Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

ΤΟ ΚΟΛΠΟ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ

 της Φιλομήλας Βακάλη
Φίλοι μου γεια σας,

Την Άννα, σας το χω ξαναπεί, την αγαπάω πολύ. Κι εκείνη εμένα, Οι πονη­ριές και οι σκανταλιές, που κάνουμε η μια στην άλλη, είναι το παιχνίδι μας. Η γιαγιά, όταν μας βλέπει, χαμογελάει νοσταλγικά, θυμάται τα δικά της.
« Έτσι έπαιζα και γω με τον αδερφό μου», μας λέει. Ευκαιρία ζητά, να μιλά για κείνον. « Εκεί που ήμασταν μέλι γάλα, συνεχίζει, εκεί μας άκουγε η γειτονιά. Το παιχνίδι τα έχει όλα. Η σκανταλιά είναι το αλατοπίπερο. .Μαλώναμε, φιλιώναμε... Με­ταξύ μας το βρίσκαμε. Δεν ανακατεύαμε τους μεγάλους. Αν πήγαινε κάποιος απ' τους δυο μας, να ζητήσει βοήθεια, τον σταματούσε ο άλλος επαναλαμβάνοντας ρυθμικά:

Κατσιασμένο Κολλητήρι
Κόψε πια το τίρι λίρι»
Κανείς δεν σήκωνε τη ρετσινιά και γι αυτό, σταματούσαμε…
Το ξεσηκώσαμε και σε κάθε δύσκολη ώρα το λέμε και μεις.. Χαμένοι κερ­δισμένοι δεν υπάρχουν. Μόνο να μην ανακατευτούν οι μεγάλοι, το παιχνίδι μπορεί να μας ξεφύγει, και τότε, πολλά μπορεί να συμβούν...
Κατά παράδοση, (είπαμε είναι πολύ παραδοσιακή η οικογένεια μου), μέρες που ήταν, ετοιμάζαμε τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονο, Η μαμά τα ζύμωνε η γιαγιά το έπλαθε. Εμείς, βοηθοί πλάστη. Στην Άννα δηλαδή, είχαν δώσει ένα μικρό κομμάτι ζύμη, έτσι για να μην παραπονιέται. Εκείνη όμως, ήθελε να γεμίσει ένα ολό­κληρο ταψί και όπως μας δήλωσε, το ήθελε να είναι κατάδικο της, πριν και μετά το ψήσιμο. «Εξ' ου» και το φαεινό μου σχέδιο. Μεγάλη φαντασία!
Φεύγω απ' την κουζίνα, χωρίς να της πω τίποτε. Κοντοστέκομαι, για λίγο στο τζάκι και μόλις τη βλέπω να έρχεται, παίρνω φόρα για το δωμάτιο μας. Κλείνω τα παντζούρια και τραβώ τις κουρτίνες.
- Ακόμα δε νύχτωσε, τι σ’ έπιασε ξαφνικά; με ρωτάει.
- Ξαφνικά; Τι ξαφνικά παιδάκι μου, τέτοιες μέρες, τέτοια   λόγια... Κάθε χρόνο έρ­χονται, λες φέτος, να βάλουν πλώρη για το φεγγάρι;
- Ποιοι;
- Που ζεις Αννούλα μου; Οι καλικάντζαροι, ποιοι άλλοι!
- Χα, χα, χαζή, αφού είναι ψεύτικοι. Μόνο στα παραμύθια υπάρχουν.
- Ακου στα παραμύθια! Καλά θα ήταν, αλλά δυστυχώς... Το πιστεύεις, δεν το πιστεύ­εις, είναι αληθινότατοι. Εδώ, θα τους έχουμε, κοντά μας, για δώδεκα ολόκληρες μέ­ρες. Από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα. Είχα πάρει ύφος μελοδραματικό. Σιγά, τους έχεις δει ποτέ; με ρωτάει ψύχραιμη ακόμα.
- Παναγίτσα μου, και, μόνο που τους σκέπτομαι, τρέμω. Φαίνεται πως έκανα καλά τη δουλειά μου.» Υποκριτική, άριστα δέκα!». Άρχισε να με πιστεύει.
- Τι θα μας κάνουν, είναι κακοί;       
- Μόνο κακοί, δε θα πει τίποτα. Μοχθηροί, απαίσιοι, κακομούτσουνοι, γεμάτοι τρί­χες, με σουβλερά αυτιά, μακριές ουρές και πόδια τράγου.... Όλο το χρόνο βρί­σκονται στον κάτω κόσμο. Ξέρεις τι κάνουν εκεί; Ροκανίζουν τις κολόνες που κρα­τούν τη γη. Πως νομίζεις ότι γίνονται οι σεισμοί... Όταν καταλάβουν όμως, πως εί­ναι έτοιμες οι κολόνες να πέσουν και να τους πλακώσουν, τότε ανεβαίνουν τροχάδην στην επιφάνεια για να γλιτώσουν, Μαθημένοι στην καταστροφή, όσο είναι κο­ντά μας κάνουν τα ίδια. Ζημιές, βρομιές και σκανταλιές. Αφού τη φόβισα για τα κα­λά, αλλάζω ύφος.
- Όλοι φοβούνται. Και οι μεγάλοι. Μη βλέπεις που δεν το δείχνουν. Τους καλοπιάνουν όμως. Μπορούμε να τους καλοπιάσουμε κι εμείς.
- Μα πώς θα τους καλοπιάσουμε, γίνεται;
- Όλα γίνονται. Κόλπο χρειάζεται. Αυτοί οι έτσι και τ όνομα τους ακόμα τρέμω να το πω, έχουν αδυναμία στα γλυκά. Δίνε τους γλυκά και τίποτε άλλο. Μέρα, νύχτα δεν τα χορταίνουν. Προπαντός τη νύχτα. Τη μέρα είναι προσεχτικοί. Δεν θέλουν να τους βλέπουμε, μας αποφεύγουν. Γι αυτό και δεν τους έχεις δει ποτέ. Άμα τους δίνου­με γλυκό, θα μας αφήνουν ήσυχες, κατάλαβες;
- Καλύτερα να μην κάνουμε τίποτε. Να κλείνουμε μόνο καλά τις πόρτες και τα παράθυρα. Να μην μπορούν να μπουν στο σπίτι καθόλου, ούτε για γλυκά.
- Άκου τι λέει... Ανοιχτά κλειστά, αυτοί μπορούν να μπουν ανενόχλητοι. Τι νομίζεις, φορούν τα καλά τους, τη ριγέ γραβάτα, βάζουν στραβά το καπελάκι τους, χτυπούν το κουδούνι και ρωτούν ευγενικά « Μπορούμε να περάσουμε, παρακαλώ;» Αεροπλανικά έρχονται, από κει που δεν τα  περιμένεις. Μπαίνουν από τους εξαεριστή­ρες και τις καμινάδες. Το καλό που σου θέλω, μακριά από το τζάκι. Ακόμα κι από τις στάχτες μπορεί να ξεπηδήσει κανένα.
Ε λοιπόν, τι να σας πω, το κόλπο έπιασε τόσο καλά που δεν το πίστευα. Πρώ­τον, δεν ξαναπήγε κοντά στο τζάκι, ούτε περαστική. Δεύτερον, εννιά μέρες για την ακρίβεια, δεν έβαλε γλυκό στο στόμα της και τρίτον..., επειδή γι αυτό δεν είμαι ολωσδιόλου υπεύθυνη εγώ, το φυλάω γιο το τέλος.
Μας σέρβιρε η μαμά κουραμπιέδες, μελομακάρονα ή δίπλες, ανάλογα με την
Ώρα πριν προλάβει η Άννα να απλώσει το χέρι της, εγώ, με κάποια ανησυχία, άρχιζα.
Ωχ  κι αν έρθουν το βράδυ με τον αρχηγό τους, το γέρο Μαντρακούλο. τι θα κάνουμε; Να μην τα φάμε καλύτερα, να το βρουν και να μας αφήσουν ήσυχες.
Στο λεπτό τα παρατούσε. Ούτε για μυρουδιά δεν τα πλησίαζε. Και είναι μια γλυκαντζού! Με λύπη μου τάχα, τα άφηνα κι εγώ. Κρυφά όμως, τα καταβρόχθιζα όλα και τα δικά της. Ένα κιλό πήρα.. Και πιο πολύ χαιρόμουν με το κόλπο που είχε πιά­σε για καλά….
Ένα απόγευμα, η μαμά είχε καλέσει την κυρία Άσπα, τη θεία Πολυξένη και δυο φίλες της για καφέ. Η Μούλου θέλοντας να τις ευχαριστήσει, έκανε ένα γλυκό της πατρίδας της. Παίζαμε στην τραπεζα­ρία, ήρθε, όλο καμάρι και μας άφησε από ένα πιατάκι. Εν­θουσιασμένη το τράβηξα κοντά μου. Είδα την Άννα, να κά­νει με λαχτάρα την ίδια κίνηση. Σήκωσα με φούρια το κου­τάλι. Αμέσως, σαν κάτι ξαφνικό να είχε συμβεί, σταματά­ω απότομα και κοιτώ επίμονα προς την κουζίνα. Το φως ήταν σβηστό. Η Άννα κάρφωσε το βλέμμα της πάνω μου. Έκανα πως δεν την πρόσεξα. Συνέχιζα να κοιτώ μια προς την κουζίνα μια το γλυκό. Έψαχνα τρομαγμένη. Πετάει το κουτάλι από τα χέρια της
- Μα τι τρέχα, με ρωτάει έντρομη.
- Δεν άκουσες τίποτα, Δε θέλω να σε τρομάξω... αλλά θαρρώ... Κάτι... σαλεύει εκεί μέσα, λέω κοφτά και γρή­γορα
- Λες να είναι ο γέρο- Μαν...Μαν,..Ί
- Ξέρω κι εγώ', Δε θα του περάσει όμως. Αρκετά έφαγε, αυτό το γλυκό δε θα το χάσω, κάνω πεισμωμένη.
- Όχι, μη, μη. Εγώ το αφήνω.
- Με φοβίζεις, θα το αφήσω κι εγώ, λέ­ω απογοητευμένη, Έβγαλε μια φωνή και έτρεξε στο σαλόνι. Μετά από λί­γο λεπτά, όσο χρειάστηκαν για.. να καταβροχθίσω το δυο γλυ­κά, πήγα να τη βρω. Την κρατούσε στο γόνατα της η θεία Πολυξένη.
- Ποιος καμάρι μου σου τα ‘πε αυτά... έπιασα να της λέ­ει. Ωχ. είχε πέσει το κάρφωμα. Πήρα το πιο αθώο. ως η­λίθιο ύφος που μπορούσα. Φάνηκε, πως η θείο δεν είχε πειστεί. Με κοίταξε καλά καλά, έσμιξε τα φρύδια της και συνέχισε
- Μη μου στενοχωριέσαι Αννούλα μου, εγώ θα σε πάρω στο σπίτι, θα σε κρατήσω μέχρι που να αρχίσουν τα σχο­λεία. θα παίξετε με τη Μιμίκα την ξαδερφούλα σου, θα περάσετε πολύ ωραία.  Όχι, για να μάθουν μερικοί, μερι­κοί... και με ξανακοίταξε με νόημα. «Οι μερικοί μερι­κοί...».δηλαδή εγώ, όπως καταλαβαίνετε, «είχαν σκάσει α­πό το κακό τους». Κοίταξα την Άννα επίμονα και με σφιγ­μένο δόντια άρχισα να ψιθυρίζω:
Κατσιασμένο Κολλητήρι,
κόψε πια το ....
Εκείνη, με αγνόησε τελείως. Ικανοποιημένη, χώθηκε πιο βαθιά στην αγκαλιά της θείας.. Αγκαλιασμένες έφυγαν από το σπίτι.
Έτσι συνέβη και το τρίτο, αυτό που είχα φυλάξει για το τέ­λος. Η θεία Πολυξένη, θέλοντας να ευχαριστήσει την Άν­να, την μπούκωσε στην κυριολεξία, όπως κάνει με το θρεφταράκι της, τη Μιμίκα Η Άννα έπαθε δυσπεψία και για μέρες, ακόμα δηλαδή, κάνει δίαιτα. Κάποιο στιγμή θα το πληρώσω. Κι αναρωτιέμαι, γιατί, Έφταιξα εγώ ή οι μεγά­λοι που ανακατεύονται στα παιχνίδια μας.
Με αγάπη 'Αννα

Δεν υπάρχουν σχόλια: