Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑ

                      ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ
-         Γιαγιά μήπως έχεις κάποια ανάμνηση από τον πόλεμο του 1940;
-         Ήταν πολύ άσχημα και σκληρά εκείνα τα χρόνια. Εγώ δεν είχα γεννηθεί ακόμα αλλά γνωρίζω πράγματα από αυτά που  μου είπαν οι γονείς μου. Μια μέρα μάθανε ότι κατέβαιναν οι Γερμανοί στο χωριό μας. Όλοι άρχισαν να τρέχουν προς διάφορες κατευθύνσεις, μακριά από το χωριό, για να κρυφτούνε. Οι περισσότεροι πήγανε προς το δάσος. Η γιαγιά μου μέσα στον πανικό, ξέχασε το μωρό της στην κούνια και έφυγε. Λίγο έξω από το χωριό θυμήθηκε το μωρό της και γύρισε πίσω να το πάρει. Πιο πάνω από το χωριό μας οι Γερμανοί βρήκαν πέντε άτομα που τρέχανε να κρυφτούνε και τους σκοτώσανε αμέσως. Σήμερα υπάρχει και μνημείο προς τιμή τους σε εκείνο το σημείο. Όταν φτάσανε οι Γερμανοί στο χωριό κάψανε τα περισσότερα σπίτια, το σχολείο και την εκκλησία και σκοτώνανε όποιο βρίσκανε μπροστά τους. Εύχομαι να μην ζήσει ποτέ ξανά τέτοια δύσκολα χρόνια ο κόσμος.
       (ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΑΡΑΜΠΑΤΖΗ)


                         ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ  ΣΟΥΛΤΑΝΑ ΒΑΛΑΒΑΝΗ
-         Γιαγιά θυμάσαι κάτι από τον πόλεμο του 1940;
-         Ήμουν μικρή τότε, αλλά θυμάμαι πως όταν περνούσαν τα γερμανικά αεροπλάνα και βομβάρδιζαν την Έδεσσα, εμείς πέφταμε στο χώμα και ξαπλώναμε ακίνητα για να μην μας δουν οι Γερμανοί πιλότοι. Επίσης θυμάμαι πολύ έντονα την τελευταία μέρα του πολέμου, όταν δηλαδή οι Γερμανοί έφευγαν από την πόλη μας. Επειδή δεν ήθελαν να αφήσουν τα πυρομαχικά τους σ’ εμάς τους Έλληνες, τ’ ανατίναξαν. Ακούστηκε λοιπόν αργά το βράδυ από το στρατόπεδο, που βρίσκεται έξω από την πόλη, ένας εκκωφαντικός θόρυβος και επικράτησε παντού πανικός. Τα τζάμια των σπιτιών έσπασαν, ο ουρανός φωτίστηκε από τις λάμψεις, καπνός γέμισε όλη την ατμόσφαιρα, ο κόσμος έτρεχε τρομαγμένος έξω στους δρόμους. Εμείς τα παιδιά θέλαμε να κοιμηθούμε, όμως ο μπαμπάς μου δε μας άφηνε να μπούμε στο σπίτι μήπως και συμβεί κάτι χειρότερο. Έτσι  περάσαμε τη νύχτα. Όταν ξημέρωσε, είδα ένα γιατρό να περνά από σπίτι σε σπίτι και να ρωτά αν υπάρχει κάποιος τραυματίας. Μετά τον τρόμο που νιώσαμε το προηγούμενο βράδυ η ανακούφιση ήταν τεράστια. Την επόμενη μέρα για πολλή ώρα ακούγονταν καμπάνες των εκκλησιών και οι πανηγυρισμοί των κατοίκων.
     (ΑΝΙΑ ΒΑΛΑΒΑΝΗ)

                         ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΓΕΝΙΟ ΒΑΡΑΚΛΗ
Θυμάμαι στον πόλεμο του 40 ότι οι Γερμανοί κυνηγούσαν τον κόσμο. Υπήρχε πολλή πείνα και δυστυχία. Δεν άφηναν τον κόσμο να κυκλοφορεί στους δρόμους μετά τη δύση του ήλιου. Τα παιδιά πεινούσαν και πολλοί άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα. Κάποιοι προσπαθούσαν να βοηθήσουν την πατρίδα  και στήνανε παγίδες για να κάνουν ζημιά στους Γερμανούς ή να κλέψουν φαγητό. Η ζωή ήταν πολύ δύσκολη.
( ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΒΑΡΑΚΛΗΣ)

                          ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΑΡΗ ΜΩΥΣΙΔΗ
Ήταν Οκτώβρης του 1940. Ήμασταν πολεμιστές στα βουνά της Αλβανίας. Θυμάμαι που εκτός από τον πόλεμο και τον εχθρό είχαμε  να αντιμετωπίσουμε την πείνα και το κρύο. Οι γυναίκες ήταν επίσης φοβερές. Μας κουβαλούσαν ζεστά ρούχα και τρόφιμα. Πολλές πέθαναν στο δρόμο. Θυμάμαι τα λόγια ενός συμπολεμιστή μου: « Σύντροφε, να πεις στη μάνα μου ότι πολέμησα για την πατρίδα μέχρι την τελευταία στιγμή».
( ΒΙΚΥ ΜΩΥΣΙΔΗ)

                          ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΓΙΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ
Η γιαγιά μου, που ήταν μικρό κοριτσάκι στην κατοχή, μου διηγήθηκε ιστορίες από την εποχή εκείνη.
Αυτό που θυμόταν καλά και που τη φόβιζε ήταν όταν πετούσαν τα γερμανικά αεροπλάνα πάνω από την πόλη μας για να την βομβαρδίσουν.
Τότε η σειρήνα του σχολείου μας χτυπούσε διακεκομμένα για να κρυφτούν οι άνθρωποι  αμέσως στο κοντινότερο καταφύγιο και να είναι ασφαλείς.
Μόλις έφευγαν τα αεροπλάνα και δεν υπήρχε κίνδυνος η σειρήνα χτυπούσε συνεχόμενα.
Όλο αυτό τους φόβιζε και ένιωθαν ότι κινδύνευε η ζωή τους.
(ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΣΑΡΗΟΥΣΤΑ)

                         ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΕΡΓΙΟ ΜΑΣΤΡΟΓΙΑΝΝΗ
Την εποχή που την Ελλάδα την κατείχαν οι Γερμανοί, ο παππούς μου ήταν 13 χρονών.
Μια μέρα μου διηγήθηκε μια ιστορία που έζησε και θυμόταν από τότε.
Λόγω της φτώχειας που υπήρχε, πολλοί άνθρωποι έρχονταν στο χωριό του παππού μου και ζητούσαν φαγητό. Ο παππούς μου θυμάται ότι  και στο σπίτι της γιαγιά του είχαν έρθει πολλές φορές άνθρωποι να ζητήσουν φαγητό. Επειδή υπήρχε φτώχεια, τα παιδιά δεν είχαν  να φάνε γλυκά, όπως σήμερα. Μια φορά η γιαγιά του παππού μου κατάφερε να αγοράσει λίγη ζάχαρη. Την άφησε για λίγο στην αυλή κι ο παππούς μου έτρεξε να φάει. Όταν τον είδε η γιαγιά του να τρώει ζάχαρη άρχισε να τον μαλώνει. Εκείνη την στιγμή περνούσαν δυο Ιταλοί. Είδαν τη γιαγιά που  μάλωνε τον παππού  μου και της  είπαν να μην τον μαλώνει. Χάιδεψαν στο κεφάλι τον παππού μου και τον είπαν να φάει.
(ΛΑΖΑΡΟΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ)

                         ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΓΙΑΓΙΑ ΑΝΝΑ
-         Γιαγιά, θα μου διηγηθείς μια ιστορία από την Κατοχή στη Βέροια;
-         Εγώ στην Κατοχή ήμουν μικρή και δε θυμάμαι πολλά. Ένα περιστατικό όμως μου έχει μείνει στο μυαλό. Ηχούσαν οι σειρήνες, γιατί  θα βομβάρδιζαν τα γερμανικά αεροπλάνα. Η μαμά μου, μόλις τις άκουσε, πήρε το μικρότερο αδερφό μου στην αγκαλιά της και μένα απ’ το χέρι και τρέξαμε να κρυφτούμε στις σπηλιές, που είχε τότε στην περιοχή της Αγίας Κυριακής. Εκεί είχε μαζευτεί πολύς κόσμος για να προστατευτεί απ’ τις βόμβες. Επειδή όμως ο αδερφός μου έκλαιγε, οι υπόλοιποι φοβόντουσαν ότι θα τους βρουν οι Γερμανοί και ήθελαν να μας διώξουν απ’ τη σπηλιά. Η μαμά μου φοβισμένη προσπαθούσε να ησυχάσει το μωρό βάζοντάς το στο στήθος της για να θηλάσει. Από την πείνα όμως το γάλα είχε κοπεί. Εγώ ήμουν τόσο φοβισμένη που είχα κρυφτεί μέσα στα μακριά φουστάνια της μαμάς μου τρέμοντας. Ευτυχώς ο συναγερμός εκείνη τη στιγμή έληξε κι επιστρέψαμε στο σπίτι. Τέτοια χρόνια, αγόρι μου, να μην ξαναρθούν.
-         Σε ευχαριστώ γιαγιά.
               (ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΗΡΙΜΚΗΡΙΔΗΣ )

Δεν υπάρχουν σχόλια: