Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

θ... όπως θάλασσα



(από το βιβλίο "Το αλφαβητάρι της φύσης" της Μαρίας Φραγκιά, ζωγραφιές Μάρω Αλεξάνδρου) 
Μια φορά κι έναν καιρό, σ' ένα χωριουδάκι δίπλα στη θάλασσα, ζούσε ένας ψαράς που τον λέγανε Αντώνη. Ήταν ένα καλό κι ευγενικό παιδί και τον αγαπούσαν όλοι γιατί είχε πάντα κέφι κι έναν καλό λόγο να πει. Παρόλο που ήταν πολύ φτωχός, ποτέ δεν έχανε την αισιοδοξία του: ακόμα κι όταν είχε φουρτούνα και δεν μπορούσε να ψαρέψει καθόλου, ακόμα κι όταν τράβαγε  αδειανά τα χιλιομπαλωμένα του δίχτυα, κακιά κουβέντα δεν έβγαινε από το στόμα του… Καθόταν μονάχα σ' ένα βράχο στην άκρη της θάλασσας κι έπιανε με την παλιά του κιθάρα να τραγουδάει:

«Θάλασσα γλυκοθάλασσα και ανθρωποπλανεύτρα
 όλα καλά  σου κι όμορφα, ναζιάρα καρδιοκλέφτρα...
Θυμώνεις σαν ξινόμηλο, γλυκαίνεις σαν το μέλι,
μα σαν σε μάθει άνθρωπος, την αγκαλιά σου θέλει!»
Τον άκουσε ο Ποσειδώνας, ο βασιλιάς της θάλασσας, κι έστειλε δυο γοργόνες να του τον φέρουν. Ήταν περίεργος να δει από κοντά τον άνθρωπο που τραγουδούσε κάθε μέρα πάνω από το κεφάλι του...
Δεν ξέρω τι περίμενε να δει ο Ποσειδώνας, πάντως ξαφνιάστηκε πολύ όταν παρουσιάστηκε μπροστά του ο Αντώνης, ξυπόλητος και με χιλιομπαλωμένα ρούχα. "Βρε κακομοίρη μου", του είπε, "εσύ δεν έχεις δεύτερη αλλαξιά να φορέσεις, πού το βρίσκεις τόσο κέφι;". Ο Αντώνης τον κοίταξε χαμογελώντας; "Μπορεί να μην έχω, κατά πώς τα λες αφέντη μου, πλούσια ρούχα και παλάτι σαν ελόγου σου, μπορεί και να κοιμάμαι σχεδόν νηστικός μερικές φορές, μα έχω κι εγώ τους θησαυρούς μου!" "Και ποιος σου τους δίνει λεβέντη μου;" ξαναρώτησε ακόμα πιο απορημένος ο Ποσειδώνας. "Μα... εσύ ο ίδιος!" είπε το παλικάρι κι έκλεισε πονηρά το μάτι του. "Με κοροϊδεύεις;" θύμωσε ο βασιλιάς της θάλασσας. "Ποιους θησαυρούς μου σου χάρισα;" Τότε ο Αντώνης έβγαλε την κιθάρα του κι άρχισε να τραγουδάει ένα πολύ γλυκό τραγούδι,  που μιλούσε για τη θάλασσα: για το γλυκό, γαλάζιο χρώμα της τα πρωινά του Ιούνη, για τα ψαροπούλια που βρέχουν τ' άσπρα τους φτερά στη δροσιά της, για τ' αστέρια και τα φεγγαρόψαρα που στολίζουν το βυθό της, για τα πολύτιμα κοράλλια και τα όστρακα που γεννούν μαργαριτάρια, για το χαλκοπράσινο χρώμα του θυμού της, για τα καραβάκια που ταξιδεύουν οι άνθρωποι τα όνειρα τους, για τα αγέρωχα σκαριά που καταπίνει χωρίς οίκτο όταν φουρτουνιάζει... Τραγουδούσε ο Αντώνης και ο βασιλιάς ένιωσε την καρδιά του να πλημμυρίζει από χαρά και περηφάνια τόσο, που αλμυρά - σαν τη θάλασσα - δάκρυα του ήρθαν στα μάτια. Όταν το τραγούδι τελείωσε, ο Ποσειδώνας απόμεινε σιωπηλός για λίγο: "Την αγαπάς τόσο πολύ τη θάλασσα, Αντώνη ρώτησε το γελαστό παιδί. "Τότε νομίζω πως σου αξίζει να τη μοιράζεσαι μαζί μου... Μπορείς να μείνεις για πάντα εδώ, κι όποτε σου κάνει κέφι ν’ ανεβαίνεις και στη στεριά, για να μαθαίνεις και στους άλλους ανθρώπους ν’ αγαπούν και να εκτιμούν τους θησαυρούς μας!" Έτσι κι έγινε! Κανείς ποτέ δεν ξαναείδε τον Αντώνη στο ψαροχώρι. Μόνο οι ναυτικοί έχουν να λένε πως, ώρες, ώρες,  πότε σε μπουνάτσα και πότε σε φουρτούνα, βλέπουν να περπατάει στα κύματα ένας φτωχός τραγουδιστής με μια κιθάρα. Κι ακόμα λένε πως όποιος ναυτικός ακούσει το τραγούδι του, νιώθει για τη θάλασσα μιαν αγάπη που δε γιατρεύεται ποτέ...

Δεν υπάρχουν σχόλια: