Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ... ΑΝΑΠΟΔΗ

Η ΚΑΚΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΛΥΚΑΚΙ
Μια φορά κι έναν καιρό στο δάσος των λύκων  ζούσε μια οικογένεια λύκων.
Μια μέρα το μικρό λυκάκι ήθελε να πάει φαγητό στην γιαγιά του.
Η μαμά του τον προειδοποίησε να προσέχει τις παγίδες γιατί άμα δεν τις δει θα πέσει πάνω σε αυτές.
Το λυκάκι ξεκίνησε. Είδε μια παγίδα και γιατί ήταν έξυπνο πήγε από την άλλη μεριά. Μετά είδε μια κακιά κοκκινοσκουφίτσα και έφυγε αμέσως.
Έφτασε στο σπίτι της γιαγιά και χτύπησε το κουδούνι. Μπήκε μέσα και έδωσε το φαγητό στη γιαγιά του.
ΜΑΡΙΑ ΙΓ.

Η ΚΑΚΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ ΚΑΙ Ο ΚΑΛΟΣ ΛΥΚΟΣ
Μια φορά κι ένα καιρό, ένα καλοκαίρι, στο δάσος, ο Κώστας, το μικρό λυκάκι, έπρεπε να πάει φαγητό στην άρρωστη γιαγιά του. Ξεκίνησε ο Κώστας, το μικρό λυκάκι, και στο δρόμο του συνάντησε ένα μικρό λιβάδι με λουλούδια. Όταν μάζεψε τα λουλούδια πίσω από ένα θάμνο βγήκε μια κακιά κοκκινοσκουφίτσα.
-         Γεια σου λυκάκι, τι κάνεις;
-         Φύγε από δω κοκκινοσκουφίτσα. Με τρόμαξες!
-         Γιατί βρε, εγώ θέλω να παίξουμε.
-         Η μαμά μου μου είπε να μη σε μιλήσω.
-         Γιατί;
-         Γιατί τρομάζεις όλα τα ζώα του δάσους και καταστρέφεις όλα τα λουλούδια.
-         Και σένα τι σε πειράζει; Ζώα του δάσους είναι φίλοι μου και τα λουλούδια ομορφαίνουν το δάσος. Κι εγώ τώρα βιάζομαι, άσε με να φύγω.
-         Καλά και που πας βιαστικός;
-         Πάω φαγητό στην  άρρωστη γιαγιά μου.
-         Και είναι μακριά;
-         Ναι, στην άλλη πλευρά του δάσους, είπε και έφυγε το  λυκάκι τρέχοντας.
Όμως η κοκκινοσκουφίτσα τον ακολούθησε. Κρυβόταν σε όλο το δρόμο πίσω από θάμνους και δέντρα για να μην την καταλάβει το λυκάκι.
Μόλις έφτασε το λυκάκι στην γιαγιά του, κάθισε για να πιουν ζεστό τσαγάκι και έβαλε ένα ξύλο στο τζάκι για να ζεσταθούν.
Τότε η κοκκινοσκουφίτσα που την ακολούθησε ανέβηκε στη σκεπή του σπιτιού και έκλεισε τον καπνοδόχο του τζακιού με ένα μεγάλο κούτσουρο.
Έτσι σιγά σιγά όλο το σπίτι της γιαγιά λύκαινας γέμισε καπνό.
Αμέσως το μικρό λυκάκι άνοιξε όλα τα παράθυρα και βοήθησε τη γιαγιά να βγει από το σπίτι, γιατί δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Εκείνη τη στιγμή περνούσε από κει ένας οικολόγος. Μόλις τους είδε έτρεξε μέσα στο σπίτι για να σβήσει το τζάκι και έφερε και στη γιαγιά νεράκι να πλυθεί και μια καρέκλα για να καθίσει. Το μικρό λυκάκι τρομαγμένο έκλαιγε και η κοκκινοσκουφίτσα κρυμμένη πίσω από το θάμνο γελούσε.
Μόλις την κατάλαβε ο οικολόγος έβγαλε το όπλο του και την κυνήγησε και την έδιωξε μακριά. Μετά γύρισε στη γιαγιά και έβγαλε το κούτσουρο από την καπνοδόχο.
Η γιαγιά για να τον ευχαριστήσει τον κέρασε τα φαγητά που είχε φέρει το μικρό λυκάκι. Έτσι έφαγαν όλοι μαζί και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
ΕΥΓΕΝΙΟΣ

ΤΑ ΛΥΚΑΚΙΑ
Μια φορά και έναν καιρό ζούσαν δυο μικρά λυκάκια με την οικογένειά τους σε ένα πανέμορφο δάσος.
Η μαμά τους τους έντυσε, τους ετοίμασε φαγητό για να πάνε στο δασονηπιαγωγειό. Πριν  φύγουν τους είπε να προσέχουν, γιατί τώρα τελευταία κυκλοφορούν κακές κοκκινοσκουφίτσες και κυνηγοί.
Τα λυκάκια, η Μαριάννα και ο Άρης, συμφώνησαν και ξεκίνησαν το δρόμο για το νηπιαγωγείο. Στο δρόμο συνάντησαν πάνω σ’ ένα δέντρο μια κουκουβάγια. Τους είπε ότι αυτό το μέρος είναι πολύ επικίνδυνο.
-         Προσέξτε καλά μου λυκάκια τις κοπέλες με τα κόκκινα και τους ανθρώπους.
-         Εντάξει θα προσέχουμε.
Εκεί που περπατούσαν πιάστηκαν σε παγίδες που έστησαν οι κοκκινοσκουφίτσες
Μόλις κατάλαβαν ότι δεν μπορούν να ξεφύγουν από την παγίδα τα έχασαν. Κάθισαν ήρεμα και σκέφτηκαν πως πιο σωστό είναι να φωνάζουν δυνατά μήπως τους ακούσει η μαμά τους. Τις φωνές τους τις άκουσε η κουκουβάγια και αμέσως πέταξε για να τα βοηθήσει. Άνοιξε με τα νύχια της την παγίδα και ελευθέρωσε τα λυκάκια.
Αυτά έτρεξαν φοβισμένα αλλά γεμάτα χαρά στην αγκαλιά της μαμάς τους και της διηγήθηκαν τι είχαν πάθει.
Από τότε ο λύκος δε συμπαθεί καθόλου την Κοκκινοσκουφίτσα.
ΑΝΙΑ

Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΠΟΔΗ

Ένα πρωινό του καλοκαιριού ένα μικρό λυκάκι, ο Ιγνάτιος, ζήτησε από τη μαμά του να πάει να μαζέψει μήλα στο δάσος των μήλων για να φτιάξει μηλόπιτα.
Η μαμά του του λέει να προσέχει τις παγίδες και τους κακούς ανθρώπους. Το λυκάκι αγνοώντας τα λόγια της μαμάς του τρέχει γρήγορα για να βρει μήλα. Στο δρόμο του συνάντησε ένα κοράκι που του είπε:
-  Μικρό λυκάκι πρόσεχε!
- Τι να προσέχω, απάντησε εκείνο.
- Λίγο πιο κάτω υπάρχει ένα ξέφωτο που είναι γεμάτο παγίδες.
- Και πώς θα τις περάσω;
- Να πας γύρω-γύρω
- Ευχαριστώ.
Ο Ιγνάτιος περπάτησε αρκετά και έφτασε στο ξέφωτο. Εκεί περπάτησε γύρω-γύρω, όπως του είπε το κοράκι για να γλιτώσει απ’ τις παγίδες.
Έτσι όπως πήγαινε μέσα στην ηρεμία του δάσους, ξαφνικά ακούει φωνές. Ήταν ζωάκια που τρέχανε τρομαγμένα, για να γλιτώσουν.
Ένα ελάφι βρέθηκε μπροστά του.
-         Τι συμβαίνει, ρώτησε ο Ιγνάτιος.
-         Τρέχα να σωθείς. Έρχεται η Κοκκινοσκουφίτσα για να σκοτώσει τα ζώα.
Ο Ιγνάτιος αναστατώθηκε αλλά προσπάθησε να μείνει ψύχραιμος. Τότε του ήρθε μια ιδέα για να σωθεί απ’ την Κοκκινοσκουφίτσα.
Άρχισε να φωνάζει δυνατά: «Οου,  Κοκκινοσκουφίτσα, έλα να με πιάσεις».
Η Κοκκινοσκουφίτσα άρχισε να τον κυνηγάει. Ο Ιγνάτιος έτρεξε προς το ξέφωτο. Η Κοκκινοσκουφίτσα στην προσπάθεια της να τον πιάσει ξέχασε τις παγίδες που είχε βάλει στο ξέφωτο κι έπεσε σε μια από αυτές.
- Σώσε με, ε παρακαλώ, είπε στο λυκάκι.
Μόνο αν υποσχεθείς ότι δε θα ξαναπειράξεις τα ζώα του δάσους, απάντησε ο Ιγνάτιος.
-         Στο  υπόσχομαι. Από δω και πέρα θα είμαι καλό κορίτσι, του είπε.
-         Ο Ιγνάτιος τη βοήθησε να βγει απ’ την παγίδα κι η Κοκκινοσκουφίτσα του ζήτησε να γίνουν φίλοι.
-         Πήγαν μαζί να μαζέψουν μήλα κι ο Ιγνάτιος την κάλεσε στο σπίτι του να φάει μηλόπιτα.
 Και έζησαν αυτή καλά και εμείς καλύτερα.
ΧΡΗΣΤΟΣ

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ωραίο,ε... Έτσι αντιγράφω και την εργασία του σχολείου! Thanks.

fotis είπε...

Οι εργασίες είναι για να παίρνουμε ιδέες και όχι να αντιγράφουμε.

ΣΤΕΛΛΑ είπε...

ΤΕΛΕΙΑ ΟΛΑ ΜΠΡΑΒΟ ΠΑΙΔΙΑ

ΣΤΕΛΛΑ είπε...

ΤΕΛΕΙΑ ΟΛΑ ΜΠΡΑΒΟ ΠΑΙΔΙΑ

Unknown είπε...

Ωραίες ιδέες παιδιά!!
^_^
❤❤

tsxd είπε...

Το πρώτο Δημοτικό της Λήμνου ειναι πολύ καλύτερο ειδικά η δ1 τάξη