Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Το κυνήγι της τρίχας


 
της Λένας Μερίκα

Το να διαθέτεις μεγαλύτερο αδελφό ή αδελφή  έχει τα καλά του αλλά και διάφορα στραβά,  όπως  ας πούμε να σε στέλνει η μεγάλη σου α­δελφή για θελήματα ή να σου πασάρουν τα παλιά της ρούχα. Το καλό είναι, απ' την άλλη μεριά, ότι είσαι πιο… «προχωρημένο» άτομο όταν παρακολουθείς από πρώτο χέρι τη ζωή των μεγαλυτέρων.
Ό­πως κάνω εγώ με τη μεγάλη μου αδελφή; Δεν α­φήνω να μου ξεφύγει τίποτα! Κατασκοπεύω τις παρέες της, τα τηλεφωνά της, τις κουβέντες της με φί­λες ή με τη θεία Χαρίκλεια, κοντολογίς τα πάντα
Η θεία η Χαρίκλεια έχει αναλάβει εργολαβικά την επίβλεψη της Ελίνας, της αδελφής μου, για να προ­λάβει τυχόν «στραβοπατήματα» της ανιψιάς της, τώ­ρα που έκλεισε τα δέκα πέντε και «οι κίνδυνοι κα­ραδοκούν παντού, Ευτέρπη μου, για τα νέα κορί­τσια», όπως την ακούω συχνά να εκμυστηρεύεται στη γειτόνισσα μας. Εκεί συνηθίζει να λέει τον πό­νο της, αφού η μαμά και ο μπαμπάς είναι τόσο πο­λυάσχολοι που τους βλέπει μόνο το βράδυ, όταν ό­λη η οικογένεια μαζεύεται γύρω απ' το οικογενεια­κό τραπέζι για ν' απολαύσει τα  - καλομαγείρεμένα πάντα, είναι αλήθεια - φαγητά της θειας.
Φύλακας  άγγελος μας είναι η θεία Χαρίκλεια, δε λέω, αλλά από την πολλή αγάπη που μας έχει γί­νεται συχνά καταπιεστική. Τριχοτομεί την τρίχα -στην κυριολεξία, δεν κάνω πλάκα. Αν δεν με πι­στεύετε, ακούστε τα πρόσφατα κατορθώματά της.
Την περασμένη Παρασκευή, κατά τις δέκα το βράδυ, ένα μηχανάκι ακούστηκε να παρκάρει έξω απ' το σπίτι.
- Τι είναι αυτό; πετάχτηκε η θεία από την πολυθρόνα της, κατεβάζοντας τον ήχο της τηλεόρασης, πα­ρόλο που έδειχνε το αγαπημένο της σήριαλ.
- Τι να 'ναι, βρε θεία; Κανένας νεαρός που παραδίδει πίτσες θα 'ναι.
- Στο σπίτι αυτό δεν τρώμε πίτσες! Είμαστε νοικο­κυρές γυναίκες, σ' όλα τα διαμερίσματα! με κόλλη­σε στον τοίχο και μ' ένα σβέλτο πηδηματάκι πήρε θέση πίσω απ' το κλειστό παντζούρι. στο σημείο ακριβώς που έχει λιμαρισμένη μια πονηρή χαραμάδα για τέτοιες περιπτώσεις. Την είδα να κουνά­ει με σημασία το κεφάλι, τη στιγμή που ακού­στηκε το κλειδί στην εξώπορτα και μπήκε η Ελίνα.
- Ποιος ήταν αυτός που σ' έφερε; ρώτησε αυ­στηρά την ανιψιά της, έτσι απλά, όπως άλλοι λένε «καλησπέρα».
- Ένας φίλος. Γιατί;
- Τι φίλος, δηλαδή; Αυτός είναι μεγάλος. Από πού τον ξέρεις;
- Απ' το Ιντερνετ-καφέ, Βρε θεία. Είναι τσακά­λι στο σέρφινγκ.
Αύριο θα  ‘ρθει να μας συνδέσει το καινούργιο σκάνερ.
- Δηλαδή, τι εννοείς; Θα 'ρθει … εδώ;
- Ε, πού αλλού;
Μάτι δεν έκλεισε όλη νύχτα η θεία - την άκου­γα να στριφογυρνάει σ' όλο το σπίτι, ελέγχο­ντας ξανά και ξανά αν είναι κλειδωμένες οι πόρτες και τα παράθυρα, μέχρι που ξημέρωσε και βγήκε στο πίσω μπαλκόνι. Εκεί συσκέπτο­νται κάθε πρωί με τη γειτόνισσα, καθώς ποτίζουν τις γλάστρες τους με τα μυρωδικά. Φυσικά έστησα αυτί.
- Αυτά που λες, Ευτέρπη μου. Θα  μας κουβαληθεί εδώ, ο μαλλιάς.
- Μαλλιάς, ε; Και με σκουλαρίκι;
- Και με σκουλαρίκι!
- Πωπω! Λες να 'ναι απ' αυτούς που παρασύ­ρουν τα αθώα κορίτσια:
- Αυτό λες; Άλλο σκέφτομαι εγώ. Μην είναι κάνας  πρεζάκιας!
Και λείπουν κι οι γονείς της  - τι να σου κάνω κι εγώ;
Η κυρία Ευτέρπη καθησύχασε τη θειά Χαρί­κλεια. Υπάρχει μια καινούργια συσκευή, της εί­πε - στην Εφημερίδα το διάβασε - που ανιχνεύ­ει όλες τις ναρκωτικές ουσίες στο σώμα ενός ατόμου, φτάνει να 'χεις μια τρίχα απ' τα μαλλιά του. Την πουλάνε στα φαρμακεία (τη συσκευή εννοούσε προφανώς, όχι την τρίχα).
Να μη σας τα πολυλογώ, το ίδιο πρωί η συ­σκευή ήταν κρυμμένη στα βάθη του ψηλότερου ντουλαπιού της κουζίνας και περίμενε την κα­τάλληλη τρίχα για να δράσει. Η θεία Χαρίκλεια είχε καλύψει όλα τα καθίσματα του σπιτιού με άσπρα χνουδωτά καλύμματα, προφανώς για να είναι ευκολότερη η ανίχνευση και σύλληψη ο­ποιασδήποτε κατσαρής τρίχας απ' την πλούσια χαίτη του νέου, που, όπως μας πληροφόρησε η Ελίνα, λέγεται Μπάμπης.
Α, ο γνωστός Μπάμπης... σκέφτηκα, αλλά δεν είπα βέβαια τίποτα.
Η ώρα περνούσε, αλλά ο Μπάμπης άφαντος.  Η γειτόνισσα χτυπούσε κάθε δέκα λεπτά συνθηματικά την πόρτα της κουζίνας.
- Τι έγινε: Ακόμη να φανεί;
- Ακόμη. Ευτέρπη μου. Ξεροστάλιασα να ζεσταίνω τον καφέ.
- Α, του ‘χεις ψήσει και καφέ;
- Και καφέ και κουλου­ράκια και απ' όλα τα καλά. Για να νιώσει άνετα, καταλαβαίνεις ... Ν' απλωθεί στο κάθισμα να χαλαρώσει, ν' ακουμπήσει και το κεφάλι σε καμιά μαξιλάρα ...
- Αμ δεν του στρώνεις και να κοιμηθεί τότε; Έλα, βρε φιλενάδα, μη θυμώνεις, ένα αστείο  έκανα κι εγώ!
Η γειτόνισσα το διασκέδαζε, εγώ το διασκέδαζα, η Ελίνα είχε καβαλήσει το τηλέφωνο εδώ και δυο ώρες - μόνο η άμοιρη η θεία βαριαναστέναζε κάθε τόσο. Μάλλον υπέφερε με τη σκέψη, ότι, για να ξυπνάει τόσο αργά αυτός ο Μπάμπης, σίγουρα είναι ύποπτος για χρήση ναρκωτικών.
Κατά τις έξι τ' απόγευμα, όταν είχε πια αρχίσει να σουρουπώνει, ακούστηκε απ' έξω ο γνω­στός ήχος μοτοσικλέτας. Πριν ακό­μα η Ελίνα προλάβει ν' αφήσει κάτω το ακουστικό του τηλεφώ­νου. πετάγεται η θεία και πάει ν' ανοίξει, φορώντας το πιο γλυκό της χαμόγελο.
Καλώς τον, καλώς τόνε τον Χαραλάμπ…  ­έκανε να πει ανοίγοντας την πόρτα, αλλά δεν πρόλαβε -παραπάτησε και σωριάστηκε κάτω.
Τρέχω ανήσυχη να την ση­κώσω, και τι να δω;  Το Μπάμπη να στέκει μ' ένα αμήχανο χαμόγελο στο κατώ­φλι, και με τα μαλλιά κουρε­μένα γουλί, συμφώνα με την τελευταία μόδα.
Με ... με γεια το κούρε­μα! ψέλλισε η θεία μόλις συνήλθε.
Ευχαριστώ. Έφερα και  την κοπέλα μου μαζί, αν δεν σας πειράζει. Θα πάμε σινεμά μετά και είπα να … Μόλις τότε είδαμε πίσω του μια κοπέλα, στην ηλικία του περίπου, μ' ένα κουτί γλυκά.
- Καλησπέρα. Είμαι η Μαρία.
Τελικά ο Μπάμπης συνέδεσε το σκάνερ. φά­γανε τα γλυκά και φύγανε κι οι τρεις, μαζί και π Ελίνα, για το σινεμά.
Η θεία η Χαρίκλεια πήγε κι άνοιξε την πόρτα της κουζίνας για να μπει η κυρία Ευτέρπη, που περίμενε ανυπόμονα, στημένη από ώρα στο κεφαλόσκαλο. Γεμάτη έξαψη η θεία της εξιστόρη­σε τα πάντα, με το νι και με το σίγμα. Ακόμη και ποια ακριβώς πάστα έφαγε ο καθένας της είπε.
- Κατάλαβες, Ευτέρπη μου; Άδικα ανησύχησα!
- Κρίμα και τα εκατό ευρώ που 'δωσες για τη συσκευή.
Αν και δεν ξέρεις ποτέ ... μπορεί να χρειαστεί  κάποτε ...
- Φτου φτου! Φάε τη γλώσσα σου, χριστιανή μου!
- Να τη φάω. Αν και ... θα προτιμούσα καμιά πάστα. Έ­μεινα καμία;
- Περίμενε, θα σου φέρω μια σοκολατίνα.
- Σέρβιρέ μου κι ένα λικεράκι για την περίσταση. Άντε λοιπόν! Στην υγειά μας! Τέ­λος καλό, όλα καλά!

Η θεία η Χαρίκλεια δεν μπο­ρούσε όμως να ευθυμήσει. Σκεφτότανε τα εκατό ευ­ρώ που πέταξε άδικα.
Αυτά παθαίνει η θεία και   καλά να πάθει, αφού δεν εμπιστεύεται εμέ­να: Αν με είχε ρωτήσει   θα της έλεγα ότι ο Μπάμπης εί­ναι τύπος και υπογραμμός και  αποκλείεται να παίρνει ναρκω­τικά. Άσε που αγα­πάει μια Μαρία και καμιά πονηρή σκέψη δεν κάνει για την Ελίνα μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: