Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

ΜΙΑ ΑΞΕΧΑΣΤΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ




Άκουγα από πολύ μικρός τον παππού να διηγείται απίθανες ιστορίες από τη θαλασσινή ζωή και η φαντασία μου οργίαζε. Βιαζόμουν να με­γαλώσω, να με παίρνει μαζί του ο πατέρας που έγι­νε κι εκείνος ναυτικός, να ταξιδεύω με καράβια με­γάλα στους απέραντους ωκεανούς, να περιπλανιέ­μαι σαν τον Οδυσσέα σε μακρινές θάλασσες ίσαμε την άλλη άκρη του κόσμου. Να γνωρίσω παράξε­νους
ανθρώπους, να παλέψω με τέρατα και θαλασ­σινά θεριά. Να κατατροπώσω μονόφθαλμους κύ­κλωπες σαν τον πολυμήχανο πολυβασανισμένο προγονό μου, ν' ακούσω το τραγούδι των σειρήνων δεμένος στο κατάρτι του καραβιού για να μην με μα­γέψουν κι αφήσω εκεί τα κοκαλάκια μου σαν κά­ποιους ανίδεους θαλασσινούς. Να νικήσω σιδερέ­νιους γίγαντες με φαρμακερά βότανα όπως η μάγισ­σα Μήδεια...
Ονειρευόμουν, και τι δεν ονειρευόμουν! Ονει­ρευόμουν περιπέτειες σε μαγευτικούς, άγνωστους τόπους. Το ζούσα αυτό το όνειρο. Και ήμουν συχνά μπαρκαρισμένος στο υπερωκεάνιο που ήταν καπε­τάνιος ο πατέρας μου κι έψαχνα τρόπους να το σκά­σω κρυφά απ' το καράβι και να περπατήσω στα μα­γευτικό κοραλλένια νησιά. Να δω από κοντά ένα η­φαίστειο την ώρα που ανοίγει το στόμα του και ξερ­νάει φαντασμαγορικά πύρινο ποτάμι την μανιασμέ­νη λάβα που βγαίνει από τα σπλάχνα και την καρδιά της γης και κατακλύζει τα πάντα αφανίζοντας κάθε τι που συναντά στο διάβα της. Να χωθώ στη ζούγκλα του Αμαζονίου, να τρυπώσω στα τροπικό δάση της Αφρικής, να πάρω μια ιδέα από τους Μουσώνες και το Σιμούν, να επισκεφτώ τα εξωτικά μέρη που περι­γράφει στα βιβλία του ο Τζακ Λόντον.
Μα πιο πολύ με καλούσαν οι θάλασσες. Οι απέ­ραντοι ωκεανοί με τρομερά βάθη, να δω τα κύματα να σηκώνονται άγρια απειλητικά και το καράβι να χο­ρεύει πάνω στις ανθισμένες κορυφές τους σαν κα­ρυδότσουφλο, Φανταζόμουν... και τι δεν έβαζα με το νου μου! Μα ο πιο βαθύς μου πόθος ήταν άλλος, πιο ασίγαστος, πιο μεγάλος. Να δω με τα ίδια μου τα μάτια τη Γοργόνα.  Πίστευα ακράδαντα πως κάπου μπορεί να συναντούσα τη Γοργόνα, την αδερφή του Μεγαλέξανδρου, στα νερά του Ινδικού Ωκεανού, σί­γουρα, και ήμουν βέβαιος πως θ' τσάκωνε την πλώ­ρη του καραβιού του, θα όρθωνε το πελώριο ανά­στημα της και θα με ρωτούσε με ραγισμένη φωνή:
«Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;»
Κι εγώ θα της απαντούσα:
«Ζει και βασιλεύει, κυρά μου, και τον κόσμο κυριεύ­ει...»: όπως της απαντούν όλοι οι ναυτικοί για να μη θυμώσει και βυθίσει το καράβι. Το ξέρουν, λένε, αυ­τό οι θαλασσινοί μας και κανείς δεν της εναντιώνε­ται.
Ο πατέρας έλεγε πως την είδε με τα ίδια του τα μάτια όταν ήταν πρωτοτάξιδος και διέσχιζαν μ' ένα τεράστιο καράβι τα νερά του Ινδικού Ωκεανού. Είναι. έλεγε, ξανθιά θαλασσινή, από τη μέση κι απάνω πα­νέμορφη γυναίκα, ξανθιά, γαλανομάτα νεράιδα και από κει και κάτω το τεράστιο σώμα της σκεπάζεται με λέπια και καταλήγει σε πελώρια ψαρίσια ουρά.
Η φαντασία μου πετούσε προς τα μέρη της Ανα­τολής. Έπλεα στον Ινδικό Ωκεανό κάθε νύχτα. Έκα­να καράβια τα όνειρα μου, γινόμουν καπετάνιος και ταξίδευα βέβαιος πως θα έβλεπα κι εγώ τη γοργόνα. Έτσι με το πες πες κατάφερα να
πείσω τη μητέρα μου να με πάρει κι εμένα στο καράβι να περάσω μαζί με τους γονείς μου τις διακοπές των Χριστουγέννων. Ένα περισσότερο που το καράβι βρισκόταν κάπου στον Ινδικό Ωκεανό.
Χε! θα 'βλεπα τη γοργόνα. Και τι δε θα 'χα να λέω στους φίλους μου για να με θαυμάζουν, Και προπαντός η Ασπασία που δεν παραδέχεται τίποτα, Εγώ θα της έκλεινα το στόμα μια για πάντα κι ας λέει:  «Αυτά είναι φαντασίες, θρύλοι,..»                               
Εγώ θα της τον έκοβα το βήχα με αδιάσειστα επιχειρήματα.     
Λένε πως αν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, την ώρα και τη στιγμή που αλλάζει ο μήνας κι ο χρόνος κοιτάξεις τα  αστέρια και κάνεις μέσα σου μια ευχή. θα γίνει αυτό που επιθυμείς αρκεί να πιστεύεις στο θαύμα. Αν  δεν πιστεύεις η ευχή σου δεν «πιάνει».
Να 'μαστε λοιπόν παραμονή Πρωτοχρονιάς ανοιχτά στα νερά του Ινδικού Ωκεανού με το τεράστιο πετρελαιοφόρο Μέγας Αλέξανδρος που κυβερνούσε ο πατέρας μου. Εμένα η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που κόντευε να σπάσει. Περίμενα και πώς περίμενα την ώρα, τη στιγμή που η σειρήνα του πλοίου θα σήμαινε μέσα νύχτα την αλλαγή του χρόνου.
 Ήταν μια νύχτα μαγική, φεγγαρόλουστη. Η θάλασσα γαλήνια, πρόσχαρη και τρυφερή φάνταζε νεράιδα κοιμισμένη στ' ανοιχτογάλαζα μεταξωτά παπλωματά της. Τα φώτα του καραβιού σβησμένα. Οι μεγάλοι μαζεμένοι στη γέφυρα με το γεμάτα κρασί ποτήρια στα χέρια, έτοιμοι να καλωσορίσουν τον καινούριο χρόνο. Όταν  εκείνοι άρχισαν να τραγουδούν φαλτσάροντας φρικτά:                                         
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά                                                         
 κι αρχή καλός μας χρόνος..­.
και συνέχεια:
Πάει ο παλιός ο χρόνος..,.                                               
Καινούριος χρόνος ξημέρωνει
και σβήνεται και χάνεται ο παλιός...   
εγώ γλίστρησα κρυφά, λούφαξα σε μια γωνιά στην  πλώρη του καραβιού και περίμενα ώσπου ήρθε η κατάλληλη στιγμή. Τότε, σταύρωσα τα χέρια, κοίταξα   κατάματα το φεγγάρι που τρεμόσβηνε στον ουρανό  κι ευχήθηκα μέσα μου να γίνει το όνειρο μου πραγ­ματικότητα. Και πίστευα με όλη μου την ψυχή πως θα γίνει το θαύμα.
Δεν πέρασε περισσότερο από ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και πάνω στο τσακ που έκανε ο γε­νικός διακόπτης για να ανάψουν τα φώτα για τον καινούργιο χρόνο, ακούω ένα δυνατό χτύπο πλώρη του καραβιού, βλέπω ένα πελώριο κύμα να σηκώνε­ται ίσαμε τον ουρανό ψηλά, να βγαίνει από τους αφρούς η γορ­γόνα και να έρχεται προς το μέ­ρος μου. Πιάνει με τα δυο της χέ­ρια την κουπαστή του καραβιού και:
«Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;» με ρωτάει με αγωνία και περιμένει να της απαντήσω.
«Ζει. Ζει και βασιλεύει, κυρά μου. και τον κόσμο κυριεύει!» της λέω με περηφάνια.  «Όσο υ­πάρχουν Έλληνες, ο Μεγαλέξανδρος θα ζει και θα πολεμάει για το φίλιωμα των λαών, για την ειρήνη και για τη δικαιοσύνη, για τον πολιτισμό».      
Η γοργόνα γέλασε και φωτίστηκε το ωραίο της πρόσωπο. Ύστερα πλεύρισε ήσυχα και βούτηξε ήρεμα στα βαθιά νερά του Ινδικού. Εγώ έκλεισα τα μάτια, για να κρατήσω το όραμα. Εκείνη ακριβώς στιγμή ήχησε η σειρήνα του καρα­βιού κι όλο το πλήρωμα ξέσπασε σε ζητωκραυγές, και τραγούδια. Πετούσαν βεγγαλικά, φωτοβολίδες ανέβαιναν ψηλά στον ουρανό, οι ευχές έδιναν κι έπαιρναν. Μα κανείς τους δεν είχε αξιωθεί να δει τη γοργόνα και να ακούσει τη φωνή της, να ζήσει το θαύμα που είχε γίνε…
 Εγώ εκείνη την υπέροχη νύχτα, κι όσο έμεινα μετά στο καράβι, είχα συνέχεια στο νου μου την πανέμορφη γοργόνα του παραμυθιού, την αδερφή του Μεγαλέξανδρου. Έμενα με τις ώρες στην κουπαστή και περίμε­να ξάγρυπνος να φανεί η γοργόνα, η αδερφή του Μεγαλέξανδρου, να ξαναζήσω το θαύμα, το παραμύθι, το ό­νειρο έστω! Καθόμουν ασάλευτος εκεί ώσπου τα βλέφαρα μου έγερναν από το βάρος της νύστας, και πάλι δεν το έβαζα κάτω.
«Θα ξαναφανεί», έλεγα μέσα μου και προσευχόμουν πότε στο φεγγάρι, όταν είχε πανσέληνο, πότε στ' αστέ­ρια, «Θα με δει και θα μου μιλήσει...» Και δεν κολλούσε ύπνος στα βλέφαρα μου. Όλες τις μέρες των διακοπών που έμεινα στο καράβι του πατέρα μου. εκεί στην κουπαστή μ' έπαιρνε ο ύπνος. Το είχε συνηθίσει πια η μητέρα μου και ήξερε πού θα με βρει για να με συμμαζέψει, να μην ξεπαγιάσω από το αγιάζι που τις νύχτες είναι τσουχτερό στους ωκεανούς. Ακόμα κι όταν έχει καλοκαιρινή μπουνάτσα.
Όμως το θαύμα, ακόμα και στα όνειρα και στα παραμύθια μια και μοναδική φορά το ζει ο άνθρωπος.
Μια φόρα  στα χίλια χρόνια...
Μια φόρα  στα χίλια χρόνια...
τραγουδούν αλλιώς τα αηδόνια
Να ΄χεις τύχη να ‘χεις τύχη
κι χρονιά να σου πετύχει.
κατά που λέει κι ο ποιητής Οδυσσέας Ε­λύτης. Και είμαι απόλυτα σίγουρος πως κι αυτός είδε με τα θαλασσινά μάτια του τη γοργόνα, την αδερφή του Μεγαλέ­ξανδρου και μίλησε μαζί της κάποια ση­μαδιακή νύχτα της ζωής του, παραμονή Πρωτοχρονιάς, ξάγρυπνος πάνω σ' ένα θαλασσόβρεχτο βράχο μ' ένα θαλασσινό τριφύλλι στο μαλλιά φυσώντας ένα χαρούμενο σκοπό σ' ένα κοχύλι ή ακουμπι­σμένος στην κουπαστή του καραβιού με το οποίο ταξίδευε η φαντασία του

Δεν υπάρχουν σχόλια: