Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Είναι όμορφος ο κόσμος;


 
της Αγγελικής Βαρελλά.
Φαίνονταν απόλυτα ευτυχισμένες και οι δυο και στα πρόσωπα τους ήτανε ζωγραφισμένη η χαρά που βρίσκονταν μαζί. Έξι ετών η μία, περίπου πενήντα η άλλη. Πιασμένες  χέρι χέρι, γιαγιά και εγγονή, μπήκαν τρέχοντας στον  Ηλεκτρικό Σταθμό, χοροπηδώντας χώθηκαν σε ενα άδειο βαγόνι, φλυαρώντας ασταμάτητα διάλεξαν θέση και κάθισαν δίπλα στο παράθυρο.
 Τέλεια συνύπαρξη Φθινοπώρου και Άνοιξης σε μια βόλτα σχεδιασμένη από καιρό. Τι να έλεγαν άραγε; Και τι δεν έλεγαν; Για ένα πιτσιρίκι μιλούσαν. Ίσως το μικρό αδερφάκι; Μπορεί. Λοιπόν το αδελφάκι δεν  μπορούσε να πει το θήτα και το δέλτα και έλεγε τη θάλασσα «φάλασσα» και τα διόδια «βιόβια». Άσε πια τον κακό Λύκο. Αυτός για το πιτσιρίκι ήταν κακός Νίκος. Και μανία που είχε να ανοίγει τις πόρτες, μόλις χτυπούσε το κουδούνι, και να κρατά στα χέρι του κλειδιά! Κλειδοκράτορα, τον είπε η γιαγιά.
- Λες να γίνει θυρωρός; αναρωτήθηκε η Άνοιξη.
- Η θυρωρός ή κλειδαράς, συμπλήρωσε η γιαγιά γελώντας. Κι αν γίνει θυρωρός ή κλειδαράς, καλά θ α είναι, μόνο μη γίνει... διαρρήκτης.
 Και το «κουτσομπολιό» για  τον πιτσιρικά, πήγαινε  σύννεφο.
 Ενώ ολόγυρα είχε άδειες δέσεις, μια άλλη γιαγιά, «Χειμώνας» αυτή, με άσπρα μαλλιά δηλαδή, διάλεξε να καθίσει - από περιέργεια τάχα; στο αντικρινό τους κάθισμα. Τις παρακολουθούσε καλοσυνάτα κι έδειχνε να μοιράζεται μυστικά τη χαρά τους. Οι εικόνες άλλαζαν καθώς το τρένο βιαστικό εκτε­λούσε το δρομολόγιο του. Τα σπίτια και τα δέντρα χάνονταν παρευθύς. Η μια περιοχή διαδεχόταν την άλλη. Δεν προλάβαινες να πεις μια καλημέρα στις λεύκες του δρόμου κι εξαφανίζονταν από τα μάτια σου.
Η γιαγιά είχε  συνεπαρθεί κι έλεγε κι έλεγε για τα δέντρα, τα ονόματα τους, το πουλιά, για την αλλαγή του τοπίου, για χίλια δυο, κι αναστέναζε με την ιδέα των ταξιδιών, αχ, πώς της άρεσε να ταξιδεύει και να αλλάζει παραστάσεις, και να βλέπει, να βλέπει, και μετά να κλείνει τα μάτια και να ονειρεύεται τον κόσμο με τα χρώματα του ουράνιου τόξου, και αχ, πώς ήθελε να δει όσο γίνεται περισσότερο χρώματα  αυτού του κόσμου, γιατί τελικά αυτά είναι τα πλούτη της ζωής μας. Αυτά που ακούμε, αυτά που βλέπουμε, αυτά που αγαπάμε και καταλαγιάζουν μέσα μας. Άκουγε η εγγονή, άκουγε και η γιαγιά λαθρακουστής από το απέναντι κάθισμα.
Όμορφος λοιπόν ο κόσμος μας με το χρώματα του ουράνιου τόξου; Αμ δε;
Στην παρακάτω στάση το... ουράνιο τόξο έχασε το χρώματα του. Ένας ηλικιωμένος άντρας, ρακένδυτος με σκαμμένο πρόσωπο, ξαπλωμένος κατάχαμα στο τσιμέντο με το χέρι κάτω από το κεφάλι για προσκέφαλο, κοιμόταν με το στόμα ανοιχτό, ροχαλίζοντας δυνατά. Ο κόσμος περνούσε δίπλα του κρατώντας
τη μύτη από τη βρώμα.
Η Άνοιξη έσφιξε το χέρι του Φθινοπώρου.
- Γιατί κοιμάται στο τσιμέντο, γιαγιά;
- Δεν έχει σπίτι, φαίνεται.
 - Γιατί δεν έχει σπίτι;
Η γιαγιά-Φθινόπωρο που μιλούσε, λίγο πριν με ενθουσιασμό για τις ομορφιές του κόσμου, άρχισε να εξηγεί, χαμηλόφωνα Μα ήταν ολοφάνερο πως δυσκολευόταν, πως δεν έβρισκε τα κατάλληλα λόγια γιο να διώξει την απορία που είχε εγκατασταθεί στα γαλαζοπράσινα μάτια του παιδιού. Προσπαθούσε να απαντήσει πειστικό στα ερωτήματα του παιδιού που έπεφταν σαν τσεκουριές το ένα πίσω από το άλλο, μα δεν τα καλοκατάφερνε
Η εγγονή δεν έβλεπε πια οπό το παράθυρο τις λεύ­κες και τις αλλαγές του τοπίου. Μέσο στο βαγόνι τα πράγματα ήτανε αλλιώτικα. Ο κόσμος δεν ήταν καθό­λου όμορφος. Ήτανε αποκρουστικός. Και χρειάστηκε μόνο μια διαδρομή, μια βόλτα με το τρένο για να το καταλάβει.
 Γιατί...
Στη στάση είχε μπει ένας ανάπηρος. Με μια παράξε­να στριγκή φωνή, άρχισε να διαλαλεί τα βάσανα του. Παρακαλούσε να τον βοηθήσουν, ορίστε, το έλεγε και η εφημερίδα. Είχε μεγάλη ανάγκη. Έδειχνε στον κόσμο ένα κουρελόχαρτο. Πήρε γύρα τις θέσεις κου­τσαίνοντας και απλώνοντας το χέρι. Άλλοι του έδι­ναν, άλλοι όχι μουρμουρίζοντας κάτι μέσα στα δόντια τους.
Στην παρακάτω στάση, έφυγε ο ανάπηρος, μπήκε μια γυναίκα με ένα μωρό στην αγκαλιά. Απήγγειλε τον πόνο της: «Τέσσερα παιδιά έχω. Ο άντρας μου είναι παράλυτος. Δεν μπορεί να δουλέψει. Δεν ζητιανεύω. Ένα πακέτο χαρτομάντιλα πάρτε, να με βοηθήσετε».
Και στην επόμενη στάση άλλος: «Είμαι από την επαρ­χία. Το παιδί μου έχει μια σπάνιο αρρώστια και πρέ­πει να χειρουργηθεί στην Αμερική. Δεν έχω χρήματα για το εισιτήριο.  Σας παρακαλώ, βοηθήστε με».
Η εγγονή ζητούσε το λόγο από τη γιαγιά, αλήθεια ήταν όλα αυτά ή ψέματα; Τελικά είναι ή δεν είναι όμορφος ο κόσμος; Αρκεί μια διαδρομή στο τρένο  για να ανατρέψει τα πάντα;
- Τι γίνεται, γιαγιά;
- Πώς να σου το εξηγήσω; ξεροκατάπινε η γιαγιά Φθινόπωρο. Η Ζωή είναι πολύπλοκη. Μπερδεμένη. Οι απαντήσεις δεν δίνονται μια κι έξω. Πρέπει να έχου­με χρόνο να σου μιλήσω. Τώρα μέσα στο τρένο θα τα πούμε όλα; Θα  τα κουβεντιάσουμε σπίτι, που θα  έχουμε καιρό.       
 Η γιαγιά-Χειμώνας παρακολουθούσε με την άκρη του ματιού, έστηνε αυτί να ακούσει τις εξηγήσεις της γιαγιάς-Φθινόπωρο, και φαινόταν να την συμπονά. Κι όταν η μικρή ξαναρώτησε: «Είναι όμορφος ο κόσμος ή δεν είναι; Έχει τα χρώματα του ουράνιου τόξου, ή δεν τα έχει,·»
- Και βέβαια είναι όμορφος ο κόσμος, είπε δυνατά. Και βέβαια έχει τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Όμως έχει και μπόρες και βροχές. Έχει και μαύρα χρώματα. Πρέπει λοιπόν να έχουμε κατανόηση. Πες στη γιαγιά σου να σου εξηγήσει τι σημαίνει η λέξη. Με την κατανόηση, τότε μόνο, θα μπορέσουμε να χαρούμε τη ζωή μας και τον κόσμο, που είναι πανέ­μορφος. Καλά το είπε η γιαγιά σου. Και πώς να μην είναι με ένα τέτοιο εγγονάκι;
Έσκυψε και φίλησε την Άνοιξη. Με τον πολύ κόσμο κατέβηκε στην Ομόνοια. Το βαγόνι σχεδόν άδειασε. Λίγο πριν κλείσει όμως η πόρτα μπήκε μέσα στο βαγόνι ένα νεαρό παλικάρι με ακορντεόν. Όταν ξεκί­νησε το τρένο άρχισε να παίζει ένα βαλς του Στράους. Οι γνώριμοι ήχοι γέμισαν με χαρά κι αισιο­δοξία το χώρο.
- Είδες; αναστέναξε με ανακούφιση η γιαγιά, που φαίνεται στα «δύσκολα» δεν τα έβγαζε πέρα. Είδες; Να και η Βιέννη στο βαγόνι μας!
Σιγοψιθύρισε το σκοπό, άλλαξε ύφος, το κέφι της ξανάρθε. Το ίδιο και της μικρής.
- Χορεύουμε; τη ρώτησε ξαφνικά η γιαγιά.
- Μήπως μας πάρουν για τρελές; παρατήρησε πολύ λογικά η εγγονή.
- Εδώ τρελάθηκαν οι αγελάδες, είπε η γιαγιά. Εμείς οι άνθρωποι δεν έχουμε το δικαίωμα να τρελαθούμε;
Κι εκεί, με τους όμορφους ήχους του βαλς. σαν να ήταν στη μεγάλη αίθουσα των ανακτόρων, χόρεψαν βιαστικά ένα «γύρω-γύρω όλοι», ενώ οι λίγοι του βαγονιού χαμογελούσαν με... κατανόηση!


Δεν υπάρχουν σχόλια: