Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ

(ΠΑΡΑΜΎΘΙ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ)

Διασκευή της Φιλομήλας Βακάλη

Μία φορά κι έναν καιρό ήταν και δεν ήταν. Ήταν ένας φτωχός άνθρωπος που τον λέγανε Γιάννο και ζούσε με τη γυναίκα του και το παιδί του. Ο Γιάννος δούλευε σκληρά, κάθε μέρα απ' το πρωί ως το βράδυ μα προκοπή δεν έβλεπε καμιά. Μόλις και με το ζόρι κατάφερνε να χορτάσει τη φαμίλια του ψωμί.
Απελπισμένος λέει μια μέρα στη γυναίκα του:
- Αχ βρε γυναίκα, δεν υποφέρεται άλλο αυτή η ζωή. Σαν το σκυλί δου­λεύω από το πρωί ως το βράδυ και τίποτα δεν μου μένει, θα σηκωθώ να φύγω. θα πάω στα ξένα, να κερ­δίζω χρήματα να σας στέλνω και σας.
- Να πας στο καλό άντρα μου, του εί­πε εκείνη, μόνο πέρα στα ξένα που θα πας να ‘χεις την έννοια μας. Να μας στέλνεις ό,τι μπορείς να μην πεθά­νουμε της πείνας.
Έφυγε ο Γιάννος και πάει στα ξένα. Μόνο που δεν μπόρεσε να βρει καλή δουλειά ο καημένος γιατί ήταν άτεχνος. Αναγκάστηκε να μπει στη δού­λεψη ενός άρχοντα τσιγκούνη. Δούλευε, δούλευε μα πληρωμή δεν έ­βλεπε. Μόνο η γυναίκα του άρχοντα που ήταν πονετικιά του έδινε από λί­γα χρήματα κι εκείνος τα έστελνε αμέσως στο χωριό.
Πέρασαν δέκα ολόκληρα χρόνια. Ο Γιάννος βαρέθηκε την ξενιτιά. Ήθε­λε να γυρίσει στο χωριό του, στη γυ­ναίκα του, το παιδί του. Είχε λαχτα­ρήσει το σπιτικό του. Μάζεψε τα πράγματα του και ζήτησε από τον άρχοντα να τον πληρώσει για τα δέ­κα χρόνια που του είχε δουλέψει . Βγάζει ο άρχοντας από τη τσέπη του τρία φλουριά και του λέει
- Να πάρε αυτά τα τρία φλουριά και πήγαινε στο καλό. Τόσο κάνει ο κό­πος σου για τα χρόνια που μου δού­λεψες. Τα πήρε ο Γιάννος χωρίς να πει κουβέντα. Πικραμένος πήρε το δρόμο για το χωριό του. Δεν πρόφτασε να κάνει ούτε πέντε βήματα κι ακούει το αφεντικό του να του λέει:
- Έλα εδώ Γιάννο, δωσ’  μου πίσω το ένα φλουρί και γω θα σου δώσω μια καλή συμβουλή, θα σου βγει σε κα­λό, να το θυμάσαι! Βγάζει ο Γιάννος του δίνει το ένα φλουρί .
- Άκου με και βάλτο καλά στο μυαλό σου, για πράγμα που δε σε μέλει πο­τέ να μη ρωτάς. Έσκυψε ο Γιάννος το κεφάλι και κίνησε να φύγει, μόνο που στα τρία βήματα τον σταματά και πάλι. Με τον ίδιο τρόπο του παίρ­νει το δεύτερο φλουρί. Για το δεύ­τερο φλουρί του έδωσε αυτή τη συμ­βουλή:
- Ποτέ να μην λοξοδρομείς από το δρόμο που έχεις πάρει.
Δέκα χρόνια στην ξενιτιά και τι του έμεινε; Ένα φλουρί μανάχα. Πώς να γυρίσει στο σπίτι του; Του ερχόταν να βάλει τα κλάματα. Χώρια που ο πονηρός άρχοντας είχε κατά νου να του πάρει και το τρίτο φλουρί. Όπως και το ‘κανε! Με μαύρη καρδιά ο Γιάννος άκουσε και μια τρίτη συμ­βουλή:
- Το γινάτι που έχεις το βράδυ να το φυλάς για το πρωί .
Δυστυχής και απένταρος έφυγε ο Γιάννος για το χωριό του. Στο δρόμο που πήγαινε συνάντησε ένα γιγαντάνθρωπο. Ήταν ο μισός μαύρος και ο άλλος μισός άσπρος. Καθόταν στην κορφή ενός δέντρου και κολ­λούσε στα φύλλα του φλουριά. Ο Γιάννος τον κοίταξε παραξενεμέ­νος. Τι γύρευε αυτό το περίεργο πλάσμα εκεί πάνω; Σαν αστραπή πέ­ρασε από το μυαλό του η πρώτη συμ­βουλή που του είχε δώσει το αφεντι­κό του.
Έσκυψε αμέσως το κεφάλι και χωρίς να βγάλει τσιμουδιά προσπέρασε.
- Εϊ στάσου που πας; του φώναξε από το δέντρο ο γίγαντας. Ο Γιάννος μαρμάρωσε. Βρε φίλε εκατό χρόνια κάθομαι εδώ πάνω που με βλέπεις και εκατό χρόνια κάνω την ίδια δουλειά. Πέρασαν άνθρωποι κι άν­θρωποι, κανείς δε βρέθηκε μέχρι σήμερα που δε στάθηκε να με ρωτήσει γιατί κολλάω στα φύλλα τα φλουριά. Ανάμεσα τους όλους τους έφαγα. Μόνο εσύ δε στάθηκες να με ρωτήσεις. Πολύ γνωστικός άνθρωπος φαί­νεσαι, μπράβο σου. Ξέρεις κάτι, σου τα χαρίζω όλα τα φλουριά. Σου αξίζουν. Έλα πάρ΄ τα, μη φοβάσαι. Πάρ’ τα και πήγαινε στο καλό. Χαλάλι σου!  Γέμισε ο Γιάννος της τσέπες του φλουριά, γέμισε και τον κόρφο του Καταχαρούμενος άφησε τον παράξε­νο γιγαντάνθρωπο και συνέχισε το δρόμο του. Στ' αλήθεια, συλλογίστη­κε, άξιζε για ένα φλουρί κι ακόμα πα­ραπάνω η συμβουλή που μού ‘δωκε τ' αφεντικό μου.
Μετά από τρεις μέρες, συνάντησε στο δρόμο τους μερικούς πραματευτάδες που πήγαιναν στη πόλη. Είχαν μαζί τους καμιά τριανταριά μουλάρια φορτωμένα πραμάτεια. Ο Γιάννος έπιασε κουβέντα  μαζί τους. Κουρασμένος καθώς ήτα. τους παρακάλεσε να τον αφήσουν ν’ ανεβεί σε κανένα μουλάρι. Έτσι συνέχισα το ταξίδι πάνω στο μουλάρι συντροφιά  με τους πραματευτάδες. Σε λίγο έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι. Οι πραματευτάδες αποφάσισαν  να λοξοδρομήσουν λιγάκι. Στον άλλο δρόμο ήταν ένα χάνι και τους ήρθε η όρεξη για ρακί. Είπαν και στο Γιάννο να πάει μαζί τους, εκείνος όμως θυμήθηκε τη δεύτερη συμβουλή του αφεντικού του. Έμεινε στο σταυροδρόμι να φυλάει τα ζωντανά να μη φύγουν.
Την ώρα που οι πραματευτάδες έπι­ναν ήσυχοι το ρακί τους, έγινε κάτι τρομερό. Η γη σείστηκε από τα θέμελά της. Το χάνι σωριάστηκε καταγής και μαζί μ' αυτό χάθηκαν οι πραμα­τευτάδες κι όσοι άλλοι ήταν μέσα. Ο Γιάννος απ' όλο αυτό το κακό τίποτα δεν έπαθε. Μόνο την τρομάρα που πήρε. Έκαμε το σταυρό του που ήταν ζωντανός. Μάζεψε τα μουλάρια, δικά του όλα πια και συνέχισε το δρόμο του. Η δεύτερη συμβουλή στάθηκε α­κόμα πιο πολύτιμη από την πρώτη!
Πέρασαν ακόμα κάμποσες μέρες ώσπου έφτασε στο χωριό του. Γεμάτος λαχτάρα τράβηξε για το σπί­τι του. Μετά από τόσα χρόνια, κου­ρασμένος όπως ήταν κιόλας, η γυ­ναίκα του δεν τον γνώρισε. Εκείνος δεν της είπε τίποτα, μόνο την παρα­κάλεσε να τον αφήσει να περάσει τη νύχτα στην αυλή της, μαζί με τα ζω­ντανά του.
- Ξένος είσαι και κουρασμένος, μείνε στην αυλή μου. Μπορείς αν θέλεις να στρώσεις εκεί δα, κάτω από το λιακωτό, στο σπίτι μου δεν μπορώ να σε βάλω. Του κακοφάνηκε λίγο που τον άφησε απ' έξω, μα τι να πει; Έστρωσε στην αυλή κι έγειρε να κοιμηθεί .
Δεν είχε κλείσει καλά καλά τα μάτια του και βλέπει ένα νέο άντρα να μπαίνει μέσα στο σπίτι. Αναστατώ­θηκε! Παντρεύτηκε πάλι η γυναίκα μου, σκέφτηκε με μιας, πάει εμένα με ξέχασε. Ο θυμός του έφερε το αίμα στο κεφάλι, θόλωσε το μυαλό του. Του ήρθε να μπει την ίδια στιγμή στο σπίτι να τους σκοτώσει και τους δυο. Μα η τρίτη συμβουλή, φύλακας άγ­γελος, του κράτησε το χέρι. θυμή­θηκε τα λόγια του αφεντικού του.
" Το γινάτι που έχεις το βράδυ, να το φυλάς για το πρωί ". Συλλογισμένος και πικραμένος έπεσε να κοιμηθεί.
Την άλλη μέρα το πρωί, την ώρα που ο Γιάννος έβαζε κριθάρι στα ζωντα­νά, είδε να βγαίνει από την πόρτα του σπιτιού ένας άντρας. Ήταν εκείνος που ήθελε να σκοτώσει την προη­γούμενη νύχτα. Τον έπιασε και πάλι το γινάτι, μόνο δεν πρόλαβε να κου­νηθεί γιατί τον άκουσε να φωνάζει :
- Γεια σου μάνα. Πω πω  τι πήγα να πά­θω, συλλογίστηκε ο Γιάννος. Αυτός είναι ο Δήμος, το παιδί μου. Έτρεξε κοντά του, τον αγκάλιασε. Πήγε στη γυναίκα του την αγκάλιασε κι αυτή. Σφιχταγκαλιασμένοι έκλαψαν κι οι τρεις από χαρά. Τώρα θα ζήσουμε χαρούμενοι τους είπε ο Γιάννος και τους έδωσε τα φλουριά και όλες τις πραμάτειες που ήταν φορτωμένες στα μουλάρια! Κι από τότε, χωρίς να ξεχνούν ποτέ τις τρεις συμβουλές, έζησαν αυτοί καλά κι ας μην τις ξε­χνάμε κι μεις για να ζήσουμε καλύ­τερα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: