Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΠΟΔΗ (ΑΓΟΡΙΩΝ)

Η ΚΑΛΗ ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ  ΚΑΙ Ο ΛΥΚΟΣ

Το μικρό λυκάκι πρέπει να πάει φαγητό στην άρρωστη γιαγιά του.
«Προσοχή! Στο δάσος κυκλοφορούν επικίνδυνες Κοκκινοσκουφίτσες και κυνηγοί», είπε η μαμά λύκαινα στον Άκη, το μικρό λυκάκι.
«Γιατί να θέλουν το κακό μου;» ρώτησε ο Άκης.
«Γιατί οι άνθρωποι είναι κακοί, πολύ κακοί. Δεν αγαπάν κανένα ζώο, αλλά περισσότερο δεν αγαπάν εμάς τους λύκους» απάντησε η μαμά.
«Θα προσέχω» λέει ο Άκης. Και παίρνει το δρόμο για το σπίτι της γιαγιάς του που είναι πολύ μακριά. Προχωράει  μες στο δάσος για αρκετή ώρα.  Σταματάει και μαζεύει λίγα λουλούδια για τη γιαγιά του.
«Μμμμ… τι όμορφα που είναι τα λουλούδια! Ας μαζέψω μερικά για τη γιαγιάκα μου. Θα τα βάλω στο καλάθι με τα φαγητά. Να μη μου επιτεθεί καμία Κοκκινοσκουφίτσα και μου τα κλέψει»
Μετά από λίγο συναντά μια Κοκκινοσκουφίτσα.
-         Πώς σε λένε λυκάκι μου;
-         Άκη. Εσένα πώς σε λένε;
-         Εγώ δεν έχω όνομα. Με φωνάζουν Κοκκινοσκουφίτσα, επειδή φορώ συνέχεια ένα  κόκκινο σκουφάκι. Είμαι η καλή Κοκκινοσκουφίτσα.
-         Τι; Εσύ είσαι καλή; Εμένα μου έχουν πει οι γονείς μου ότι όλοι οι άνθρωποι είναι κακοί.
-         Όχι, εγώ είμαι καλή. Οι άλλες Κοκκινοσκουφίτσες είναι κακές.
-         Δηλαδή εσύ δε θα μου πάρεις τα λουλούδια που πάω στη γιαγιάκα μου;
-         Όχι. Ποτέ. Θες να γίνουμε φίλοι;
-         Ναι! Ας μαζέψουμε λουλούδια.
-         Πέρασαν πολλή ώρα μαζεύοντας λουλούδια και γελώντας. Ο Άκης το λυκάκι και η Κοκκινοσκουφίτσα έγιναν πολύ καλοί φίλοι. Άκουσαν κάτι πυροβολισμούς από κυνηγούς και κρύφτηκαν. Μετά από λίγο σταμάτησαν οι πυροβολισμοί και ο Άκης και η Κοκκινοσκουφίτσα άρχισαν να παίζουν. Όμως πέρασε η ώρα. Οι δυο φίλοι αποχαιρετήθηκαν. Ο Άκης πήγε στη γιαγιά του. Μόλις έφτασε εκεί έδωσε, της έδωσε τα φαγητά, την αγκάλιασε και έφυγε.
Όταν γύριζε σκεφτόταν ότι έκανε μια καλή φίλη που δε θα τον πειράξει ποτέ…
ΛΑΖΑΡΟΣ


ΤΟ ΛΥΚΑΚΙ ΚΙ Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ
Μια μέρα ο Άκης ο Λυκάκης αποφάσισε να επισκεφτεί την άρρωστη γιαγιά του. Ζήτησε από τη μαμά του να του βάλει σε ένα καλάθι λίγα κουλουράκια για να τα δώσει στη γιαγιά του.
Πριν φύγει του είπε η μαμά του: Να προσέχεις, γιατί έξω υπάρχουν κακές  Κοκκινοσκουφίτσες. Ο Άκης πρόσεχε πάρα πολύ, αλλά στο σταυροδρόμι για το σπίτι της γιαγιάς του τον είδε μια Κοκκινοσκουφίτσα. Η Κοκκινοσκουφίτσα επειδή ήξερε καλύτερα τα κατατόπια πήρε τον πιο σύντομο δρόμο. Μπήκε μέσα στο σπίτι κλείδωσε τη γιαγιά του Άκη στην ντουλάπα και φόρεσε τα ρούχα της. Μόλις έφτασε ο Άκης χτύπησε την πόρτα και φώναξε: Γιαγιά είσαι εδώ;
Η κοκκινοσκουφίτσα απάντησε: Μέσα είμαι πέρνα.
Το λυκάκι είπε στη γιαγιά του: Σου έφερα κουλουράκια, γιατί σκέφτηκα ότι θα πεινάς.
Η Κοκκινοσκουφίτσα είπε: Δεν χρειαζόταν, γιατί θα φάω εσένα. Αποκαλύφθηκε και έτσι έκανε. Τον έφαγε.
…..
ΚΩΣΤΑΣ ΝΤ.

Το μικρό λυκάκι πρέπει να πάει φαγητό στην άρρωστη γιαγιά του.
«Προσοχή! Στο δάσος κυκλοφορούν επικίνδυνες Κοκκινοσκουφίτσες και κυνηγοί», είπε η μαμά λύκαινα στον Άκη, το μικρό λυκάκι.
«Γιατί να θέλουν το κακό μου;» ρώτησε ο Άκης.
«Αυτοί πιστεύουν ότι τα κοπάδια τους κινδυνεύουν από εμάς τους λύκους και για αυτό θέλουν να  μας σκοτώσουν!»
Ο Άκης ο Λυκάκης, όλο χαρά μπήκε στο δάσος. Στο δρόμο συνάντησε πολλά ζωάκια.
Σε μια στιγμή άκουσε θόρυβο, γύρισε και με τρόμο είδε την Κοκκινοσκουφίτσα.
«Πού πηγαίνεις μικρούλικο  μου;» τον ρώτησε με άγρια φωνάρα.
«Πηγαίνω κάποια πράγματα στη γιαγιά μου που είναι άρρωστη», απάντησε τρέμοντας ο Άκης.
«Και που μένει η γιαγιά σου;»
«Στην άλλη άκρη του δάσους, στη μεγάλη αγέλη των γκρίζων λύκων».
«Αααα ναι. Τότε σε χαιρετάω». Έφυγε γρήγορα για να πει στον κυνηγό ότι ξέρει που είναι μια μεγάλη αγέλη λύκων.
Τότε ο Άκης θυμήθηκε τα λόγια της μαμάς και πήρε σύντομο δρόμο για την αγέλη. Τους προειδοποίησε ότι πλησιάζουν η Κοκκινοσκουφίτσα και ο κυνηγός.
Πήραν τη γιαγιά και έφυγαν  γρήγορα για το βουνό.
Όταν πήγαν, η Κοκκινοσκουφίτσα και ο κυνηγός, στο μέρος που ήταν πρώτα  οι λύκοι, κατάλαβαν ότι το μικρό λυκάκι ειδοποίησε την αγέλη.
Ο Άκης ήταν εκεί κοντά και τους έβλεπε. Ένιωθε ευτυχισμένος που έσωσε την αγέλη.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΖ.


Το μικρό λυκάκι πρέπει να πάει φαγητό στην άρρωστη γιαγιά του.
«Προσοχή! Στο δάσος κυκλοφορούν επικίνδυνες Κοκκινοσκουφίτσες και κυνηγοί», είπε η μαμά να στον Άκη, το μικρό λυκάκι.
«Γιατί να θέλουν το κακό μου;» ρώτησε ο Άκης.
«Γιατί πιστεύουν πως είμαστε επικίνδυνα ζώα¨, είπε η μαμά λύκαινα.
Ο Άκης άκουσε προσεχτικά τη μητέρα του πήγαινε φοβισμένος προς το δάσος.
Ξαφνικά στο δρόμο του είδε ένα ζουμερό και τρυφερό ελάφι πεσμένο στο χόρτο. Του Άκη του έτρεξαν τα σάλια και έτρεξε αμέσως πάνω στο ελάφι. Με μια δαγκωματιά ο Άκης ξέσκισε τη σάρκα του ελαφιού. Κατάλαβε όμως ότι η σάρκα ήταν από πούπουλα. Η πρώτη του σκέψη ήταν ότι είναι παγίδα του κυνηγού και της Κοκκινοσκουφίτσας.
Όταν γύρισε την πλάτη του διαπίστωσε πως η σκέψη του ήταν σωστή. Ο Άκης τους είδε και τρόμαξε πολύ. Έτρεξε γρήγορα στα δέντρα και κρύφτηκε πίσω από ένα μεγάλο γέρικο δέντρο. Όμως ο κυνηγός τον βρήκε. Ο Άκης έκλεισε τα μάτια του ξέροντας ότι ο κυνηγός θα τον σκότωνε.
Η Κοκκινοσκουφίτσα είδε τον Άκη και τον λυπήθηκε. Γι’ αυτό εμπόδισε τον κυνηγό με ένα αποφασισμένο βλέμμα. Ο κυνηγός είδε το βλέμμα της και αποφάσισε να μην κάνει κακό στον Άκη.
Ο Άκης για να τους ευχαριστήσει, έβγαλε τα ταπεράκια με τα φαγητά και μέσα σε λίγη ώρα τα έφαγαν όλα. Έτσι έγιναν φίλοι και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
ΧΡΗΣΤΟΣ


Το μικρό λυκάκι πρέπει να πάει φαγητό στην άρρωστη γιαγιά του.
«Προσοχή! Στο δάσος κυκλοφορούν επικίνδυνες Κοκκινοσκουφίτσες και κυνηγοί»,  είπε η μαμά λύκαινα στον Άκη, το μικρό λυκάκι.
«Γιατί να θέλουν το κακό μου;» ρώτησε ο Άκης.
«Γιατί είσαι ένα μικρό λυκάκι όμορφο και στρουμπουλό», είπε η μαμά του.
Ο Άκης ξεκίνησε για το σπίτι της γιαγιά του. Στο δρόμο μάζεψε λίγα λουλούδια να τα πάει στη γιαγιά του. Στη συνέχεια συνάντησε μια Κοκκινοσκουφίτσα. Ξέχασε τη συμβουλή της μητέρας του και την πλησίασε για να της  δώσει ένα λουλούδι.
-  Τι γυρεύει ένα μικρό λυκάκι μόνο του μες στο δασάκι;
- Πηγαίνω φαγητό στην άρρωστη γιαγιά μου.
- Θα μου δώσεις λίγο απ’ το φαγητό σου, γιατί πεινάω.
- Μα και βέβαια, κυρία Κοκκινοσκουφίτσα, μόνο να μείνει και για τη γιαγιά μου λίγο φαγητό.
- Μπράβο, είσαι καλό λυκάκι. Θα σε πάω στη γιαγιά σου από ένα μονοπάτι που δεν περνάνε κυνηγοί.
- Σ’ ευχαριστώ, καλή μου Κοκκινοσκουφίτσα.
« Χμ! σκέφτηκε, το έχαψε για τα καλά…»
Έτσι πήραν το δρόμο μέσα από το μονοπάτι.
Μόλις φτάσανε στο σπίτι της γιαγιάς του λύκου η Κοκκινοσκουφίτσα του είπε:
-         Περίμενε εδώ έξω για να δω αν είναι κανένας κυνηγός εδώ γύρω.
Αμέσως έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο της. «Θα κρύψω τη γιαγιά για να φάω όλο το φαγητό της εγώ», σκέφτηκε.
Όμως μέσα στο σπίτι της γιαγιάς ήταν ο μπαμπάς λύκος που έτυχε να περνάει από τη γειτονιά. Μόλις την είδε από το παράθυρο πήρε το ξύλο που κάνει πίτες η γιαγιά και βγήκε να την κυνηγήσει.
Αμέσως η Κοκκινοσκουφίτσα το έβαλε στα πόδια.
Ο μικρός λύκος φώναξε στον πατέρα του: «Μη μπαμπά, είναι φίλη μου»
Ο μπαμπάς είπε: « Οι Κοκκινοσκουφίτσες δεν είναι φίλες μας. Θέλουν μόνο το κακό μας. Γι’ αυτό άλλη φορά να είσαι πιο προσεκτικός. Εντάξει, παιδί μου;»
«Ναι πατέρα μου. Σ’ ευχαριστώ».
Και κάθισαν να φάνε όλοι χαρούμενοι.
ΕΥΓΕΝΙΟΣ


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν στη μια μεριά του δάσους οι μαύροι και οι καφέ λύκοι. Απ’ την άλλη μεριά μερικοί άνθρωποι και λίγο πιο μέσα είχε ξύλινα σπιτάκια που ζούσαν οι λυκογιαγιάδες και οι κανονικές γιαγιάδες.
Μια μέρα επειδή η κυρία Λύκαινα είχε φτιάξει ψητό κοτόπουλο με μελιτζάνες και σάλτσα, είπε την Κοκκινοσκουφίτσα να πάει  φαγητό στη γιαγιά της.  Το ίδιο έκανε και η άλλη μαμά.
Στο δρόμο η Κοκκινολυκίτσα σκόνταψε σε μια ρίζα δέντρου. Όταν συνήλθε είδε την Κοκκινοσκουφίτσα και είπε: « Καλά βλέπω τον εαυτό μου;» Η Κοκκινοσκουφίτσα έκανε την ίδια σκέψη.
Κάθισαν κάτω από ένα δέντρο και έπιασαν την κουβέντα. Ανακάλυψαν πως είχαν πολλά κοινά μεταξύ τους. Μάζεψαν από ένα μπουκέτο λουλούδια και η καθεμία πήγε  στη γιαγιά της.
ΝΙΚΟΣ

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ο Άκης  το λυκάκι και η μαμά του.
Μια μέρα η  μαμά του τον έστειλε να πάει στη γιαγιά λύκαινα φαγητό. Του είπε να προσέχει την Κοκκινοσκουφίτσα.
Ο Άκης συνάντησε  την Κοκκινοσκουφίτσα και αυτή έτρεξε πρώτη στη γιαγιά του. Την έπιασε και την έβαλε μέσα στο σάκο.
Ο Άκης δε φοβήθηκε. Πάλεψε με την Κοκκινοσκουφίτσα, την νίκησε και ελευθέρωσε τη γιαγιά του.
ΘΑΝΑΣΗΣ

Το μικρό λυκάκι πρέπει να πάει φαγητό στην άρρωστη γιαγιά του.
«Προσοχή! Στο δάσος κυκλοφορούν επικίνδυνες Κοκκινοσκουφίτσες και κυνηγοί»,  είπε η μαμά λύκαινα στον Άκη, το μικρό λυκάκι.
«Γιατί να θέλουν το κακό μου;» ρώτησε ο Άκης.
«Ούτε και εγώ ξέρω», είπε η μαμά λύκαινα.
«Εντάξει, θα πάω αλλά θα προσέχω πολύ», είπε ο Άκης και έφυγε. Καθώς προχωρούσε έβλεπε πολλά λουλούδια. Εκεί που προχωρούσε είδε μια Κοκκινοσκουφίτσα και ξέχασε αυτά που του είπε η μαμά λύκαινα.
-         Γεια σου Κοκκινοσκουφίτσα.
-         Γεια σου λυκάκι, και έγλειψε τα χείλη της. Πού πας;
-         Πηγαίνω στη γιαγιά μου.
-         Και εγώ εκεί πηγαίνω. Από εδώ πας  πιο γρήγορα. Τον κορόιδεψε η  Κοκκινοσκουφίτσα.
 Ο Άκης έφυγε από εκεί αλλά έφτασε πιο αργά στη γιαγιά του. Όταν έφτασε, είδε ότι η πόρτα ήταν ανοιχτή. Μπήκε μέσα και είδε  τη γιαγιά του να κάθεται στο κρεβάτι.
Πήγε στη γιαγιά του και της είπε:
-         Γεια σου γιαγιά. Γιατί έχεις μεγάλα αυτιά;
-         Για να σε ακούω καλά.
-         Γιαγιά γιατί έχεις και μεγάλα μάτια;
-         Για να σε βλέπω καλά.
-         Και γιατί, γιαγιά,  έχεις μεγάλο στόμα;
-         Για να σε φάω.
Όταν ο Άκης άκουσε αυτό το πράγμα, κατάλαβε ότι τον κορόιδεψε, η Κοκκινοσκουφίτσα,  και έφαγε τη γιαγιά του. Τότε η Κοκκινοσκουφίτσα άρπαξε τον Άκη και τον έφαγε.
Ευτυχώς τα ζώα του δάσους είπαν στον κυνηγό - λύκο ότι μια Κοκκινοσκουφίτσα έφαγε τον Άκη.
Έτρεξε τότε και σκότωσε την Κοκκινοσκουφίτσα. Έκοψε την κοιλιά της και έβγαλε τον Άκη και τη γιαγιά του.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: