι, γιατρέ μου! Πονόδοντο έχω. Τρομερό πονόδοντο!
— Μήπως τρως πολλά γλυκά;
— Όχι. Τρώω πολλούς ζαχαροπλάστες! Καμιά φορά τρώω και προφιτερόλ με χέρι σερβιτόρου, με κρέμα σαντιγί θέλω να πω!
— Και τα δόντια σου, κάθε πότε τα πλένεις τα δόντια σου;
—Στη χάση και στη φέξη!
—Α, χα! Ποιο δόντι σε πονάει;
—Το μέσα μέσα δεξιά!
— Άνοιξε το στόμα σου να σ' εξετάσω!
Ο Κορνήλιος άνοιξε το στόμα του δυο πήχες.
—Τι είναι αυτά τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια που βλέπω σφηνωμένα ανάμεσα στα πάνω δόντια σου; ρώτησε με καχυποψία ο γιατρός. Δεν πιστεύω να τρως χέρια;
— Α πα πα! Τι λέτε; Με προσβάλλετε! Μ' αρέσει να φοράω δαχτυλίδια και βραχιόλια. Μ' αρέσουνε τα λούσα!
— Μα καλά τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια τα φοράνε στα χέρια! Δεν τα φοράνε στα δόντια τους!
— Μπα; Αλήθεια; Δε μου το εξήγησε αυτό ο κο­σμηματοπώλης!
— Και, καλά, δε μου λες... τι είναι αυτοί οι λεπτοδείχτες που βλέπω σφηνωμένους ανάμεσα στα κάτω δόντια σου; Δεν πιστεύω να τρως χέρια και να σφηνώνουν στα δόντια σου οι λεπτοδείχτες από τα ρολόγια;
— Όχι, βέβαια! Τρώω ρολόγια για να κερδίζω χρόνο. Δε περνάει μέρα που να μη φάω ένα ξυπνητήρι. Γι' αυτό κουδουνίζει η κοιλιά μου! Όπου να' ναι θα την ακούσεις!
— Περίεργα πράγματα! μονολόγησε ο γιατρός και άρχισε να του εξετάζει το μέσα μέσα δόντι.
—Τι έχει, γιατρέ μου; ρώτησε ο Κορνήλιος.
—Κούφιο είναι! θέλει σφράγισμα!
—Τι κάθεσαι τότε; Φέρε τη σφραγίδα σου να το σφραγίσεις!
Ο γιατρός έκανε μια ένεση στον Κορνήλιο κι έχωσε μέσα το χέρι του στο πελώριο στόμα για να του σφραγίσει το δόντι.
— Μη φοβάσαι! Δε θα σε πονέσω! τον καθησύχασε.
—Το ξέρω, απάντησε ο Κορνήλιος. Εγώ θα σε πονέσω!
—Τι είπες;
—Τίποτα. Τίποτα. Ο γιατρός άρχισε να σφραγίζει.
— Μανούλα μου! Τι ωραίο παχουλό χεράκι! χάρηκε ο Κορνήλιος. Ας το γλείψω λίγο, να δω τι γεύση έχει!
Και με την άκρη της γλώσσας έγλειψε το χέρι του γιατρού. «Νόστιμο φαίνεται»! συλλογίστηκε.
—Πάψε να μου γλείφεις το χέρι! τον μάλωσε ο γιατρός.
—Το γλείφω από ευγνωμοσύνη!
— Συγκρατήσου και άσε με να κάνω τη δουλειά μου!
«Να του το φάω τώρα ή αργότερα;» αναρωτιόταν ο Κορνήλιος. «Ας του το φάω τώρα να ξεμπερδεύουμε! Τέτοιο ωραίο χέρι δεν το ξαναβρίσκεις εύκολα μέσα στο στόμα σου!»
«Χλααααπ!» έκανε να χάψει το χέρι του οδοντογιατρού. Αλλά τίποτα! Δεν τα κατάφερε! Τα σαγόνια του δεν έκλειναν. Είχαν μουδιάσει από την ένεση!
«Βρε, να πάρει η οργή!» μουρμούρισε. «Τι πάθανε οι μασέλες μου;
Αγκύλωση;»
«Αχά!» κατάλαβε ο γιατρός. «Αυτό το αχάριστο ερπετό πάει να μου φάει το χέρι. Πρώτη φορά βλέπω τέτοια τεράστια αγνωμοσύνη! θα του δείξω όμως εγώ! θα του δώσω ένα μάθημα που θα το θυμάται ώσπου να γίνει τσάντα!»
Έκανε μια αναισθητική ένεση στον Κορνήλιο και μόλις αποκοιμήθηκε του έβγαλε όλα του τα δόντια. Εκατόν εξήντα τρία δόντια για την ακρίβεια!
Όταν συνήλθε ο Κορνήλιος, αισθανόταν περίεργα. Κοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι και του ήρθε ταμπλάς!
— Τι έγιναν τα δόντια μου, γιατρέ; ψεύδισε ανήσυχος.
—Στα έβγαλα!
— Γιατί, γιατρέ μου;
— Γιατί πήγες να μου φας το χέρι! Γι' αυτό!
— Και τι θα κάνω ο δόλιος χωρίς δόντια, γιατρέ μου;
—Δίαιτα!
Ο Κορνήλιος τα χρειάστηκε! Άρχισε να κλαίει μ' αναφιλητά. Από τα μάτια του κυλούσαν χοντρά κροκοδείλια δάκρυα.
— Έφταιξα ο δόλιος αλλά μετανιώνω, άρχισε τα παρακάλια. Μετανιώνω πικρά! Ποτέ μου πια δε θα ξαναφάω χέρι! Το υπόσχομαι! Ούτε δαχτυλάκι δε θα ξαναφάω! Λυπήσου με το φαφούτη! Κάνε κάτι, σε παρακαλώ!
— Το λες αλήθεια ότι μετανιώνεις;  ρώτησε ο γιατρός αδειάζοντας μ' έναν κουβά τα δάκρυα απ' το παράθυρο, ή μήπως προσποιείσαι;
—Αλήθεια λέω! Να μη σώσω να ξαναφάω χέρι, αν λέω ψέματα!
— Καλά. Αφού μετανιώνεις για τα κρίματά σου, θα σου βάλω μασέλα.
—Ευχαριστώ, ευεργέτη μου! Να 'σαι καλά! Ο θεός να μου παίρνει χρόνια
και να σου δίνει χέρια, πελάτες θέλω να πω! κλαψούρισε ο Κορνήλιος, ενώ από μέσα του έλεγε: «Βάλε μου, κορόιδο, τη μασέλα και τα λέμε! Αν δε σου χάψω και τα δυο σου χέρια ώσπου να πεις χειρόφρενο, να μη με λένε Κορνήλιο! Μασάει καλά όποιος μασάει τελευταίος».
Ο οδοντογιατρός πήγε στο διπλανό δωμάτιο και σε λίγο γύρισε κρατώντας μια πελώρια μασέλα με εκατόν ογδόντα δοντάρες.
— Τι ωραία μασέλα! Δική μου είναι, γιατρέ;
—Δική σου! Άνοιξε το στόμα, να σου τη βάλω!
Ο Κορνήλιος άνοιξε πρόθυμα το στόμα και ο γιατρός του έβαλε τη μασέλα.
Δεν είχε προλάβει να τη βάλει καλά καλά και ο Κορνήλιος πήγε να του χάψει πάλι το χέρι. Δεν τα κατάφερε όμως! Ξαναδοκίμασε, αλλά τίποτα!
— Τι σημαίνει αυτό; διαμαρτυρήθηκε. Τι μασέλα είναι αυτή, που μου έβαλες, κομπογιαννίτη;
—Λαστιχένια! Από δω και πέρα θα έχεις λαστιχένια δόντια! Έτσι δε θα μπορέσεις να ξαναφάς ποτέ σου χέρι! Δρόμο τώρα και να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου! Ουστ, ποταπό ερπετό!
Ο Κορνήλιος έφυγε με κατεβασμένα τα μούτρα και γύρισε στη ζούγκλα. Όταν οι άλλοι οι κροκόδειλοι έμαθαν τα νέα, τον πήρανε στο ψιλό.
—Τι θα φας σήμερα, Κορνήλιε; τον ρωτούσανε. Σουπίτσα:
— Και για πες μας, βρε Κορνήλιε, τον ρωτούσε ο στρουμπουλός κροκόδειλος, τι γίνανε τ' άλλα σου τα δόντια; Δάγκωσες μήπως καμιά χειροβομβίδα κατά λάθος;
(...)
Ε. Τριβιζάς

Δεν υπάρχουν σχόλια: