Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

Τα λαζαράκια

(της Ζώης Κανάβα από το περιοδικό «Συνεργασία»)
Ήταν του Λαζάρου, είχαν στην αυλή τους φούρνο — μοσχομύρισε το σπίτι, και ας έπεσαν λειψές και οι σταφίδες, που σημείωναν τα μάτια, τη μύτη, το στόμα στα λαζα­ράκια και βγήκαν μερικά κουτσομύτικα.Η μάνα τα κοίταξε σαν να έφταιγε εκείνη που έγιναν έτσι. Η  καμπάνα, που καλούσε τους πιστούς στην εκκλησιά, μόλις που ακούστηκε: ντιν... νταν... ντον... ξεψυχισμένα. Και με διακοπές.
Η νενέ άναψε το καντήλι κι έκα­νε το σταυρό της.
— Αχ, Μανολιό, Μανολιό, αναστέ­ναξε. Μήτε την καμπάνα δεν μπο­ρείς πια να σημάνεις σωστά. Έρεψες, φουκαρά μου, κι εσύ από την πείνα.
Ήταν η δεύτερη χρονιά της ιταλογερμανικής κατοχής. Η κάθε μέ­ρα που ξημέρωνε σώρευε όλο κι άλλα δεινά στον κατακαημένο μας τόπο. Στα μαγαζιά δεν έβρισκες ν' αγοράσεις πια τίποτε. Ο κόσμος πεινούσε.
Η μάνα, για να μας φτάσει το αλεύρι ως την καινούρια σοδειά, το ανακάτωνε με καλαμποκίσιο και κριθαρένιο, που τ' αλέθαμε χο­ντρό χοντρό για τα ζώα. Και μ' αυ­τό ζύμωσε και τα λαζαράκια, τις κούκλες, που πλάθαμε πάντα αυτή τη μέρα, κι εμείς τα μικρά τα περι­μέναμε πως και πως.
Όταν τα έβγαλε απ' το φούρνο, τον δικό μας, που τον είχαμε στην αυλή — όλα τα σπίτια τότε στο χω­ριό, τα νοικοκυρόσπιτα είχαν στη αυλή τους φούρνο- μοσχομύρισε το σπίτι, και ας έπεσαν λειψές και οι σταφίδες, που σημείωναν τα μάτια, τη μύτη, το στόμα στα λαζαράκια και βγήκαν μερικά κουτσομύτικα.
Η μάνα τα κοίταξε με συμπόνια, σαν να έφταιγε εκείνη που δεν έγιναν  όπως θα έπρεπε.
— Και του χρόνου καλύτερα νύφη, ευχήθηκε η νενέ και τα λόγια της ακούστηκαν όχι τόσο σαν  παρηγοριά ή σαν ευχή. Μα προπάντων σαν πρόβλεψη, σαν βεβαιότητα, ότι σίγουρα θα ήταν του χρόνου καλύτερα.
Πάνω στην ώρα έρχεται Ιταλός καραμπινιέρος να γυρέψει αυγά. Ερχόταν συχνά κι αν δεν του δίναμε, τουλάχιστο τέσσερα πέντε κάθε φορά, δεν ξεκολλούσε να φύγει. Κολλιτσίδα τον λέγαμε.
— Νάτος πάλι, ο αφορεσμένος, μονολόγησε η νενέ όταν τον είδε. Βρήκε την ώρα ο κοκορόφτερος  να έρθει,  και, παραμερίζοντας μαλακά τη μάνα, βγήκε μπροστά.
Προσπάθησε να του εξηγήσει ότι σήμερα δεν είχαμε καθόλου αυγά. Τα φιλέψαμε στα κοριτσάκια που ήρθαν και μας τραγούδησαν το Λάζαρο. Μα ο Ιταλός ούτε που έδωσε σημασία τι του έλεγε. Παρασταίνοντας τον κουφό, την έσπρωξε απ' το δρόμο του και τρά­βηξε ίσια για το κοτέτσι. Σηκώνει τις κότες απ' τις φωλιές, κι όσα αυγά βρήκε, τα μάζεψε όλα. Ακό­μη και τα προσφώλια*. (*Αυτό το αυγό δεν το παίρνουν ποτέ, για ν' αναγνωρίζουν οι κότες τη φωλιά τους, να μη ξενογεννούν).
Τότε έγινε κάτι που κανείς μας δεν το περίμενε. Ο αδερφός μου ο Σταύρος, που ήταν άρρωστος από μαγουλάδες και καθόταν φρόνιμα φρόνιμα κουλουριασμένος στο κρεβάτι του και ζωγράφιζε, πετιέ­ται απάνω, αρπάζει την ομπρέλα του παππού κι όσο ν' αναρωτηθού­με τι θα την κάνει, πηδά έξω στο δρόμο απ' το παράθυρο και σβήην σβην φωνάζοντας, όσο πιο δυνατά μπορούσε, τάχα πως πιλοτάριζε αεροπλάνο, πέφτει με φόρα πάνω στον Ιταλό, την ώρα που έβγαινε απ' το σπίτι μας με τ' αυγά στα χέρια.
Πάνε και τ' αυγά και τα καλάθια.  Έσπασαν όλα κι ο τόπος βρώμισε απ' τα προσφώλια.
Εκείνη την ώρα μπήκε η ξαδέρ­φη μου η Λευτερίτσα στο σπίτι, από την άλλη πόρτα, την καλή, και άρχισε να τραγουδά το Λάζαρο, κουνώντας πέρα δώθε το καλαθάκι της, που το είχε στολισμένο με βιολέτες.
Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα βάγια
Ήρθε η Κυριακή που τρων' τα ψάρια
Σήκω, Λάζαρε, και μην κοιμάσαι
Ήρθε η μάνα σου από την πόλη
Σου ' φέρε χαρτί και κομπολόι
Οι κοτούλες σας αυγά γεννούνε
Οι φωλίτσες τους δεν τα χωρούνε
Δώστε τα εμάς να τα χαρούμε
Και του χρόνου!
Ο Ιταλός ακούγοντας το τραγού­δι βιάστηκε να εξαφανιστεί. Η νενέ αναστέναξε. Μα δεν ξέρω αν σή­μαινε ανακούφιση ο αναστεναγμός της, που ξεφορτωθήκαμε τον Ιτα­λό επιτέλους, ή λύπη, ανακατωμέ­νη με θυμό, που δεν άφησε μήτ' ένα αυγό ο αφορεσμένος για το καλαθάκι της Ελευθερίτσας. Μα η νενέ δεν ήταν απ' τους ανθρώ­πους που το βάζουνε κάτω.
— Και του χρόνου, Ελευθερίτσα, ευχήθηκε. Με τη λευτεριά.
Κι ο λόγος της ακούστηκε πιο δυνατά κι απ' την καμπάνα, έτσι ξεψυχισμένα, που κατάντησε ο Μανωλιός να τη χτυπά. Βγήκε από το σπίτι, ξεσήκωσε το χωριό. Με τη λευτεριά, κορίτσι μου. Τρεις φο­ρές το είπε η νενέ. Με τη λευτε­ριά! Και φίλεψε τη Λευτερίτσα ένα Λαζαράκι,

Δεν υπάρχουν σχόλια: