Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Κάποια κάλαντα που δε θα ακούσουμε




Έρχονται οι μέρες των  Παθών, πλησιάζει και η Ανάσταση του Κυρίου κι ο καθένας μας έχει τις δικές του έγνοιες. Εγώ περιμένω πως και πως τις δεκαπενθήμερες διακοπές με αισθήματα οπωσδήποτε ευχάριστα, όπως και όλοι οι συμμαθητές μου. Η μαμά ανασκουμπώθηκε κιόλας για τις «επιπλέον» εργασίες του σπιτιού που απαιτούν οι γιορτινές ημέρες. Ο πατέρας κάνει τους υπολογισμούς του για το ξόδεμα του πασχαλιάτικου δώρου και ο παππούς, όπως τον ξέρουμε δα, είναι συνέχεια έτοιμος για γκρίνια, αφού, όπως λέει, «τέτοιες μέρες αισθάνεται περισσότερο το πόσο έχουμε απομακρυνθεί από τις παραδόσεις, από τα έθιμα, από τις εθνικές και κοινωνικές μας ρίζες».
«Τα κάλαντα αυτών των ημερών τα ξέρεις να τα τραγουδήσεις, φίλε μου;» με ρώτησε προχθές.
«Ποια κάλαντα, παππού;» του είπα αληθινά ξαφνιασμένος κι απορημένος. «Τα κάλαντα τα είπα τα Χριστούγεννα... Τώρα έρχεται Πάσχα. Τα μπέρδεψες!» του παρατήρησα γελώντας.
Ο παππούς κούνησε συλλογισμένος το άσπρο του κεφάλι και μου είπε ήρεμα:
«Δε φταις εσύ, φίλε μου. Αφού τα ξέχασαν οι γονείς σας, οι δάσκαλοι σας δεν τα αναφέρουν πια στα σχολειά, κανείς απ' τους συμμαθητές σας δεν τα τραγουδά... Τι φταίτε κι εσείς τα παιδιά... Κρίμα, όμως φίλε μου, κρίμα, γιατί ξεχνώντας όλα αυτά, στερείτε από τη ζωή σας την ομορφιά, το συναίσθημα, το ιδιαίτερο χρώμα που κουβαλάνε μαζί τους οι μεγαλογιορτάδες». Και συνέχισε: «Εμείς οι κάποιας ηλικία θυμόμαστε με συγκίνηση παιδικά μας χρόνια και τα κάναμε τότε που, αν και είμαστε παιδιά, συμμετείχαμε ενεργά στις γιορτές, στα στα πανηγύρια, αφού στο κοινωνικό μας περιβάλλον παράδοση ήταν στενά δεμένη  με τη ζωή μας και ενέπνεε συγκινήσεις, πράξεις και συμπεριφορές». «Πες μου, λοιπόν, παππού». ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον, «τι κάλαντα ήταν αυτά που λέγατε το Πάσχα;
Και έτσι έμαθα από τον παππού μου ότι τα παλαιότερα χρόνια «τότε που η παράδοση ενέπνεε συγκινήσεις, πράξεις και συμπεριφορές», τα παιδιά της ηλικίας μου έλεγαν δύο ακόμα κάλαντα, εκτός από τα γνωστά μας των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων. Έλεγαν τα «Βαΐτικα», το Σάββατο του Λαζάρου και άλλα λυπητερά και πένθιμα τη Μεγάλη Παρασκευή. Να πως κατέγραψα τις σχετικές πληροφορίες του παππού, για να τις διαβάσω στην τάξη μου σαν λαογράφε μελέτη, αφού είδα ότι είχα. μεγάλο ενδιαφέρον.      
«Το Σάββατο του Λαζάρου τριγυρνούσαμε στις γειτονιές κρατώντας σαν λάβαρο στα χέρια μας το Λάζαρο, το νεκραναστημένο φίλο του Ιησού. Τον είχαμε φτιάξει από την προηγούμενη μέρα με δύο καλάμια σε σχήμα σταυρού. Το όρθιο καλάμι ήταν δύο μέτρα μπόι. Περνούσαμε ένα λευκό πουκάμισο στο σταυρό, (τα μανίκια στο οριζόντιο καλάμι και το σώμα να πέφτει λεύτερο προς τα κάτω). Δέναμε κι ένα κόκκινο μαντήλι εκεί που σταύρωναν τα καλάμια και ο Λάζαρος μας ήταν έτοιμος. Τα Βαΐτικα κάλαντα είχαν αυτά τα λόγια στο δικό μου το χωριό, γιατί πρέπει να ξέρεις ότι από τόπο σε τόπο υπήρχαν παραλλαγές. Το νόημα βέβαια και ο ρυθμός ήταν παντού τα ίδια.
« Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια ήρθε η Κυριακή που τρων τα ψάρια.
— Πες μας, Λάζαρε, τι είδες εις τον Άδη που επήγες;
                    Είδα βάσανα, είδα πόνους είδα δάκρυα και τρόμους. Δώστε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι το φαρμάκι των χειλέων και μη με ρωτάτε πλέον...»
Μάλιστα, επειδή εκείνα τα χρόνια είχαμε σχολείο και το Σάββατο, ξυπνούσαμε πολύ πρωί, από τα χαράματα, για να προλάβουμε να «τα πούμε». πριν να χτυπήσει το κουδούνι. Αν και οι δάσκαλοι μας, γνωρίζοντας το έθιμο, κρατούσαν κάποια μικρή καθυστέρηση εκείνη την ημέρα, που ήταν άλλωστε η τελευταία, πριν από τις πασχαλιάτικες διακοπές.
Τη Μεγάλη Παρασκευή πάλι λέγαμε άλλα κάλαντα, πολύ λυπητερά, ταιριαστά με το πένθιμο κλίμα της ημέρας εκείνης.
«Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα. Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται. Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι, για να σταυρώσουν το Χριστό των πάντων βασιλέα. Πηγαίνουν βρίσκουν το χαλκιά κι εκεί του παραγγέλλουν να φτιάξει μόνο τρία καρφιά, κι εκείνος κάνει πέντε.
— Ρε γύφτο, εσύ που τα 'κοψες εσύ να μας διατάξεις.
     Πέντε περόνια έφτιαξα, πέντε καρφιά μεγάλα. Βάλτε τα δυο στα χέρια του, τα δυο στα ποδάρια, το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του, να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του. Αναστενάζουν τα βουνά, τα πέλαγα ανταριάζουν, σειέται κι η γης συθέμελα, βουρκώνουν τα επουράνια. Κι αχός τρανός ακούγεται στη γη, στην Οικουμένη.
Πρέπει να σας πω ότι το φιλοδώρημα που συνηθιζόταν στα δύο αυτά κάλαντα της πασχαλινής περιόδου ήταν κυρίως αυγά άβαφτα, γι' αυτό είχαμε μαζί μας κι ένα μικρό καλαθάκι».
Αυτά έμαθα από τον παππού μου για τα πασχαλιάτικα κάλαντα, αλλά πρέπει να σας πω και τη συνέχεια.
 Ο παππούς μου, που λέτε, παρεξήγησε το ενδιαφέρον που έδειξα να ακούσω την αφήγηση του και νομίζοντας ότι με παρέσυρε στο λαογραφικό του οίστρο, μου πρότεινε:
«Φέτος λοιπόν, θα τα πεις εσύ, φίλε μου, εδώ στη γειτονιά... θα σε βοηθήσω εγώ να φτιάξεις το Λάζαρο και θα σου μάθω και το σκοπό και τα λόγια».
«Όχι, παππού», του έκοψα εγώ τη φόρα. «Εσύ, όταν ήσουν παιδί, τα μάθαινες όλα αυτά από τα μεγαλύτερα παιδιά στη γειτονιά σου. Δε σου τα έμαθε ο παππούς σου. Έτσι δεν είναι; Ζούσε η παράδοση, όπως μου είπες. Την αισθανόσουν γύρω σου. Σε άγγιζε».
Ο καημένος ο παππούς δε μ' άφησε να συνεχίσω.
Κάτι σιγομουρμούρισε μέσα του και βγήκε στο μπαλκόνι. Αισθανόταν δυσφορία, και σε τέτοιες στιγμές λαχταρούσε να αγναντεύει πέρα κατά τα βουνά. Εκεί μακριά σε κάποια βρόχινη πλαγιά βρισκόταν φωλιασμένο το χωριό του, η κιβωτός των αναμνήσεων μιας αλλιώτικης ζωής...
ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ, αγαπητοί μου φίλοι.
Γιάννης Μπάρτζης

Δεν υπάρχουν σχόλια: