Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΑΛΑΤΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ


Μια φορά κι ένα καιρό, στα πολύ παλιά χρόνια ζούσαν στην Κίνα δυο αδέρφια.

Ο Γιαν που ήταν ο μεγαλύτερος και ο Γι ο μικρότερος, Από τον καιρό που ήταν ακόμα παιδιά ο Γιαν, φερόταν άσχημα στον Γι, Του έπαιρνε τα παιχνίδια, τον ξεγελούσε, του έτρωγε το φαγητό και γενικά όλα τα ήθελε για τον εαυτό του, Όσο ζούσε ο πατέρας τους φρόντιζε να μην γίνονται αδικίες σε βάρος του Γι.
Ήρθε όμως η κακή ώρα που ο πατέρας έφυγε από τη ζωή, Τότε ο Γιαν, άπληστος όπως ήταν, κράτησε όλη την περιουσία γιο λογαριασμό του. Το πατρικό σπίτι, το χωράφι κι όλα τα ζωντανά, Για τον Γι δεν άφησε τίποτε, Και δε νοιάστηκε καθόλου αν ο μικρό του αδερφός έμεινε φτωχός, τόσο φτωχός που δεν είχε μέρες μέρες ούτε ένα κουπάκι ρύζι να ταΐσει τη φαμίλια του.
 Μια τέτοια μέρα η ανάγκη έκανε τον Γι να γυρέψει βοήθεια από τον αδερφό του. Δεν είχε και άλλον κανένα. Αδερφός είναι, σκέφτηκε, θα με πονέσει στη δύσκολη ώρα που βρίσκομαι.
Μια και δυο παίρνει το δισάκι του και πάει στο σπίτι του μεγάλου αδερφού,
 - Αδερφέ μου, του λέει, δώσε μου σε παρακαλώ ένα κύπελο ρύζι, Μόλις τα καταφέρω θα σου το επιστρέψω.
 Ο Γιαν, άκαρδος και τσιγκούνης, θέλησε να τον αποφύγει,
- Δυστυχώς αδερφέ, του απάντησε, δεν μου περισσεύει. Ίσως μια άλλη φορά μπορέσω σε βοηθήσω. Στην πραγματικότητα ούτε εκείνη, ούτε άλλη φορά είχε σκοπό να τον βοηθήσει. Έφυγε πικραμένος ο μικρός αδερφός. Στην απελπισία του σκέφτηκε να πάει στη θάλασσα να ψαρέψει. Κάθισε με τις ώρες στην ακρογιαλιά, του κάκου όμως. Μήτε ­ένα ψαράκι δεν έπιασε στο αγκίστρι του. Με άδεια χέρια και την ψυχή του πικραμένη   ­πήρε το δρόμο για το σπίτι του.  Όπως περπατούσε βλέπει μπροστά του μια μυλόπετρα. Δεν την παίρνω, σκέφτηκε, μπορεί  κάπου να χρειαστεί.
-     Καλώς τον, του είπε η γυναίκα του που τον είδε από μακριά με τα χέρια γεμάτα, Τι καλά  μας φέρνεις;
- Μια μυλόπετρα, γυναίκα, Αυτό βρήκα, τίποτε άλλο.
- Με κοροϊδεύεις, άντρα μου; Τι να την κάνουμε; Σάματι μας έμεινε τίποτε; Να αλέσουμε τι;
Αλήθεια, γιατί την κουβάλησε; Στο σπίτι δεν είχε μείνει ούτε ένα σπυρί ρύζι. Την άφησε κάτω θυμωμένος με τον εαυτό του και την τύχη του, την έσπρωξε μάλιστα με το πόδι πεισμωμένος. Την ίδια στιγμή η μυλόπετρα άρχισε να γυρίζει.  Να γυρίζει και να αλέθει.  Κι όπως άλεθε έβγαζε αλάτι, πολύ αλάτι. συνέχεια, χωρίς σταμάτημα. Άντρας και γυναίκα έτριβαν τα χέρια τους με το αναπάντεχο καλό που τους είχε βρει. Μόνο που δεν έλεγε να σταματήσει. Το αλάτι είχε γίνει βουνό και η μυλόπετρα άλεθε ακόμα.  Δεν ήξερε τι να κάνει για να τη σταματήσει.
Με τα πολλά σκέφτηκε να την αναποδογυρίσει. Μόλις το έκανε η μυλόπετρα σταμάτησε το άλεσμα.
Πήγαν στο παζάρι πούλησαν το αλάτι και αγόρασαν ρύζι. Από κείνη τη μέρα δεν πείνασαν ξανά. Όχι μόνο δεν πείνασαν αλλά κατάφεραν με οικονομίες να αγοράσουν ένα χωραφάκι. Ακόμα κι αν η μυλόπετρα σταματούσε να αλέθει, θαύματα δε γίνονται κάθε μέρα, θα μπορούσαν να ζήσουν πια δουλεύοντας τη γη,
Κάποια στιγμή έμαθε ο μεγάλος αδερφός για την τύχη που είχε βρει τον Γι. Ζήλεψε. Αχόρταγος καθώς ήταν, πήγε κατευθείαν στο σπίτι του αδερφού του.
- Άκου αδερφέ, έμαθα πως έχεις μια μυλόπετρα, θέλω να μου τη δανείσεις. Δεν μπορείς να μου την αρνηθείς. Τι αδέρφια είμαστε!
Ο Γι που δεν κρατούσε κακία, του την έδωσε πρόθυμα.  Μόνο ήταν τόσο βιαστικός ο αδερφός του, που δεν πρόλαβε να του πει με ποιο τρόπο σταματούσε το άλεσμα.  Γύρισε ο Γιαν σπίτι του και δίχως να χάσει λεφτό έδωσε μια στη μυλόπετρα. Η μυλόπετρα όπως ήταν φυσικό άρχισε το άλεσμα. Άλεθε, άλεθε ασταμάτητα. Γέμισε ο τόπος αλάτι, Στην αρχή ο αχόρταγος Γιαν έτριβε ενθουσιασμένος τα χέρια του. Όταν όμως άρχισαν να τρίζουν οι τοίχοι από το πολύ αλάτι τάχασε. Με τρόμο είδε τη στέγη να ξεχαρβαλώνεται, Κόντευε να γκρεμιστεί το σπίτι, τράβαγε τα μαλλιά του. Δεν ήξερε τι να κάνει για να τη σταματήσει.
Τελευταία προσπάθεια της δίνει μια με το πόδι του, Πάλι δε σταμάτησε, αλλά επειδή το σπίτι ήταν χτισμένο στην βουνοπλαγιά, η μυλόπετρα άρχισε να κατρακυλάει. Κατρακυλούσε, κατρακυλούσε ώσπου έφτασε στο κάτω μέρος του βουνού κι ακόμα κυλούσε. Κυλούσε και άλεθε. Άλεθε ακόμα και μέσα στο νερό όταν βρέθηκε στη θάλασσα. Γέμισε η θάλασσα αλάτι.
 Από τότε, λένε, πως βρίσκεται στον πάτο της θάλασσας κι αλέθει. Αλέθει ασταμάτητα και βγάζει αλάτι, γι αυτό και το νερό της θάλασσας είναι τόσο αλμυρό.
(Κινέζικο παραμύθι από τη Φιλομήλα Βακάλη

Δεν υπάρχουν σχόλια: