Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Ο Ζητιάνος και ο χιονάνθρωπος

της Τόνιας Χατζηδάκη


Ήταν  μια παγωμένη νύχτα του χειμώνα. Ψυχή δεν κυκλοφορούσε στους χιονισμένους δρόμους. Ένας χιο­νάνθρωπος μόνο έστεκε έρημος κι ακίνη­τος στο πεζοδρόμιο. Ήταν ένας συνηθι­σμένος χιονάνθρωπος: Με σκούφο, κα­σκόλ της γιαγιάς, καροτίσια μύτη, σκούπα στο χέρι, όπως όλοι οι χιονάνθρωποι του κόσμου δηλαδή. Αυτός όμως ένιωθε κου­ρασμένος και λυπημένος.
Τα παιδιά αφού τον έφτιαξαν όλο κέφι το πρωί, του βγάλαν την ψυχή παίζοντας μαζί του ως αργά και έπειτα τον παράτησα θεομόναχο.
Όλη μέρα του πετούσαν χιονομπαλιές βάζοντας τον στο σημάδι. Από το χιονοπόλεμο ήρθε και στράβωσε η μύτη του κα μια μπαλιά κόλλησε στην πλάτη του κάνοντάς τον να φαίνεται καμπούρης. Τώρα νιώθει όλο το κορμί του να πονάει.
«Τα παιδιά», σκέφτεται λυπημένος, «λαχτα­ρούν τόσο να αποκτήσουν κάτι και όταν το αποκτήσουν τους αρέσει να το παι­δεύουν. Όπως τα ζωάκια. Τους χαρίζουν ένα γατάκι που ήθελαν κι ύστερα όλη μέρα του τραβούν την ουρά, το κυνη­γούν, το τσιμπούν, τους αρέσει να το βασανίζουν».
Πάνω που τα σκεφτόταν αυτά, βλέπει μια σκιά να κινείται στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ποιος να είναι τέτοια ώρα μες στην παγωνιά; Η σκιά πλησιάζει στο φως του ηλεκτρικού και τότε βλέπει πως είναι ένας ζητιάνος που περπατά σφίγγοντας το σακάκι του. Ούτε σκούφο φορά, ούτε γάντια, ούτε τίποτα.
- Καλησπέρα!
- Καλησπέρα!
- Κρύο, έ;
- Όχι και τόσο. Κοντεύω να λιώσω με το σκούφο και το κασκόλ που μου έχουν τυλίξει.
Και βλέποντας τη λαχτάρα στο βλέμμα του ζητιάνου, ο χιονάνθρωπος συνεχίζει:
- Πάρ ‘τα άμα τα θες, Στα χαρίζω.
- Σ' ευχαριστώ πολύ.
Ο ζητιάνος τα παίρνει χαρούμενος και τα φοράει. Αμέσως νιώθει μια ζεστασιά να τον τυλίγει.
- Τι έπαθε η μύτη σου;
- Μου τη στράβωσε μια μπαλιά από χιονοπόλεμο το πρωί. Δε βαριέσαι...
Ο ζητιάνος την πιάνει και τη βάζει στη θέση της. Έπειτα του τινάζει το χιόνι από την πλάτη, Τώρα φαίνεται όμορφος και γερός όπως πρώτα.
- Πρέπει να του χαρίσω κι εγώ κάτι.
Λέει ο ζητιάνος και ψάχνει στις τσέπες του.
- Πάρε, να με θυμάσαι. Τα βρήκα σε ένα δρόμο.
Του δίνει ένα άδειο κουτάκι από κόκα- κόλα και μια τσατσάρα.
- Σ' ευχαριστώ. Είναι τόσο όμορφα. Και η καρδιά του χιονάνθρωπου χτυπά δυνατά.
- Θέλεις να γίνουμε φίλοι;
- Αν θέλω λέει; Θα μου πεις σε παρακαλώ τι είδες στους δρόμους της πόλης; Θα έχεις δει τόσο σπουδαία πράγματα!
Και ο ζητιάνος άρχισε να του διηγείται για τα σπουργίτια που έψαχναν σπόρους στα χιονισμένα πάρκα, τις κυρίες με τις πολύχρωμες ομπρέλες – «σαν ουράνιο τόξο είναι οι δρόμοι!» Έλεγαν, έλεγαν, όλη τη νύχτα.
- Έπειτα αφού πέρασε - ούτε κι εγώ ξέρω πόση ώρα - κουβεντιάζοντας, αποχαιρετί­στηκαν.
- Είναι αργά. Πρέπει να πηγαίνω. Καληνύχτα!
- Καληνύχτα!
- Θα ξανάρθεις;
 - Θα  ξαναρθώ.
Ο χιονάνθρωπος τον είδε να του κουνάει το χέρι καθώς απομακρυνόταν μέσα στην  παγωνιά.
- Αύριο άκουσε να λένε τα παιδιά πως θα μου φέρουν και γάντια! Του φώναξε δυνατά για τελευταία φορά. Το άλλο πρωί τα παιδιά αντίκρισαν έναν χιονάνθρωπο διαφορετικό. Φαινόταν λες πιο όμορφος, θα ορκίζονταν κιόλας κα­νείς πως χαμογελούσε.
- Για δες! Φώναξε ένα παιδί. Λείπουν ο σκούφος και το κασκόλ του!  Κάποιος θα τα έκλεψε μέσα στη νύχτα.
- Μα όχι, όχι δεν τα έκλεψαν. Εγώ ο ίδιος τα χάρισα σε ένα φίλο μου.
Όμως κανείς δεν τον άκουσε. Δεν κατα­λαβαίνουν βλέπεις όλοι τους χιονάνθρω­πους όταν μιλούν.
-   Δεν πειράζει, θα φέρω άλλα από το δωμάτιο μου. Είπε ένα άλλο παιδί. Που ξέρεις μπορεί και να κρυώνει..,.       
Έριξε μια τελευταία ματιά στο χιονάνθρωπο καθώς ξεκινούσε και αναρωτήθηκε πως να βρέθηκαν άραγε η τσατσάρα και το κουτί της κόκα-κόλα κοντά στα πόδια του. «Μπα θα τα ‘φερε ο αέρας», Μουρμούρισε αδιάφορα και δεν πρόσεξε ένα τόσο δα μικρό χαμόγελο που σχηματίστηκε στο πρόσωπο του καλόκαρδου χιονάνθρω­που.         



Δεν υπάρχουν σχόλια: