Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΑ ΑΥΓΑ

Από τη λαϊκή παράδοση( διασκευή Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου)

Μια φορά κι έναν καιρό, σ' ένα νησάκι μακρινό, έφτασε ένα καράβι. Ρίξαν οι ναύτες άγκυρα και βγήκαν στη στεριά. Ο καπετάνιος έμεινε. Ήτανε κουρασμένος. Σε λίγο ωστόσο πεινασμένος, έτρεξε να φάει και να πιει στην ταβερνούλα την πιο κοντινή. Μα έφτασε πολύ αργά...       
- Συμπάθα με, μου τέλειωσαν όλα τα φαγητά, του λέει ο ταβερνιάρης. Έχω μονάχα δυο αυγά.
- Ε, δεν πειράζει, κάνε τα βραστά, του απαντά ο καπετάνιος.
Τα βράσανε λοιπόν τ' αυγά. μα εκεί που τα 'τρωγε ωραία και καλά, του φώναξαν οι ναύτες του να τρέξει στο καράβι. Τραβούσανε τις άγκυρες γιατί, στα ξαφνικά, αέρας είχε σηκωθεί.
Έφυγε ο καπετάνιος βιαστικά, πριν τελειώσει το φαΐ.
-         Θα σε πληρώσω άλλη φορά, του φώναξε από μακριά του ταβερνιάρη.
Πέρασε καιρός πολύς - κάπου πέντ' έξι χρόνια. Κι ένα πρωί άραξε πάλι στο νησί, του καπετάνιου το καράβι. Το δέσανε οι ναύτες του και βγήκαν στη στεριά ξανά. Πρώτος κατέβηκε ο καπετάνιος τούτη τη φορά, θυμότανε τ' απλήρωτα τ' αυγά. Πήγε λοιπόν· γραμμή στον ταβερνιάρη.
- Ήρθα να σε πληρώσω για τ' αυγά, του λέει. Πόσο κάνουν;
- Πολλά! Πάρα πολλά λεφτά! μιλάει ο ταβερνιάρης σοβαρά.
- Γιατί; Ακρίβυναν τόσο τ' αυγά; ρωτάει ο καπετάνιος.
- Όχι, δεν είν' αυτό, αλλά να... Κείνα τα δυο τ' αυγά  τα 'βαζα στην κλώσσα, θα είχα δυο κοτόπουλα Και τα κοτόπουλα αυτά θα είχανε γεννήσει ένα σωρό αυγά. Κι από τ' αυγά αυτά θα είχανε βγει ένα σωρό κοτόπουλα. Κι αυτά με τη σειρά τους θα είχανε κάνει ένα σωρό αυγά... Και τα λοιπά, και τα λοιπά...
Με λίγα λόγια, δηλαδή, του έβγαζε λογαριασμό που, για να πληρωθεί, έπρεπε το καράβι ολόκληρο να πουληθεί!
Τα έχασε ο καπετάνιος μας από την πονηριά του. Μα ο ταβερνιάρης, τίποτα! Ζήταγε τα λεφτά του. Έτσι αποφασίσανε να πάνε στο δικαστή. Κάποιος λοιπόν που ήτανε πιο εκεί κι άκουγε τον καβγά, λέει του καπετάνιου στα κρυφά:
- Άσ' τον και μη σε νοιάζει! θα 'ρθω κι εγώ μαζί στο δικαστή. Θα  του εξηγήσω και θα δει πως έχεις δίκιο εσύ. θα μ' έχεις  δικηγόρο, δηλαδή.
 Όταν λοιπόν τ' άλλο πρωί πήγαν οι δυο στο δικαστή:
- Σταθείτε μια στιγμή, φωνάζει ο καπετάνιος. Θα  έρθει ο δικηγόρος μου καλύτερα να σας τα πει. Όμως ο δικηγόρος άργησε πολύ. Κάποτε πια που φάνηκε:
- Με συμπαθάτε, λέει, αλλά να... Μου έτυχε μια δουλειά. Μαγείρεψε η γυναίκα μου ένα σωρό κουκιά. Φάγαμε αρκετά μα μείνανε πολλά. Είπα κι εγώ  να μην πάνε χαμένα. Και βγήκα και τα έσπειρα στον κήπο τα καημένα!
- Τα έσπειρες; φωνάζει ο ταβερνιάρης. Μα τι είναι αυτά! Μας κοροϊδεύεις δηλαδή; Φυτρώνουνε βρασμένοι τα κουκιά;
- Μπα; κάνει κι ο δικηγόρος. Μα τότε εσύ γιατί μας λες πως θα έβγαιναν πουλιά από τα βρασμένα αυγά;
- Χα! Χα! γέλασε ο δικαστής. Σωστά! Πολύ σωστά! Άδικα του ζητάς του καπετάνιου τόσα πολλά λεφτά. Δε σου χρωστά παρά μονάχα δυο αυγά, αφού τα έκανες βραστά. Πάγαινε στο καλό σου, ταβερνιάρη! Και πονηρούς λογαριασμούς ποτέ σου να μην κάνεις, κατεργάρη!
Έφυγε εκείνος με το κεφάλι του σκυφτό. Και δεν ξανάκανε ποτέ τέτοιο λογαριασμό.

(ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ)

Δεν υπάρχουν σχόλια: