Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Η ΒΕΒΗΛΩΣΗ


Ένα πολυπολιτισμικό χριστουγεννιάτικο παραμύθι του Γιάννη Μπάρτζη.


Η φάτνη στην πλατεία ήταν καινοτομία του νέου μας Δημάρχου. Δώρο προς το χωριό μας, για να μην παραπονούμαστε ότι μας αγνοεί χρονιάρες μέρες.
Θα μου πείτε:... όταν μας κάνει τον κουφό που του ζητάμε πόσιμο νερό, όταν  δε στέλνει και σ' εμάς απορριμματοφό­ρο και πετάμε τα σκουπίδια στα χωράφια μας με τα τρα­κτέρ, όταν οι δρόμοι μας είναι ακόμα ανασφάλτωτοι γεμά­τοι από νερολακούβες και ο «δημοτικός μας φωτισμός» α­ποτελείται από δυο γλόμπους στην πλατεία κι άλλον ένα -σπασμένο μήνες τώρα- στο προαύλιο της εκκλησίας... η φάτνη μας εμάρανε!
Κι όμως, οι πιο πολλοί συγχωριανοί το χάρηκαν το στολισμό των Χριστουγέννων, «Επιτέλους!» είπαν, «είδε και το χωριό μας φωτεινές γιρλάντες!». Ήταν ειλικρινές κι εγκάρδιο. λοιπόν, το «εύγε» προς το Δήμαρχο, που πήρε την πρωτο­βουλία κι έστειλε σ' εμάς τα περισσεύματα από τον εορτα­στικό διάκοσμο της πόλης, θα νιώθαμε έτσι και εμείς ατμό­σφαιρα γιορτών!
Ήρθαν εργάτες απ' το Δήμο και κρεμάσανε σχοινάκια με λαμπιόνια made in china σε στύλους γύρω απ' το ναό, τύ­λιξαν με καλώδια φωτός πέντε -έξι ακακίες και πουρνάρες, που φαντάζανε μες στο σκοτάδι ως μικροί έναστροι ουρα­νοί και στήριξαν έξω από τα μαγαζιά της Αγοράς πράσινα φωτεινά δεντράκια, αστεράκια χρυσαφιά και καμπανούλες κόκκινες. «Έτσι στολίζουνε τους δρόμους τα Χριστούγεννα οι πολιτισμένοι», έλεγαν οι ταξιδεμένοι του χωριού, που ή­ξεραν, γιατί είχαν δει πολλά .
Μα το εντυπωσιακότερο ήταν η φάτνη. Σε μια περίοπτη γω­νιά, στη δυτική άκρη της πλατείας, οι τεχνικοί του Δήμου, είκοσι μέρες πριν απ' τις γιορτές, έστησαν την αναπαρά­σταση της θειας Γέννησης, Έφτιαξαν τη σπηλιά της Βηθλε­έμ, μεγάλη όσο να χωράνε μέσα άνθρωποι σωστοί. Έστρω­σαν άχυρα στο δάπεδο, φτιάξανε το παχνί γεμάτο άχυρο και γύρω του τοποθέτησαν ένα βοϊδάκι, ένα άλογο, ένα γαϊδούρι και δυο πρόβατα. Πλαστικά ήσαν, αλλά μας άρεσαν, και πιο πολύ τα βράδια, που τα φώτιζε ένα κρυμμένο προβολάκι με ωχροκίτρινες ακτίνες.
Δίπλα στα «ζωντανά» στέκονταν ο Ιωσήφ και η Μαρία με το θείο Βρέφος αγκαλιά. Όλοι από πλαστικό και με φωτάκια ε­σωτερικά, που άναβαν τις νύχτες με αυτόματο μηχανισμό, Κι απ' έξω απ' τη σπηλιά αραχτές οι τρεις γκαμήλες και οι μάγοι δίπλα τους με στέμματα χρυσά βασιλικά και δώρα α­πό γλασέ χαρτί στα χέρια. Το σκηνικό συμπλήρωνε ένας προβολέας 500 Βατ, που στηριγμένος σε κολόνα της ΔΕΗ τα 'λουζε όλα με περίσσιο φως από ψηλά κι έκανε τη γωνιά αυτή να μοιάζει μαγική, απόκοσμη. Ιδιαίτερα σαν τύχαινε να αντιπαλεύει η λαμπερή ισχύς του την ομίχλη ή το χιονιά που εκείνη τη χρονιά ενέσκυψε στον τόπο μας «δριμύς».
Τις νύχτες, που το κρύο γινόταν τσουχτερό, το χιόνι λεύκα­ζε δρόμους και στέγες και ο αέρας σφύριζε απειλητικά κατηφορίζοντας από τις κοντινές μας ελατόφυτες βουνοπλα­γιές, το εσωτερικό της φάτνης θύμιζε την άγια γαλήνη της σπηλιάς, εκείνης που είχεν επιλέξει ο Ποιητής των Ουρα­νών ως πρώτη γήινη του κατοικία.
Η εικόνα προστασίας και ζεστασιάς κίνησε αρχικά το ενδια­φέρον μιας μικρής αγέλης από αδέσποτο, που λημεριάζανε έξω απ' το χασάπικο, ως μόνιμοι θαμώνες της πλατείας μας. Τέτοια φωλιά! Ούτε παραγγελία... Έκαναν ανερώτητα «κατάληψη» και συντροφεύανε τους,.. πλαστικούς δικαιού­χους του σκηνικού.
Κάποιοι βέβαια που τα είδαν, ενοχλήθηκαν, κι έστειλαν αίτημα στο Δήμαρχο να επιληφθεί του θέματος. Εκείνος πήρε στο τηλέφωνα τον αστυνόμο της περιοχής να του ανα­θέσει την υπόθεση, μα σαν το καλοσκέφτηκαν οι δυο τους… αποφασίσανε να μη βάλουν σ' ενέργεια τις φόλες, μέρες που είναι. «Στο κάτω κάτω της γραφής, που λέει κι ο λόγος», είπε ο αστυνόμος, μ' ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφισμένο κάτω απ' το μουστάκι του. «ποιος βεβαιώνει ότι  δεν υπήρχανε σκυλιά στη Φάτνη της Γεννήσεως!».
Με το αδιάσειστο επιχείρημα του φύλακα του νόμου και τα η τάξης, συμφώνησε κι ο Δήμαρχος κι έδωσε χάρη στα αδέσποτα, να χαίρονται ανενόχλητα τη θαλπωρή του σπηλαίου.Οι πλέον ιδιότροποι συγχωριανοί μας, θιασώτες των καφενέδων της πλατείας, οι οποίοι δεν εγνώριζαν τι είχε συζητήσει ο Αστυνόμος με το Δήμαρχο, και δεν έβλεπαν αρμόδιους να διώχνουν τα σκυλιά, έκαναν σχόλια για αδιαφορία του κράτους» και για «εγκατάλειψη της επαρχίας στη μοίρα της». Αλλά οι διαμαρτυρίες τους σταμάτησαν εκεί, ανάμεσα στην τσιγαρίλα, στο πιοτί, στην πρέφα  μπερδεμένες με τις ασταμάτητες διαμάχες τους για την  πολιτική και το ποδόσφαιρο.
Για τους πιο πολλούς, οι ασήμαντες εκείνες ανορθογραφίες δεν ήσαν ικανές να μειώσουν στο ελάχιστο την όμορφη εντύπωση και την αλλιώτικη εικόνα εορτασμού, που εμφυσούσε στην ψυχή τους ο νεωτερισμός της Δημαρχίας. Η φάτνη τόνιζε τη σημασία της γιορτής και σάλπιζε το μήνυ­μα της θείας ενανθρώπισης. Ήταν το καύχημα και το καμά­ρι μας!
Την «Άγια νύχτα τη χριστουγεννιάτικη» οι χαρμόσυνες κα­μπάνες μας ξύπνησαν αξημέρωτα, καλώντας μας στη λει­τουργία της Γεννήσεως, όπου προστρέξαμε -κατά το έθι­μο- μικροί μεγάλοι με τις γιορτινές μας φορεσιές και με καρδιά ολάνοιχτη, για να δεχτούμε μέσα μας το Βρέφος της Βηθλεέμ.
Σε αντίθεση με τις θερμές και προσευχόμενες ψυχές μας, τη νύχτα εκείνη ο χειμώνας έδειχνε το πιο χειρότερο του πρόσωπο. Αέρας, χιόνι, παγωνιά που να τσακίζει κόκαλα! Μέσα στην εκκλησία όμως νιώθαμε ευεξία, θαλπωρή και ζεστασιά, από τις σόμπες, τα κεριά κι από την εορταστική πολυκοσμία.
Και όλα θα κυλούσαν όπως κάθε χρόνο, μες στη μεθυστική απάθεια, στη γλυκιά παραζάλη που φέρνει η νύστα με τη λάμπουσα ατμόσφαιρα των πολυέλαιων, με τα αρωματικά νέφη του λιβανιού και το μελωδικό νανούρισμα του ιερέα και των ψαλτάδων, στην κατανυκτική σιωπή και στην ευλά­βεια του εκκλησιάσματος στη σκέψη πως «γεννάται πάλιν σήμερον ο επί γης θεός», αν δε φιδοσερνόταν ύπουλα, ψι­θυριστά, από τον ένανε πιστό στον άλλο, ανεξαρτήτως ηλι­κίας και φύλου, η εκρηκτική φημολογία: «Αλλοδαποί βεβή­λωσαν τη φάτνη μας!».
Ε, όχι! Αυτό πια ξεπερνούσε τα όρια κάθε ανοχής' Μια κρυμμένη οργή ξεχείλισε σε πολλά στόματα. Ξεπεράστη­καν ακόμα και τα όρια αυτοσυγκράτησης, που επέβαλλε η στιγμή εκείνη της λατρείας και ο χώρος ο ιερός. Η βοή του πλήθους -λάμια ανατολίτικου παραμυθιού- γιγάντωσε κι έ­πνιξε ψαλμωδίες και προσευχές. Οι κεραυνοί του έξω ου­ρανού, που φρύαζε από ψυχρή αγριάδα, βρήκαν ρωγμές και τρύπωσαν σε ανθρώπινες καρδιές. Μάταια οι επίτροποι κι ο νεωκόρος έκαναν νεύματα για πειθαρχία και σιωπή. Το κλίμα της κατάνυξης είχε μοιραία διασαλευτεί.
Κάποιοι θερμόαιμοι έφηβοι βγήκαν από την εκκλησιά κι έ­τρεξαν στην πλατεία, για να δουν και να μας φέρουν λε­πτομέρειες.
Ήταν αλήθεια. Ξένοι είχαν μπει στη φάτνη κι έκλεισαν μά­λιστα την είσοδο με τσίγκους, ξύλα και χαρτόνια. Έξω οι καθιστές γκαμήλες ήταν σκεπασμένες απ' το χιόνι και οι μάγοι δεν έβλεπαν πια πού ν' απευθύνουνε τ' αστραφτερά τους δώρα! Μέσα φαινόταν αναμμένο φως κι ακούγονταν αλβανικές κουβέντες!
Το σούσουρο μες στο ναό έδινε κι έπαιρνε. «Μα πού το πά­νε; Δε σέβονται πια τίποτα! Τι άλλο θα δούμε με δαύτους;». «Δε φτάνει που τους δίνουμε δουλειές- Δε φτάνει που τους μπάζουμε στα σπίτια μας.. Δε φτάνει που μας κλέβουνε... θα μας χαλάσουν τώρα και τα έθιμα μας;»,
Υπήρξαν βέβαια και ψυχραιμότερες απόψεις, που έκαναν λόγο για βαριά εκμετάλλευση των ξένων απ' τους χωρια­νούς, για σκληρές εργασίες στα χωράφια που πληρώνο­νταν ελάχιστα, για φτωχοκάλυβα και παραπήγματα που τους νοικιάζανε λες κι ήταν σπίτια αληθινά, για δυσκολίες που είχε εκείνος ο χειμώνας με παιδιά σε τέτοιους χώ­ρους..., μα ποιος τους άκουγε!
Τέσσερις-πέντε οικογένειες αλλοδαπών που εκκλησιάζο­νταν μαζί μας, έσμιξαν όλοι τους  σε μια γωνιά με αμηχανία και φόβο.  Τα παιδιά τους κάθονταν μπροστά, δίπλα στον άμβωνα, με όλα τα χωριατόπουλα που ήσαν γνώριμοι και φί­λοι απ' το σχολείο.
Εκείνα αντάλλασσαν κουβέντες για το φλέγον ζήτημα, με υ­ποθέσεις ότι μάλλον δεν επρόκειτο για συγγενείς δικούς τους.
Η λειτουργία συντομεύτηκε εν τέλει απ' τον παπά και η α­πόλυση έγινε κατά τα καθιερωμένα, με ανταλλαγές ευχών αλλήλων, σε μιαν ατμόσφαιρα διάχυτου ηλεκτρισμού.
Κοινή σε όλους η πεποίθηση ότι θα είχαμε επεισόδια. Οι πιο φιλήσυχοι σταυροκοπήθηκαν, μάζεψαν τα παιδιά τους κι έφυγαν για το γιορταστικό τραπέζι, αποφεύγοντας το δρό­μο της πλατείας. Οι άλλοι, οι... «παλικαράδες», πήγαν να «καθαρίσουν» την υπόθεση βεβήλωσης. Συγκεντρωθήκανε φωνάζοντας έξω απ' τη χιονισμένη φάτνη, κραδαίνοντας ο­μπρέλες και φουρκόξυλα.
Το πρόχειρο κάλυμμα της εισόδου άνοιξε από τους μέσα, που σαν είδαν την οργή του πλήθους, έσκυψαν, μάζεψαν τα πράγματα τους και αποχώρησαν με τρόμο. Ένας άντρας τα­λαίπωρος άνοιγε διάδρομο στο παγωμένο χιόνι και μια γυ­ναίκα νεαρή από πίσω του ακολουθούσε με βήματα δειλά, τρεμάμενα. Στα χέρια της κρατούσε με στοργή, μες σε παλιόρουχα, ένα βρέφος σιωπηλό.
Ο αγέρας φυσομανούσε με βία απειλώντας να ξεριζώσει τα γύρω δέντρα. Το κρύο είχε μαργώσει όλη την πλάση γύρω και πολιορκούσε επίμονα τα εσώψυχά μας. Ο προβολέας του σκηνικού τρεμόπαιζε, σπαταλώντας ακτίνες πότε κατά το θεριεμένο ουρανό και πότε κατά τα πλαστικά ομοιώματα των Μάγων και της θείας Οικογένειας. Οι ξένοι βγήκαν απ' την εορταστική φωτοχυσία και παραλί­γο να τους καταπιεί το τελευταίο σκοτάδι και ο κακός και­ρός.
Τους πρόλαβε όμως μια φωνή ανθρωπιάς: «Μα, είναι τόπος η σπηλιά για το μωρό; Ξεπάγιασε, δεν το βλέπετε; Ελάτε μαζί μου. θα μείνετε στο σπίτι μου σήμερα!». Μεμιάς όλα αλλάξανε. Η πρόταση του γερο-Νίκου «του άκληρου», όπως τον έλεγαν στο χωριανοί, σπίθισε τέτοια θέρμη, που λες κι εξαφανίστηκε απ' την πλατεία ο χιονιάς. Ο αγέρας σαν να κοντοστάθηκε κι ο προβολέας σταθεροποιήθηκε φωτίζοντας τριγύρω γελαστά, γαληνεμένα πρόσωπα.
«Θα φέρω μωρουδίστικα που 'χω κρατήσει απ' τα εγγόνια μου! Να το ντύσουμε το καψερό!» είπε η θεια-Μαρία η Στράταινα.
«Έχω μια κούνια για μωρό και κουβερτούλες μάλλινες!» πε­τάχτηκε ολοπρόθυμη κι η Φρόσω του χασάπη. Ο γερο-Νίκος κι η κυρά του έπιασαν αγκαζέ τη μάνα με το βρέφος και ξεκίνησαν. Από κοντά ο ξένος άντρας και οι χω­ριανοί, που διαγκωνίζονταν ποιος θα προσφέρει περισσό­τερο για τη φροντίδα τους.
Δυο νεαροί μείνανε δυο λεπτά στο σκηνικό, πέταξαν μα­κριά τους σκουριασμένους τσίγκους, τα χαρτόνια και τα ξύ­λα κι αποκατέστησαν την προηγούμενη ευταξία της φάτνης. Το χωριό μας ήταν και πάλι έτοιμο να γιορτάσει τα Χριστού­γεννα
κατά πώς έπρεπε.


Δεν υπάρχουν σχόλια: