Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Κάλαντα: Άλλοτε και τώρα



Γιάννης  Μαρινος
Παραμονές  Χριστουγέννων. Δυο ημέρες πριν από την παραμονή που ξεκινά πάντα με τα κάλαντα. Οι παλαιότεροι θεωρούσαμε από­λυτα αναγκαίο να μας τα πουν τουλάχιστον μία φορά, στο σπίτι, στο μαγαζί, στην επι­χείρηση, πανιού. Και προτού μου τα πουν σήμερα, τα έλεγα εγώ μαζί με τον αδελφό μου πριν από πολλές δεκαετίες αποκομίζοντας μικρό χαρτζιλίκι για να αγοράσουμε κάποιο παιχνίδι που λαχταρούσαμε αλλά δύσκολα μπορούσαν οι γονείς μας να μας το πάρουν. Αφορμή για τον επίκαιρο μεν αλλά μάλλον αναχρονιστικό για τους νεό­τερους πρόλογο μου έδωσε ένα χρονογρά­φημα του Παύλου Νιρβάνα που δημοσι­εύθηκε στην «Εστία» στις 27 Δεκεμβρίου 1932. Τίτλος του «Τα κάλλανδα»;

«Ένας φιλοπερίεργος είχε κάμει προχθές την εξής χαρακτηριστική παράτήρησιν:
- Είμαι περίεργος να μάθω, έλεγε, αν άκουσε κανένας χριστιανός την παραμονήν των Χριστουγέννων τα κάλλανδα ως το τέλος. Αμφιβάλλω πολύ. Εγώ τουλάχιστον δεν έχω ακούσει παρά τους τρεις πρώτους στίχους:
Καλήν εσπέραν, άρχοντες. Αν είναι ο ορισμός σας Χρίστου την θείον γεννησιν...
Μετά τον τρίτον στίχον τα κάλλανδα παθαίνουν κεραυνοβόλων αποπληξίαν. Πολύ συχνά την παθαίνουν και από τον πρώτον:
Καλήν εσπέραν, άρχοντες... Και με το "καλησπέρισμα" τελειώνει η υπόθεσις.
Λοιπόν, απλούστατα, με τα κάλλανδα συμβαίνει το αντίθετον του "εν τη πα­λάμη και ούτω βοήσωμεν». Εδώ ισχύει το «εν τη παλάμη και ούτω σιγήσωμεν". Μετά την είσπραξιν η συνεχεία θεωρεί­ται περιττή. Απαράλλαχτα, δηλαδή, όπως συμβαίνει με το βούρτσισμα των ρούχων στα κουρεία. Μόλις δώση ο πελάτης το φιλοδώρημα του στον βουρτσίζοντα μικρόν, το βούρτσισμα σταματά αποτόμως. Τα πάντα, δηλαδή, στον κόσμον αυτόν έγιναν είσπραξις.
Άλλοτε με τα κάλλανδα εισέπρατταν τα μικρά παιδάκια. Και το έθιμον είχε μια ξεχωριστή χάρη. Τώρα εισπράττουν όλες οι ηλικίες. Τα καημένα τα παιδάκια εξετοπίσθησαν από τους μεγάλους. Πού να τολμήσουν να ξεμυτίσουν τα κακόμοιρα;
Σήμερα τα κάλλανδα τα λένε τα σωματεία, αϊ φιλανθρωπικοί εταιρείας οι σύλλογοι, κάθε ταμείον που έχει ανάγκην ενισχύ­σεως. Αύριον, καθώς πάνε τα πράγμα­τα, θ' αρχίσουν να τα λένε οι αυτόνομοι οργανισμοί, αϊ ανώνυμοι εταιρείας αϊ τράπεζαι, οι δήμοι, αϊ κοινότητες. Και ίσως δεν απέχει πολύ η εποχή που κάθε Χριστούγεννα, κάθε Πρωτο­χρονιά και κάθε Φώτα θα βγαίνουν στη γύρα να τα λένε τα κάλλανδα και τα εκάστοτε μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου προς ενίσχυσιν του δημοσίου ταμείου.
- Να τα πούμε;
-Μας τα είπαν άλλοι.
Πώς ν' ακούσωμεν, λοιπόν, τα κάλλανδα ως το τέ­λος; Έτσι τα άκουγαν οι πατέρες μας. Και τα αθώα παι­δάκια, με τις αγγελικές φωνούλες, δεν άφηναν τα σπίτια των χριστιανών, όπου έφερναν τους μελωδικούς χαιρετισμούς των μεγάλων ημερών, πριν τραγουδή­σουν και την τελευταίαν των συγκινητικήν ευχήν: "Στο σπίτι που πατήσαμε πέτρα να μη ραιση κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήση». Τώρα και η ποίησις των καλλάνδων έγινε μια φρικτή πεζότης. Πέντε βραχνές φωνές και μια κλαπαδόρα εννοούν να παραστήσουν στην πόρτα σας τα χερουβείμ και τους ύμνους των. "Δός τους τίποτε να φεύγουν" διατάσσει επειγόντως ο "νοικοκύρης του σπιτιού ". Και ευτυχώς φεύγουν».

Δεν υπάρχουν σχόλια: