Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Το αδειανό και το γεμάτο βαρέλι





 «Ήταν Νοέμβρης. Ο τρυγητός είχε τελειώσει κι ο μούστος έβραζε μέσα στα πελώρια βαρέλια.
Ο πρόεδρος του χωριού, ο κυρ Σταμάτης, με τους πολλούς εργάτες του, έβαζε το κρασί μέσα σε βαρέλια. Κι έτσι έβλεπε κανένας άλλα βαρέλια  γεμάτα να φεύγουν από την κρασαποθήκη κι άλλα να  έρχονται άδεια για να γεμίσουν.
Ο Γιαννακός κι ο Νικολός ανταμώθηκαν στο δρόμο κυλώντας ο ένας το άδειο κι ο άλλος το γεμάτο βαρέλι. Το αδειανό βαρέλι του Γιαννακού έκανε δυνατό κρότο σε κάθε κύλισμά του. Το γεμάτο βαρέλι του Νικολού κουνιόταν σιγά σιγά, γιατί ήταν βαρύ και δεν έβγαζε κρότο πολύ. Οι δυο φίλοι σταμάτησαν για μια στιγμή και ρωτούσαν ο ένας τον άλλο, για ποια αιτία να γίνεται έτσι. Κάμποση ώρα σκέφθηκαν. Μα δεν μπόρεσαν να δώσουν καμιά εξήγηση, ώσπου τους ξύπνησε από τη συλλογή τους η άγρια φωνή του επιστάτη.
Το βράδυ ρώτησαν δειλά δειλά τον πρόεδρο, που τους αγαπούσε σαν παιδιά του, να τους εξηγήσει. Ο κυρ Σταμάτης χαμογέλασε με καλοσύνη και τους είπε:
-Ο κόσμος, παιδιά μου, έτσι είναι φτιαγμένος. Όσοι άνθρωποι είναι άμυαλοι, σαν το αδειανό, καλή ώρα βαρέλι, όλο φωνάζουν και λένε ανοησίες. Μα οι γνωστικοί και μορφωμένοι άνθρωποι, μοιάζουν με το γεμάτο βαρέλι, που κυλά αργά-αργά και δεν κάνει θόρυβο. Γι’ αυτό και σεις, παιδιά μου, λίγα να λέτε και πολλά ν’ ακούτε, για να γίνετε φρόνιμοι άνθρωποι
Αναδημοσίευση από  Αντικλείδι  

Δεν υπάρχουν σχόλια: