Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Ο ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗ ΖΕΣΤΗ ΚΑΡΔΙΑ

ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΣΤΙΚΑ
Μια   φόρα κι έναν  καιρό,  βράδυ χριστουγεννιάτικο και χιονισμένο, βρέθηκε μόνος με στο δάσος ένας ολόλευκος χιονάνθρωπος. Τον είχαν φτιάξει απ' το μεσημέρι δυο παιδιά περαστικά από εκεί. Έπαιξαν αρκετά μαζί του κι ύστερα τον άφησαν σε μιαν άκρη του δρόμου παρέα με τον άνεμο, το χιόνι και τα ξεπαγιασμένα σπουργιτάκια. Σαν ήρθε όμως το σκοτάδι, πέταξαν κι αυτά και φύγανε για να βρουν καταφύγιο στις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων.
Στημένος, σιωπηλός και  ακίνητος. σκεφτόταν ότι είναι η μοίρα των χιονάνθρωπων να περνούν τις γιορταστικές νύχτες ολομόναχοι, στην παγωνιά και  στο σκοτάδι. Λαχταρούσε η χιονένια του  κάρδια να μπορούσε να είναι «ζεστάνθρωπος» και να καθόταν σε σαλόνια όλο φως, σε αναπαυτική πολυθρόνα, πλάι στο αναμμένο τζάκι και να κοιτάει το δέντρο το  χριστουγεννιάτικο με τα κεράκια,  τους αγγέλους και τη  φάτνη του Ιησού.
Μα μια στιγμή. θαρρείς και εισακούστηκε η βαθιά επιθυμία του, φάνηκε ένα τζιπ στο δρόμο που διέσχιζε το δάσος. Τον πλησίασε και σταμάτησε δίπλα του. Τέσσερα παιδιά με τον πατέρα τους μαζί, κατέβηκαν. τον τριγυρίσανε και τον θαυμάζανε.
- Τι ωραίος χιονάνθρωπος! είπε το ένα παιδί.
-Σαν να 'ναι από ασήμι, λάμπει στο φως την προβολέων! είπε το άλλο.
-Τον αγαπώ πολύ! είπε το τρίτο.
-Να τον πάρουμε στο σπίτι μου! Παρακάλεσε ο πιο μικρός.
«Φαίνεται πως ο Χριστούλης που γεννιέται σήμερα. θέλησε να πραγματοποιήσει το όνειρο μου». σκέφτηκε ο χιονάνθρωποι κι ένα μικρό χαμόγελο ελπίδας χαράχτηκε στα παγωμένα χείλη του.
-Δε γίνεται, καλό μου παιδί, ο χιονάνθρωπος πρέπει να μείνει εδώ! είπε ο πατέρας.
-Eγώ δε θέλω άλλο δώρο για τα Χριστούγεννα, παρά μονό αυτό τον αληθινό και γλυκούλη χιονάνθρωπο...! Τον θέλω! Τον θέλω! Τον θέλω!! επέμενε ο μικροί.
Ποιος  πατέρας μπορεί ν' αντισταθεί για πολύ σε μια τόσο τρυφερή επιθυμία;
Τελικά ο χιονάνθρωπου, πλέοντας σε πελάγη ευτυχίας, ένιωσε και τα τέσσερα παιδιά να τον αγκαλιάζουν, φορώντας γάντια και  ο πατέρας  μ' ένα πλατύ χιονόφτυαρο να προσπαθεί να τον ξεκολλήσει από τα παγωμένο έδαφος.
Τον σήκωσαν και  τον τοποθέτησαν προσεκτικό στο πορτμπαγκάζ, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή στο κρύο.
Πριν ξεκινήσουν με το τζιπ, δύο λεπτά χεράκια τον αγκάλιασαν και του ψιθύρισαν στο αυτί: «Σ' αγαπώ πολύ,   Χριστουγεννιάτικε   Χιονάνθρωπε!» Τότε αισθάνθηκε μια τέτοια ζεστασιά, που άρχισε να λιώνει από ευτυχία.
Σαν έφτασαν στο εξοχικά της οικογένειας, ένα αρχοντόσπιτο μέσα στα έλατα με  στέγες και  μπαλκόνια ολόασπρα απ' το χιόνι, αισθάνθηκε να λιώνει ακόμα πιο πολύ.
Τον έβαλαν σ' ένα ταψί και τον κουβάλησαν μες στο σαλόνι. Με μάτια από κάρβουνο κοιτούσε έκπληκτος το στολισμένο δέντρο. Στη μύτη του από καρότο, που είχαν καταφάει οι σπουργίτες, έφτανε η ευωδιά από κουραμπιέδες και μελομακάρονα. Η γαλοπούλα η ψητή άχνιζε πάνω στο γιορταστικό τραπέζι πλάι σε κόκκινο κρασί και γαργαλούσε το στόμα του φτιαγμένο με αγριοπατάτα. Ανταύγειες από το αναμμένο τζάκι του ρόδιζαν τα μάγουλα και  το κορμί. Η οικογένεια τριγύρω του τον θαύμαζε. Ακούγονταν λόγια χαράς και  ευχές της Άγιας Νύχτας. Το λιώσιμο από θαλπωρή  και γλύκα  γινότανε τώρα γοργά.
Δάκρυα ζεστά, ευτυχισμένα, κύλησαν οπ' τα ματιά του και  μαύρισαν λίγο το χιονένιο του γιλέκο. Χοντρές σταγόνες ίδρωτα έτρεχαν απ' το μέτωπο, απ' το λαιμό, από τα  χέρια του τα δυο, κι  απ' την κοιλιά του. Ίδρωσαν κι  οι παλάμες του και  ξέφυγε ένα χοντρό κλαδί, που του είχαν δώσει να κρατάει σαν σκήπτρο. Στα πόδια του ένιωσε να μαζεύεται κρύσταλλο νεράκι. Απ' την πολλή ευτυχία του, άλλο δεν άντεξε κι έγειρε λιποθυμισμένος το κεφάλι του στο πλάι.
Ο ύπνος κράτησε αρκετά. Σαν ξύπνησε με το καλό. Βρέθηκε  έξω στο μπαλκόνι, απέναντι απ' το σαλόνι της γιορτής και  τα 'βλεπε από πίσω από τη φωτισμένη τζαμαρία. Κοντά  του ήταν και  το τζάκι. και το δέντρο και  το τραπέζι με τις λιχουδιές  και  τα παιδιά  με τους γονείς τους. Μοναχά  που το τζαμί τον προστάτευε από  το λιώσιμο της ευτυχίας.
Είχε καινούργια μύτη από φρέσκο αφάγωτο καρότο, στόμα από ψητή και  πεντανόστιμη πατάτα, ματιά από κουμπιά παλτού και για  το κρύο του μπαλκονιού του είχαν φορέσει μπουφάν  μάλλινο κι  ένα ωραίο παιδικό κασκόλ. Στο χεριά του έδωσαν μια σκούπα αληθινή, που την κρατούσε με καμάρι, κι ολόγυρα στα ποδιά του ένα γιορντάνι φωτεινό λαμπιόνια αναβοσβήνανε, αλλάζοντας παιχνιδιάρικα χρωματισμούς και  ήχους από κάλαντα.
Αισθανόταν πολύ χαρούμενος. Ήταν ευτυχισμένος έξω στο μπαλκόνι, χωρίς να έχει κίνδυνο να λιώσει. Η αγάπη των ανθρώπων τον έκανε να νιώσει απέραντη ζεστασιά μέσα του. Το μικρό παιδί που είχε παρακαλέσει τον πατέρα του να τον πάρουν μαζί τους, τον κοιτούσε πίσω οπό τη τζαμαρία και του έγνεφε φιλικά νοήματα. Το τζάμι είχε θαμπώσει από την αναπνοή του κι  εκείνο το καθάριζε με την παλάμη του, για να βλέπει καλύτερα.
-Σ' αγαπώ, αλλά  με το σωστό τρόπο  του ψιθύρισε. Είσαι  καλύτερα εκεί στο δικό σου περιβάλλον; Είσαι ευχαριστημένος; τον ρωτούσε χωρίς να ακούγεται.
-Σ' αγαπώ, με δεν μπορούμε να είμαστε μαζί. Σ’  αγαπώ και είμαστε τόσο πολύ κοντά!
Το άλλο πρωί στο μπουλόνι με το χιονάνθρωπο μαζεύτηκαν παιδιά και  παίξανε με την ψυχή τους. Το παιχνίδι κράτησε τόσο πολύ, όσο κρατάει το χιόνι κι  η γιορτή.


Δεν υπάρχουν σχόλια: