Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΠΟΔΗ




Αφού διαβάσουμε τα κείμενα, μπορούμε να διορθώσουμε τα λάθη μας στο τετράδιο και να πούμε στη συνέχεια ποιο θέλουμε να μετατρέψουμε σε θεατρικό κείμενο για να το παρουσιάσουμε στην τάξη.
ΤΟ ΛΥΚΑΚΙ ΚΑΙ Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μακρινό μεγάλο δάσος, το ψηλοδένδρι, ζούσε σε μια καλύβα ένα μικρό λυκάκι, ο Άκης μαζί με την μητέρα του την κυρία Μαρίνα.
Η κυρία Μαρίνα είπε στον Άκη:

- Το καλάθι αυτό θα το παραδώσεις στη γιαγιά σου που μένει δίπλα από τη μεγάλη βελανιδιά.
- Εντάξει, απάντησε ο Άκης.
- Μα  ΠΡΟΣΟΧΗ! Έξω κυκλοφορούν επικίνδυνες Κοκκινοσκουφίτσες και κυνηγοί, συμπλήρωσε η κυρία Μαρίνα.
- Γιατί θέλουνε να μου κάνουνε κακό;
- Γατί θέλουν να σε σκοτώσουν για να πάρουν τη γούνα σου για το παλτό τους, γιατί σε θεωρούν απειλή για τα ζώα τους. Επίσης το καλάθι είναι γεμάτο με νόστιμες λιχουδιές, κανείς δεν αντιστέκεται στα περίφημα κουλουράκια κανέλας μου.
- Εντάξει, μαμά, θα προσέχω.
Ο Άκης ξεκίνησε να πηγαίνει στο σπίτι της γιαγιά. Στο δρόμο όμως συνάντησε πολλές δυσκολίες και εμπόδια όπως:
1.     Ένα δέντρο που άρχισε να πέφτει στο χώμα.
2.     Ένας κυνηγός με καραμπίνα που έψαχνε θήραμα.
3.     Μια Κοκκινοσκουφίτσα παραμόνευε
4.     Παραλίγο να σκοντάψει σε μια πέτρα και να έπεφτε κάτω το καλάθι με το φαγητό.
Στον δρόμο συνάντησε μια Κοκκινοσκουφίτσα μεταμφιεσμένη.
- Γεια σου, μικρό λυκάκι.
- Γεια σου.
- Τι κάνεις εδώ πέρα;
- Πηγαίνω φαγητό στην γιαγιά μου, εσύ;
- Εεε. Κάνω ένα περίπατο. Να έρθω μαζί σου;
- Εντάξει.
- Έλα να σου δείξω κάτι πραγματικά υπέροχο.
- Τι είναι αυτό;
- Έλα πιο κοντά. Σε έπιασα! Τώρα θα πάρω τη γούνα σου!!
- Βοήθεια! Βοήθεια!
Η γιαγιά άκουσε  τις φωνές του Άκη κι έτρεξε με ένα βαρύ βαρ΄υ μπαστούνι να σώσει τον εγγονό της.
- Βοήθεια!
- Θα σε σώσω, Άκη.
Η γιαγιά χτυπάει την Κοκκινοσκουφίτσα στο κεφάλι, αυτή λιποθυμάει και αφήνει τον Άκη. Η γιαγιά πηγαίνει τον Άκη στο σπίτι και κάθονται.
-  Άκη, εγγονέ μου, είσαι καλά;
- Ναι, γιαγιά. Γιαγιά η μαμά μου είπε να σου δώσω αυτό το καλάθι. Ορίστε.
- Ευχαριστώ.  Ω!!! Κουλουράκια κανέλας. Έλα, Άκη, κάθισε μαζί μου να φάμε τα κουλουράκια.
Έτσι γιαγιά και εγγονός κάθισαν στο τραπέζι να φάνε τα κουλουράκια κανέλας.
ΓΕΩΡΓΙΑ

Μια φορά κι ένα καιρό σε ένα δάσος ζούσε ένα μικρό λυκάκι με την οικογένειά του.
Η μαμά λύκαινα είπε στο λυκάκι:
-  Λυκάκι μου, πήγαινε αυτό το ψάθινο καλάθι με τη σούπα στη γιαγιά σου που είναι άρρωστη.
Το μικρό λυκάκι ξεκίνησε να πάει στην άκρη του δάσους όπου έμεινε η γιαγιά του.
Στο δρόμο συνάντησε την Κοκκινοσκουφίτσα. Η Κοκκινοσκουφίτσα ρωτάει το μικρό λυκάκι:
-  Πού πας τόσο βιαστικά, μικρό λυκάκι;
- Πάω στη γιαγιά μου, που είναι άρρωστη, να της δώσω σούπα.
- Και πού μένει η γιαγιά σου;
- Η γιαγιά μου μένει στην άλλη άκρη του δάσους.
Η Κοκκινοσκουφίτσα έτρεξε βιαστικά μέσα από τα δέντρα και τους θάμνους. Ακολουθούσε έτσι το μικρό λύκάκι.
Μόλις έφτασε το λυκάκι μάζεψε λουλούδια από τον κήπο της γιαγιάς. Η Κοκκινοσκουφίτσα βρήκε την ευκαιρία να μπει απ’ το παράθυρο. Μόλις μπήκε βρήκε τη γιαγιά λύκαινα και την κλείδωσε στην ντουλάπα. Όταν το μικρό λυκάκι μπήκε μέσα, έτρεξε  στη γιαγιά.
- Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μικρά μάτια;
- Γιατί γέρασα, μικρό μου λυκάκι.
- Γιαγιά, γιατί δεν έχεις γούνα;
Η Κοκκινοσκουφίτσα τότε πετάχτηκε από το κρεβάτι και είπε:
- Γιατί είμαι η Κοκκινοσκουφίτσα!
Το λυκάκι έτρεχε μέσα στο δωμάτιο και άκουσε τη γιαγιά του που χτυπούσε τις πόρτες της ντουλάπας. Το λυκάκι την άκουσε και πήγε να την ξεκλειδώσει.
Όταν ξεκλείδωσε τηνπόρτα, βγήκε η γιαγιά και είδε τα αγριεμένα δόντια της γιαγιά. Η Κοκκινοσκουφίτσα αμέσως έτρεξε. Οι δυο λύκοι κυνήγησαν την Κοκκινοσκουφίτσα μέχρι έξω  από τον κήπο της γιαγιά. Στη συνέχεια επέστρεψαν πίσω στο σπίτι για να φάνε τη σούπα.
ΓΙΑΝΝΗΣ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα καλό λυκάκι, ο Άκης , που έμεινε μαζί με τη μαμά του, τη λύκαινα.
Μια μέρα η μαμά λύκαινα είπε στον μικρό Άκη να πάει φαγητό στην άρρωστη γιαγιά του.
Ο Άκης ξεκίνησε για να πάει στη γιαγιά του τη λύκαινα. Καθώς προχωρούσε είδε μια κακιά Κοκκινοσκουφίτσα και του είπε:
- Που πας, μικρό και νόστιμο λυκάκι;
- Πάω φαγητό στη γιαγιά μου, γιατί είναι άρρωστη.
- Και πού μένει η γιαγιά σου;
- Μένεις στο βάθος του δάσους.
- Θέλεις να σου δείξω έναν σύντομο δρόμο;
- Ναι, σας ευχαριστώ πολύ.
- Πήγαινε από αυτό τον δρόμο.
- Καλά, γεια.
- Γεια σου.
Όμως η Κοκκινοσκουφίτσα  είπε ψέματα στον Άκη και τον έβαλε να πάει από τον μακρινό δρόμο. Η Κοκκινοσκουφίτσα έφτασε πιο γρήγορα στο σπίτι της γιαγιάς, γιατί πήρε τον πιο κοντινό δρόμο.
Η Κοκκινοσκουφίτσα έφτασε και χτύπησε την πόρτα της γιαγιάς και η γιαγιά είπε:
- Ποιος είναι;
-  Εγώ, ο Άκης.
Το μικρό λυκάκι μπήκε μέσα.
- Έλα πιο κοντά, είπε η γιαγιά.
- Έρχομαι γιαγιάκα μου.
- Μικρό λυκάκι γιατί η φωνή σου είναι το ...τόσο απαλή;
- Γιαγιά μου, η φωνή είναι τόσο απαλή, γιατί έφαγα μέλι το πρωί.
Τότε η Κοκκινοσκουφίτσα όρμησε πάνω στη γιαγιά και την έβαλε στην ντουλάπα. Η γιαγιά φώναζε. Τότε ήρθε ο οικολόγος  με τον Άκη και έβγαλαν τη γιαγιά από την  ντουλάπα.
- Σε ευχαριστώ πολύ, είπε η γιαγιά.
- Παρακαλώ, είπε ο οικολόγος .
Τότεο Άκης ευχαρίστησε τον οικολόγο. Ο οικολόγος έμαθε τρόπους στην Κοκκινοσκουφίτσα και τότε όλα τελείωσαν.
Έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
ΕΛΕΝΗ.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό λυκάκι που ζούσε με την οικογένεια του στην άκρη του δάσους. Μια μέρα το μικρό λυκάκι ξεκίνησε με το καλαθάκι του γεμάτο λιχουδιές  να πάει στη γιαγιά λύκαινα να την δει. Η μαμά του του είπε να προσέχει στο δάσος, να αποφεύγει την Κοκκινοσκουφίτσα , γιατί ήταν κακιά. Κάποια στιγμή, εκεί που προχωρούσε, το μικρό λυκάκι άκουσε θόρυβο, γύρισε και είδε την Κοκκινοσκουφίτσα να το ακολουθεί.
-  Δώσε μου το καλαθάκι σου, λυκάκι, να δω τη έχει μέσα. Είπε η Κοκκινοσκουφίτσα.
- Όχι, απάντησε το λυκάκι, το πάω στη γιαγιά μου που είναι άρρωστη.
- Και πού μένει η γιαγιά σου; Είπε η Κοκκινοσκουφίτσα.
- Στην άλλη άκρη του δάσους. Εκεί θα πάω.
- Εντάξει τότε, πήγαινε! Είπε η Κοκκινοσκουφίτσα και έφυγε βιαστικά. Η πονηρή έτρεξε γρήγορα και έφτασε πρώτη στο σπίτι της γιαγιά. Χτύπησε την πόρτα και η γιαγιά άνοιξε χωρίς να ρωτήσει ποιος είναι. Τότε η Κοκκινοσκουφίτσα την άρπαξε, την έδεσε, την φίμωσε και την έκρυψε στην ντουλάπα.
Όταν έφτασε το λυκάκια βρήκε την Κοκκινοσκουφίτσα να το περιμένει με ύφος απειλητικό. Άρχισε να φωνάζει δυνατά βοήθεια και να ρωτάει πού είναι η γιαγιά του.
Από έξω περνούσε ο θείος λύκος, που άκουσε τις φωνές και όρμησε μέσα. Αφού ρώτησε το λυκάκι  γιατί φωνάζει , έδιωξε την Κοκκινοσκουφίτσα και έβγαλαν τη γιαγιά από την ντουλάπα.
Η Κοκκινοσκουφίτσα ακόμα τρέχει από το φόβο της και το λυκάκι με τη γιαγιά και το θείο δοκιμάζουν τις λιχουδιές, που είχε το καλαθάκι.
ΓΙΩΡΓΟΣ


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε ένα δάσος μια πολύ κακιά Κοκκινοσκουφίτσα. Μια μέρα η μαμά της Κοκκινοσκουφίτσας της έδωσε ένα καλαθάκι με ζεστό φαγητό. Στο δρόμο όμως  η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν πολύ κακιά, άδειασε το φαγητό δίπλα σε ένα δέντρο. Στο δρόμο συνάντησε έναν πολύ καλό λύκο. Η Κοκκινοσκουφίτσα είδε τον λύκο και σκέφτηκε να του πάρει τη γούνα. Ο λύκος επειδή ήταν πολύ καλός τη ρωτούσε πού πήγαινε κι εκείνη απάντησε ότι πήγαινε στη γιαγιά της. Ο λύκος της είπε να πάει από αριστερά και είπε ψέματα και είπε πώς είναι πιο γρήγορος δρόμος. Αυτή όμως πήγε από δεξιά και έφτασε πρώτη στη γιαγιά της κι έβαλε με το ζόρι τη γιαγιά της στην ντουλάπα. Μόλις έφτασε ο λύκος στο σπίτι της γιαγιά , ρώτησε τη γιαγιά γιατί είναι τόσο κοντή και γιατί κρατάει μαχαίρι. Η Κοκκινοσκουφίτσα απάντησε για να σε σκοτώσω και να πάρω τη γούνα σου. Ο λύκος έτρεξε έξω από το σπίτι και φώναξε έναν κυνηγό. Ο κυνηγός έδιωξε με το όπλο την Κοκκινοσκουφίτσα και ο λύκος έβγαλε την γιαγιά από την ντουλάπα και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
ΓΑΒΡΙΗΛ – ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Γ.

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι διαφορετικό από τα άλλα, πολύ ζωηρό, σκανδαλιάρικο και κακό. Το λέγανε Κοκκινοσκουφίτσα.
Την Κοκκινοσκουφίτσα την φοβότανε άνθρωποι και ζώα.
Μια μέρα της λέει η μαμά της.
- Κοκκινοσκουφίτσα, θέλω να πας αυτό το καλαθάκι με τα τρόφιμα στη γιαγιά σου στο δάσος.
- Εντάξει, λέει η Κοκκινοσκουφίτσα.
Ξεκίνησε και στο δρόμο κυνήγαγε τα ζωάκια και τα έριχνε πέτρες και κουκουνάρια. Αυτά έτρεχαν να κρυφτούν. Ώσπου έφτασε στο σπίτι της γιαγιάς.
Άρχισε να χτυπάει την πόρτα και να φωνάζει τη γιαγιά: « Άνοιξε την πόρτα». Ξαναφώναξε, χτύπησε ... κανείς δεν απαντούσε. Τότε σπρώχνει δυνατά την πόρτα και βλέπει έναν λύκο να κοιμάται στο κρεβάτι της γιαγιάς.
- Τι κάνεις εδώ; Του λέει.
- Είμαι άρρωστος κοριτσάκι.
- Σήκω επάνω τώρα και αρχίζει να τον τραβά την ουρά και να τον χτυπάει.
- ΑΧ... ΑΧ... Βοήθεια!!! Βοήθεια!!!, φώναζε ο λύκος φοβισμένος.
Η Κοκκινοσκουφίτσα άρπαξε τη σκούπα και ο λύκος από την τρομάρα του το έβαλε στα πόδια για να γλιτώσει.
 - Μα τι γίνεται εδώ, φωνάζει η γιαγιά. Γιατί χτυπάς την καημένο τον λύκο που είναι άρρωστος;
- Γιατί κοιμόταν στο κρεβάτι σου  γιαγιά!!!, απάντησε η Κοκκινοσκουφίτσα.
Όσο για το λύκο ακούει Κοκκινοσκουφίτσα και ακόμα τρέχει από τον φόβο του.
ΔΗΜΗΤΡΗ Κ.

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μεγάλο και όμορφο δάσος, ζούσε ένα καλό λυκάκι με την οικογένεια του, την μαμά, τον μπαμπά και τα υπόλοιπα αδέρφια του. μια μέρα η μαμά λύκαινα είπε στον Άκη, το μικρό λυκάκι.
- Άκη, πρέπει να πάς φαγητό και άλλες λιχουδιές στη γιαγιά σου που είναι άρρωστη και μένει στην άλλη άκρη του δάσους.
Ο Άκης ενθουσιάστηκε, γιατί αγαπούσε πολύ τη γιαγιά του αλλά και γιατί του άρεσαν οι βόλτες στο δάσος. Του είπε όμως τότε η μαμά του.
- Άκη, θα πρέπει να είσαι πολύ προσεχτικός στο δάσος, γιατί, όπως άκουσα, κυκλοφορεί ένα κακό κοριτσάκι με κόκκινο παλτό και κόκκινο σκούφο,  που την λένε Κοκκινοσκουφίτσα. Μπορεί να φαίνεται καλή, αλλά είναι πολύ πονηρή και συνέχεια κλέβει το φαγητό και τις λιχουδιές από τα μικρά ζωάκια του δάσους.
Αφού άκουσε τις συμβουλές της μαμάς του , ο Άκης πήρε το καλάθι με τα τρόφιμα και έφυγε τρέχοντας για το σπίτι της γιαγιάς του. Όταν               έφτασε ο Άκης βαθιά στο δάσος, εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά του πίσω από ένα δέντρο το κοριτσάκι με το κόκκινο παλτό που του είχε πει η μαμά του. Αμέσως ο Άκης αμέσως κατάλαβε ότι ήταν η Κοκκινοσκουφίτσα.
- Καλημέρα, μικρέ λύκε! Πώς σε λένε;
- Καλημέρα, με λένε Άκη.
- Και πού πηγαίνεις έτσι γρήγορα, Άκη;
- Πηγαίνω φαγητό και άλλες λιχουδιές στη γιαγιά μου που είναι άρρωστη και ζει μόνη της σε μια καλύβα στην άλλη άκρη του δάσους.
Η Κοκκινοσκουφίτσα αμέσως σκέφτηκε πώς θα μπορούσε  να κλέψει τα φαγητά από το μικρό Άκη.
- Καλό δρόμο, Άκη, και να μου φιλήσεις τη γιαγιά σου, είπε η Κοκκινοσκουφίτσα και ο μικρός Άκης συνέχισε για το σπίτι της γιαγιάς. Η Κοκκινοσκουφίτσα όμως ήξερε ένα μονοπάτι, που θα την έβγαζε στο σπίτι της γιαγιάς, πολύ πιο γρήγορα. Έτσι κι έγινε. Έφτασε η Κοκκινοσκουφίτσα στο σπίτι της γιαγιάς και αφού χτύπησε την πόρτα, μπήκε στην καλύβα. Αφού ξεγέλασε και τη γιαγιά του μικρού Άκη, την έδεσε, την κλείδωσε στην ντουλάπα και αμέσως πήρε τη θέση της στο κρεβάτι. Μετά από λίγο ήρθε κι ο μικρός Άκης. Αφού χτύπησε την πόρτα, μπήκε στην καλύβα. Αμέσως πήγε στο δωμάτιο που ξάπλωνε η γιαγιά. Μόλις την είδε άρχισε να της κάνει ερωτήσεις.
-  Γιαγιά, γιατί δεν έχεις καθόλου τρίχωμα;
- Γιατί έχω γεράσει και έχασα το τρίχωμα μου.
- Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μικρά αυτιά;
- Γιατί δεν χρειάζεται να ακούω πια.
- Γιαγιά, γιατί δεν έχεις μυτερά δόντια;
- Για να μπορώ να τρώω τις λιχουδιές καλύτερα, είπε η Κοκκινοσκουφίτσα  και αμέσως πετάχτηκε από το κρεβάτι προσπαθώντας να αρπάξει το καλάθι του μικρού Άκη. Εκείνος, όμως χωρίς να χάσει χρόνο, βγήκε από την καλύβα και άρχισε να τρέχει. Η Κοκκινοσκουφίτσα βγήκε κι αυτή για να κυνηγήσει τον μικρό Άκη.  Για κακή της τύχη, όμως, εκείνη την ώρα έξω από την καλύβα περνούσε ο μπαμπάς του Άκη. Μόλις κατάλαβε ότι κυνηγάει τον μικρό γιο του, όρμησε να την σταματήσει και της είπε:
- Εάν ξανακούσω ότι προσπάθησες να κλέψεις φαγητό και λιχουδιές από μικρά ζωάκια, θα σε βρω και θα σε φάω.
Από τότε κανείς δεν άκουσε ποτέ για την Κοκκινοσκουφίτσα. Ο μπαμπάς λύκος μαζί με τον μικρό Άκη γύρισαν στην καλύβα και αφού ελευθέρωσαν την γιαγιά, έφαγαν όλοι μαζί παρέα και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
ΒΑΣΙΛΙΚΗ

 Μια φορά κι έναν καιρό η μαμά του Άκη του είπε να πάει λίγο φαγητό στην γιαγιά του.
-  Να προσέχεις την κοκκινοσκουφίτσα, του είπε η μαμά του.
- Εντάξει, είπε ο Άκης.
Το λυκάκι περπατούσε μέσα στο δάσος για να πάει στη γιαγιά του. ξαφνικά βλέπει μπροστά του την Κοκκινοσκουφίτσα και εκείνη τον ρώτησε.
- Πού πας, λυκάκι;
- Πάω φαγητό στη γιαγιά μου.
Εκείνη κρυφά κρυφά πάει πρώτη στο σπίτι της γιαγιάς. Δένει την γιαγιά  και την βάζει μέσα στην ντουλάπα. Φόρεσε τα ρούχα της γιαγιάς και ξάπλωσε.
Το λυκάκι μάζεψε πολλά λουλούδια για να τα δώσει στη γιαγιά του με πολλή αγάπη.
Όταν έφτασε στο σπίτι,  βρήκε την πόρτα ανοιχτή και μπήκε. Τότε ρώτησε  την γιαγιά του.
-  Γιατί το πρόσωπό σου είναι τόσο διαφορετικό και με κοιτάς άγρια;
- Γιατί θέλω τη γούνα σου.
Αμέσως το λυκάκι τρόμαξε και όρμησε πάνω της. Τέλος το λυκάκι χάρηκε που έσωσε τη γιαγιά του. 
Έτσι  έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: