Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

TA MANOYΣΑΚΙΑ

Μεγάλη Παρασκευή κι ήμουν επικεφαλής του στρατιωτικού  αγήματος που θα απέδιδε τιμές  στον επιτάφιο της Αγίας Ειρήνης της οδού Αιόλου. Όταν επιστρέψαμε στο ναό, από την καθιερωμένη περιφορά, την ώρα που έδινα στους άνδρες του αγήματος τη διαταγή της αποχώρησης, φτάνει κοντά μου μια γερόντισσα κι απλώνοντας το χέρι της στο χιτώνιο μου, με την ευχή «Καλή Ανάσταση», μου βάζει στην τσέπη ένα ματσάκι κατακίτρινα μανουσάκια.
Όλα έγιναν τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβα ούτε τη μορφή της να συγκρατήσω, ούτε ένα ευχαριστώ να της πω. 
Όταν τακτοποιηθήκαμε στο αυτοκίνητο, που θα μας μετέφερε στη μονάδα μας, έβγαλα τα μανουσάκια απ' την τσέπη και τα κοίταζα. Με γύρισαν δέκα χρό­νια πίσω. Στο χωριό μου, το Μεθύδριο, της επαρχίας Γορτυνίας.
Κάθε -χρόνο, το απόγευμα της Μεγάλης Πέμπτη ξαμολιόμασταν όλα τα σχολιαρόπαιδα και μαζεύαμε μανουσάκια. Με αυτά οι κοπέλες, που ξενυχτούσα τον εσταυρωμένο, στολίζανε τον επιτάφιο. Σκοτωνόμασταν ποιος θα μαζέψει τα περισσότερα, για να εισπράξει και τους περισσότερους επαίνους.
Οι μεγάλοι τσακωμοί ωστόσο δεν γίνονταν μεταξύ μας. Αλλά με τα Πυργακιωτάκια, τα παιδιά του διπλανού χωριού. Γιατί τα μανουσάκια φύτρωναν μόνο στις όχθες του Μυλάωντα, του ποταμού που περνούσε έξω από το Πυργάκι πουθενά αλλού. Για να φτάσουμε εμείς ως εκεί χρειαζόταν να περπατήσούμε πάνω από μισή ώρα δρόμο.
Το λογάριαζαν, λοιπόν, τα Πυργακιωτάκια για δικό τους τούτο το ποτάμι. Δικό τους άρα κι ό,τι φύτρωνε στις όχθες του. Φυσικά και τα μανουσάκια. Γι' αυτό και ξεσπούσαν ομηρικοί καβγάδες ανάμεσα μας όταν μας τσάκωναν να τα κόβουμε τη Μεγάλη Πέμπτη.
Πήγαινα, θυμούμαι, στην τελευταία τάξη του Δημοτικού όταν μπλέχτηκα σ' έναν τέτοιο καβγά. Οι  πέτρες έπεφταν βροχή κι από τις δυο μεριές. Κι όταν κάποια στιγμή φάνηκε πως θα τους νικούσαν στέλνουν στο χωριό τους ένα παιδί για να ζητήσει ενισχύσεις.
Ακούγοντας εμείς ότι θα έρθουν ενισχύσεις, αψηφήσαμε το πετροβολητό τους κι αρπάζοντας ο καθένας ό,τι ξύλο βρέθηκε μπροστά του χυθήκαμε καταπάνω τους, αποφασι­σμένοι να τους βαστήξουμε μακριά απ' το ποτάμι.
Αιφνιδιάστηκαν. Τέτοια τρέλα -γιατί τρέλα ήταν, όχι τόλμη ή παλικαριά- φαίνεται δεν την περίμεναν. Το έβαλαν στα πόδια. Και μες στον πανικό τους, παρά­τησαν ακόμη και τα πανεράκια τους, που ήσαν μι­σογεμάτα με μανουσάκια. Κι επειδή όταν ριχτήκαμε επάνω τους βρίσκονταν στην από δω μεριά του πο­ταμίου, που είχε και τα περισσότερα μανουσάκια, για να περάσουνε αντίπερα, άλλοι πηδούσαν από βρα­χάκι σε βραχάκι, άλλοι κρεμιούνταν απ' τα δέντρα, που φύτρωναν αντικριστά στις δύο όχθες κι έσμιγαν τα κλαδιά τους σχηματίζοντας φυσικά γεφύρια γι' ανθρώπους και ζωντανά, με κίνδυνο, βέβαια, να γλι­στρήσουν και να πέσουν στο νερό που αυτή την ε­ποχή ήταν πάντα πολύ και ορμητικό.
Σαν συνεννοημένοι εμείς τότε τους παίρνουμε τα κομμένα λουλούδια και όπου φύγει φύγει, θριαμ­βευτές φτάνουμε στο χωριό μας.
Ο πρώτος που απαντήσαμε μπροστά στην εκκλησιά και λίγο έλειψε να πέσουμε απάνω του με το τρεχαλητό μας, ήταν ο παπα-Θοδωρής, που λειτουργούσε και στα δυο χωριά και στο Μεθύδριο και στο Πυργάκι.
-Ε, σιγά, κόψτε ταχύτητα, μας ψιλομάλωσε και κάθι­σε στον κορμό του δέντρου, που το 'χαμε για πεζού­λι στην αυλή της εκκλησιάς. 
­Του είπαμε όσα έτρεξαν. Μα κει που περιμέναμε να μας παινέσει, τον βλέπουμε να φουχτώνει τη γε­νειάδα του σκεπτικός. Ύστερα έβαλε το χέρι του στην τσέπη του ράσου του, έβγαλε μια σακουλίτσα με ξερά σύκα και μας φίλεψε.
-Καθίστε να ξεκουραστείτε, είπε και συμμαζώχτηκε στην άκρη του κορμού, για να χωρέσουμε όλοι κο­ντά του. Κι ενώ τρώγαμε τα σύκα, μας ρώτησε αν θε­ωρούμε τον πόλεμο καλύτερο απ' την ειρήνη.
-Η ειρήνη είναι πιο καλή, αποκριθήκαμε μ' ένα στό­μα όλοι.
-Όμως εσείς προτιμήσατε τον πόλεμο, απ' ό,τι κατά­λαβα με όσα μου ανιστορήσατε. Και, βέβαια, νικήσα­τε. Μα κάνατε τους γείτονες σας, τα Πυργακιωτάκια, εχθρούς. Ή κάνω λάθος;
-Ούτε κι αυτοί μας φέρθηκαν σαν φίλοι, πετάχτηκε ο πιο μεγάλος της συντροφιάς μας.
-Αυτό είναι αλήθεια, συμφώνησε ο παπα-Θοδωρής. Μα ήταν στο χέρι σας να τους πείσετε ν' αλλάξουν συμπεριφορά. Να, αν τους λέγατε πως τα μανουσά­κια δεν τ' αρνούνται σε σας, μα στο Χριστό, που σταυρώθηκε και για κείνους όπως και για σας, τι λέ­τε; Θα επιμένανε στην άρνηση τους; Εξάλλου από πού κι ως πού είναι μόνο δικά τους; Σάμπως κόπιασαν για να τα σπείρουν; Ίδρωσαν να τα σκαλίσουν;
Κουβάλησαν νερό να τα ποτίσουν; Άλλος τα φρόντι­σε. Και σ' Αυτόν τον Άλλον θα τα προσφέρατε κι ε­σείς κι εκείνοι.
Αλήθεια. Αυτό δεν το είχαμε σκεφτεί. Κι ούτε ξέρα­με τι θα έπρεπε τώρα να κάνουμε για να διορθώσου­με ό,τι έγινε. Κι άλλος κοιτούσε τα παπούτσια του, όσο μιλούσε ο παπα-Θοδωρής, και τα έτριβε το ένα με το άλλο σαν να τους έπιασε ξαφνικά φαγούρα, άλλος έτρωγε τα νύχια του, άλλος επέμενε να στρί­βει το τελείωμα της μπλούζας του ξεχειλώνοντας την τόσο που να μοιάζει με γυναικείο ποδόγυρο, και κανείς δεν έλεγε ν' ανοίξει το στόμα του να πει κά­τι.
Ο παπα-Θοδωρής, που είχε το χάρισμα ν' ακούει α­κόμη και τη σιωπή μας, γέρνοντας λίγο μπροστά, έ­πιασε να ξεκουκκίζει σιωπηλός το κομποσκοινάκι του. Έδειχνε κάτι να τον παιδεύει. Κι εμείς μέναμε αμήχανοι στη θέση μας μασουλώντας τα σύκα που μας φίλεψε. Δεν ξέραμε τι να πούμε ή τι να κάνου­με.
Μάντεψε την αμηχανία μας κι είπε:
-Ξέρετε, στενοχωρούμαι και για σας και για κείνους. Πώς να σας καλέσω, έτσι μαλωμένους, στον Πασχα­λιάτικο Δείπνο, που είναι Δείπνος Αγάπης;
Χωρίς να το πολυσκεφθώ, και σαν να μιλούσα για λογαριασμό όλων μας, είπα:
-Θα φιλιώσουμε, θα τους γυρίσουμε τα μανουσάκια που τους πήραμε και θα τους εξηγήσουμε πως θέ­λουμε να είμαστε φίλοι. Και ότι ο παπα-Θοδωρής μας στέλνει να κόψουμε τα λουλούδια. Κι όχι για λόγου του. Τι του χρειάζονται τα λουλούδια του παπά μας; Ούτε για λόγου μας φυσικό. Τι να τα κάνουμε κι εμείς. Μα για να μην κατέβει, εξαιτίας μας, εξαιτίας της χαζομάρας μας δηλαδή, αστόλιστος ο Ιησούς στον Άδη.
Ο παπα-Θοδωρής χαμογέλασε αχνά κι ακούμπησε το χέρι του στο κεφάλι μου.
-Να είστε όλοι σας ευλογημένοι, μας ευχήθηκε και σηκώθηκε. Τράβηξε για το Πυργάκι. Εκεί πρώτα θα διάβαζε τα δώδεκα ευαγγέλια. Ύστερα θα ερχόταν στο Μεθύδριο.
Τον ακολουθήσαμε κι εμείς. Κι όλα έγιναν όπως έ­πρεπε. Και το βράδυ της Ανάστασης, κανείς δεν έ­μεινε έξω από το Τραπέζι της Αγάπης. «Νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες», μας κάλεσε ο παπάς μας, «ευφρανθείτε σήμερον».
Τα μανουσάκια, που μου 'βαλε στην τσέπη η γερό­ντισσα εκείνο το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής έξω από το ναό της Αγίας Ειρήνης της οδού Αιόλου κι έγιναν αφορμή να γυρίσω το χρόνο πίσω, δεν τ' α­ποχωρίστηκα σε όλη τη διάρκεια της στρατιωτικά μου θητείας. Και τ’ άφησα, από ασυγχώρητη αφηρημάδα, στο χιτώνιο, όταν το παρέδωσα τη μέρα της α­πόλυσης μου. Είχαν βέβαια ξεραθεί. Μα και ξερά βαστούσαν ακόμη το κίτρινο γλυκό τους χρώμα και  προπάντων το βάρος των αναμνήσεων των παιδικών μου χρόνων.
Για την αντιγραφή  ΖΩΗ ΚΑΝΑΒΑ


Δεν υπάρχουν σχόλια: