Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΚΑΛΙΚΑΤΖΑΡΩΝ

Της Κίρας Σίνου (από το περιοδικό Συνεργασία)
(Η περιπέτεια που έζησε ένα παιδί στην πραγματικότητα ή στην φαντασία του)
- Μπαμπά, ρώτησε ο Αλέκος, που ξαπλωμένος κάτω στο χαλί, ξεφύλλιζε ένα βιβλίο για θρύλους, υπάρχουν στ' αλήθεια οι Καλλικάντζαροι;
Ο κύριος Δαμιανός, που εκείνη την ώρα κάτι έγραφε καθισμένος στο γραφείο του, ακούμπησε απρόθυμα το στυλό του κάτω και σήκωσε τα μάτια ν' αντικρίσει το γιο του.
- Όχι, Αλέξανδρε, δεν υπάρχουν Καλικάντζαροι.
- Μα η γιαγιά λέει...
- Ξέρω τι λέει η γιαγιά. Είναι από τους παλιούς ανθρώπους που πιστεύουν ακόμα σ' αυτά τα παραμύθια. Σου επαναλαμβάνω όμως ότι πρόκειται απλά για μια λαϊκή παράδοση, που έχει τις ρίζες πολύ βαθιά στο παρελθόν. Είναι βέβαια πολύ όμορφη, δεν έχει όμως καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Μα τώρα που θα πάμε τα Χριστούγεννα στο χωριό, σίγουρα η γιαγιά θα σου πει ένα σωρό ιστορίες, που η ίδια τις έχει για αληθινές. Είχε δίκιο ο πατέρας. Δεν πρόλαβαν καλά καλά να φτάσουν την προπαραμονή των Χριστουγέννων στο σπίτι τους στο ορεινό χιονισμένο χωριουδάκι και η γιαγιά βάλθηκε να τους ορμηνεύει.
- Πρόσεξε, κόρη μου, είπε στη νύφη της, όταν εκείνη παίρνοντας νερό από τη στάμνα, δεν την ξαναβούλωσε με το κουκουνάρι, από αύριο θα έρχονται οι Καλικαντζαραίοι να μας μαγαρίσουν το νερό και θ' αναγκαζόμαστε να το χύνουμε. Και ποιος πάει τότε ως κάτω στη βρύση να τη ξαναγεμίσει;
Η μητέρα του Αλέκου γέλασε:
- Πιστεύετε ακόμα σ' αυτά τα παραμύθια, μητέρα; Αφού δεν υπάρχουν καλλικάντζαροι.
- Δε με γνοιάζει τι λέτε εσείς οι γραμματιζούμενοι. Εγώ με το φόβο τους μεγάλωσα και με τις ζεβζεκιές και τα μαγαρίσματά τους. Και συ, κόρη μου, θα κάνεις καλά να φυλάς το γιόκα σου καθώς ανήμερα Χριστούγεννα γεννήθηκε και οι Καλλικαντζαραίοι τον έχουνε για δικό τους. Δε μ' ακούσατε, βλέπεις, και δεν θελήσατε να του ' βάλετε τα πόδια στη φωτιά να καψαλίσετε τα νύχια του. Αύριο θα έρθεις μαζί μου να γράψουμε σταυρούς σε όλα τα πορτοπαράθυρα γιατί τα μεσάνυχτα θ' ανέβουν από τη σπηλιά τους οι αναθεματισμένοι, και το πρώτο που θα έχουν στο νου τους, είναι πως να μας κλέψουν το παιδί.
Η μητέρα του Αλέξανδρου, μόνο γέλασε από μέσα της και δεν απάντησε. Και τι να ‘λεγε στη γριά: Την ήξερε αυτή την παλιοκαιρίστικη παράδοση ότι τα παιδιά που γεννιούνται το Δωδεκαήμερο, τα γιορτοπιάσματα όπως τα λένε, θεωρούνται αμαρτωλά κι ότι αν δεν τα βαφτίσεις ανήμερα, γίνονται καλικαντζαρούδια. Κι ότι τότε όταν γεννήθηκε ο Αλέκος, κάνανε το χατίρι της γιαγιάς του και το βαφτίσανε αμέσως. Όμως ήξερε κιόλας ότι δεν θα μπορούσε ν' αλλάξει τα μυαλά της πεθεράς της με τίποτα. Και γι' αυτό την άλλη μέρα την ακολούθησε πειθήνια στο γύρο του σπιτιού για να γράψουν σταυρούς στις πόρτες και στα παράθυρα.
Η νύκτα των Χριστουγέννων ήταν σκοτεινή, καθώς βαριά σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό έτοιμα να ρίξουν κι άλλο χιόνι. Οι γονείς του Αλέκου, βαριεστημένοι, πέσανε να κοιμηθούν. Ο Αλέκος που βαριόταν και κείνος, πήγε ν' ανοίξει την πόρτα και να βγει έξω να δει μήπως άρχισε επιτέλους να χιονίζει, όταν η τρομαγμένη φωνή της γιαγιάς του έκοψε τη χολή.
- Είσαι καλά, Αλέκο; Τι πας να κάνεις, να βάλεις τους καλικάντζαρους μέσα στο σπίτι; Δεν ξέρεις ότι τα παγανά από χτες σταμάτησαν να ροκανίζουν το δέντρο που βαστάει τον κόσμο κι ανέβηκαν στη γη; Σίγουρα γυρίζουν τώρα έξω από το σπίτι ψάχνοντας για τρόπο να μπουν και συ τους ανοίγεις από πάνω και την πόρτα!
- Έλεγα μόνο να βγω λιγάκι να δω αν χιονίζει...
- Δεν έχει να πας πουθενά!
 - Και συ γιατί κάθεσαι εδώ, γιαγιά και δεν πας για ύπνο;
- Δεν ξέρεις ότι οι Καλλικάντζαροι μπαίνουν στα σπίτια από τις καμινάδες; Μόνο τη φωτιά φοβούνται, οι αναθεματισμένοι, και γι' αυτό δεν πρέπει με κανένα τρόπο να την αφήσουμε να σβήσει. Γι' αυτό κάθομαι κι εγώ δω πέρα και τη φυλάω. Και μια και κάθομαι εδώ, μήπως θέλεις να σου ψήσω κανένα λουκάνικο, από κείνα που ξέρεις;
Ο Αλέκος τα ήξερε καλά αυτά τα λουκάνικα, που η γιαγιά τους έστελνε συχνά πεσκέσι από το χωριό.
- Ναι, θέλω, ομολόγησε, μόνο που το είπες κατάλαβα πως πεινάω.
Η γριούλα σηκώθηκε με κόπο από το χαμηλό σκαμνί της, πήγε στην κουζίνα και γύρισε με λίγα λουκάνικα:
- Θα τα βάλουμε εδώ στη σχάρα, γιε μου, είπε και κάθισε βαριά πίσω στο σκαμνί της. Δε θ' αργήσουν να ψηθούν. Ώσπου να γίνουν τα λουκάνικα, ο Αλέκος πήγε στο παράθυρο. Κόλλησε το πρόσωπο του στο τζάμι, προσπαθώντας να διακρίνει τι γινόταν έξω, όμως το σκοτάδι ήταν πυκνό. Το μόνο που έβλεπε ήταν οι σιλουέτες των δέντρων να μαυρίζουν απέναντι. Και καθώς κοίταξε ξαφνικά του φάνηκε πως κάτι κουνήθηκε πίσω από το χοντρό κορμό. Κουνήθηκε ή μόνο του φάνηκε; Μπα, κανένας σκύλος θα ‘τανε. Μα καθώς τσίτωνε τα μάτια του μια μυρωτάδη τσίκνα ήρθε να του σπάσει τη μύτη. Πρέπει να είχαν γίνει τα λουκάνικα! Γύρισε να τα δει ενθουσιασμένος.
- Γιαγιά..., πήγε να φωνάξει μα η γλώσσα του κόλλησε. Η
γριούλα καθόταν με το κεφάλι της χαμηλωμένο στο στήθος της. Ένα ελαφρό ροχαλητό γαργάλησε τ' αυτιά του.
Σίγουρα ήταν κουρασμένη η γιαγιά, γι' αυτό και τον πήρε. Την αγαπούσε πολύ τη γιαγιά του ο Αλέκος και δε θέλησε να την ξυπνήσει. Προτίμησε να πάει ο ίδιος στο τζάκι να γυρίσει τα λουκάνικα. Μα καθώς τα γύριζε πρόσεξε κάτι να γυαλίζει κόκκινο στη λάμψη της φωτιάς. Ένα αγκίστρι ήταν κρεμασμένο από την καπνοδόχο.
Ο Αλέκος τόσο ξαφνιάστηκε που μαρμάρωσε. Κοίταζε με το στόμα ανοιχτό το σιδερένιο τσιγκέλι να κατευθύνεται στα λουκάνικα σάμπως να τον οδηγούσε κάποιο αόρατο χέρι. Πίσω του έσερνε ένα σύρμα από το οποίο και κρεμόταν. Το τσιγκέλι κατέβαινε κι όλο κατέβαινε, έφτασε στα λουκάνικα, αγκίστρωσε με δεξιοτεχνία το σύρμα που ένωνε τα λουκάνικα μεταξύ τους και ξεκίνησε πάλι ν' ανεβαίνει τραβώντας τα ξοπίσω του.
- Ε όχι, φώναξε αγανακτισμένος ο Αλέκος. Όχι και να μας κλέβουν έτσι ξεδιάντροπα μπροστά στα μάτια μας. Τ' αγόρι όρμησε και αψηφώντας τις φλόγες άδραξε το σύρμα πάνω ακριβώς από τ' αγκίστρι και τον τράβηξε με όλη του τη δύναμη προς τα κάτω.
Εκείνοι όμως που το είχαν βάλει σκοπό να ψαρέψουν τα λουκάνικα μέσα από την καμινάδα, αντέδρασαν αμέσως. Κι αποδείχτηκαν κιόλας πολύ πιο δυνατοί απ' αυτόν. Το σύρμα τινάχτηκε και με μιας άρχισε ν' ανεβαίνει, μόλο που ο Αλέκος, αψηφώντας το γεγονός ότι έκαιγε, το τραβούσε με όλη του τη δύναμη προς τα κάτω. Και ξαφνικά βρέθηκε στον αέρα με τις χαμηλές φλόγες να του τσουρουφλίζουν τις σόλες των παπουτσιών του. Το αγόρι, φοβισμένο, ετοιμάστηκε ν' αφήσει το σύρμα και να πέσει στα αναμμένα κούτσουρα, μα ώσπου να πάρει την απόφαση, το σύρμα πετάχτηκε προς τα πάνω και τον παρέσυρε στην καμινάδα. Ένιωσε την κάπνα να του γεμίζει το στόμα και τα ρουθούνια του. Ακόμα ένα τίναγμα του σύρματος και πέρασε με το ζόρι μέσα από την καπνοδόχο σκουπίζοντας το φούμο από τα τοιχώματα της και το κεφάλι του βρέθηκε με μιας έξω από την καμινάδα. Για μια στιγμή ζαλίστηκε. Σαν συνήλθε λιγάκι πήρε μια αναπνοή και ρούφηξε με απόλαυση τον τσουχτερό αέρα. Ύστερα άνοιξε τα μάτια του που είχε κλείσει για να τα προφυλάξει από το φούμο καθώς περνούσε από την καπνοδόχο. Το μόνο που είδε στην αρχή ήταν το σκοτάδι.
Τα βουρκωμένα σύννεφα είχαν κατεβεί πολύ χαμηλά κόβοντας το φως τελείως. Ύστερα ξεχώρισε τα κεραμίδια της στέγης και ξαφνικά αντίκρισε μαύρες φιγούρες να σκύβουν από πάνω του.
Για μια στιγμή του φάνηκαν άνθρωποι και πρόλαβε μάλιστα ν' αναρωτηθεί τι δουλειά είχανε στα κεραμίδια  νυχτιάτικα. Μα μόλις οι ξένοι κατάλαβαν ότι είχε βγει από την καπνοδόχο, ξεσπάσανε σε κάτι στριγκά χαχανητά κι αλαλαγμούς που δεν του φάνηκαν και τόσο ανθρώπινοι. Και οι φιγούρες τώρα που τις καλόβλεπε δεν πρέπει να είχαν και πολλά ανθρώπινα χαρακτηριστικά  επάνω τους.
Ήταν μαυριδεροί, πολύ μαυριδεροί μάλιστα, χειρότεροι από αραπάδες και κακομούτσουνοι. Τα μαλλιά τους ήταν μακριά κι αχτένιστα, γένια όμως δεν είχαν. Δεν πρόκανε να δει  περισσότερα γιατί ένα απ' αυτά τα μαυριδερά όντα έγειρε αμέσως κοντά του, τον άρπαξε με κάτι χέρια μακριά από τους ώμους και τον τράβηξε ολόκληρο έξω από την καπνοδόχο.




- Χα, χα, γέλασε τρανταχτά ο μαυριδερός. Για κοιτάξτε αδέλφια τι ψαρέψαμε αντί για λουκάνικα. Ένα ολόκληρο ανθρωπάκι!
- Βρε καλώς τονε, γέλασε ένας άλλος από τη μαυριδερή παρέα. Αφού δε μας αφήνει η γριά να μπούμε σπίτι της με τη φωτιά που άναψε στο τζάκι, καλός είναι και τούτος ο μικρός να διασκεδάσουμε τη νύχτα. Πως σε λένε μικρέ, και τι την έχεις τη γριά;
- Είμαι ο Αλέκος, απάντησε θαρρετά τ' αγόρι και είμαι εγγονός της.
- Χαίρω πολύ, υποκλίθηκε κωμικά μπροστά του ο μαυριδερός. Κι εγώ είμαι ο Κωλοβελόνης, αν μ' έχεις ακουστά βέβαια. Είπες πως είσαι τ' αγγόνι της γριάς;
Καλέ αδέρφια, τούτος δω πρέπει να είναι εκείνο το παιδί


που γεννήθηκε ανήμερα τα Χριστούγεννα, το  καλικαντζαρούδι.
- Τι λέτε εσείς εκεί! Καλικαντζαρούδι εγώ! Δε βλέπετε καλλίτερα τα μούτρα σας στο καθρέπτη να δείτε τα χάλια σας κι έπειτα να λέτε τους άλλους Καλικάντζαρους! αγρίεψε ο Αλέκος.
Τρανταχτά γέλια υποδέχτηκαν τα λόγια του.
- Μπράβο σου, είπε εκείνος που συστήθηκε Κωλοβελόνης.
Πέτυχες ντιάνα. Τι καθόμαστε, αδέλφια. Τώρα που βρήκαμε το Καλικαντζαρούδι πρέπει να του δείξουμε τι αξίζει το σόι του. Τόσα χρόνια που τον είχαν κοντά τους οι άνθρωποι πρέπει να τα μάθει τώρα όλα μαζεμένα! Ο Αλέκος δεν μπορούσε να καταλάβει τι γινότανε. Ποιοι ήταν τούτοι οι παράξενοι άνθρωποι που κάθονταν στη στέγη του σπιτιού της γιαγιάς και κλέβανε λιχουδιές από το τζάκι της; Από πού ως πού τον είπαν Καλικαντζαρούδι; Τι ήταν αυτά τα μυστήρια πράγματα;
Και τι σήμαινε αυτό το παράξενο όνομα, το Κωλοβελόνης;
Κάτι του θύμιζε. Κάποιος του είχε μιλήσει γι' αυτόν τώρα γρήγορα.
Οι μαυριδεροί στο μεταξύ φάνηκαν να ενθουσιάζονται με την πρόταση του Κωλοβελόνη. Περικύκλωσαν τον Αλέκο και τον τράβηξαν ως την άκρη της στέγης. Εκεί μαζεύτηκαν έτοιμοι να πηδήξουν κοιτάζοντας κάτω για να μετρήσουν το ύφος. Και καθώς κουνιόνταν και τρέχανε αεικίνητοι πάνω κάτω στη στέγη ο Αλέκος μπόρεσε να τους δει πιο καλά. Μα τι ήταν τούτοι; Μερικοί ήταν πανύψηλοι, ίδιες ταβανόσκουπες, μα οι πιο πολλοί ήταν κοντοί, πολύ κοντοί μάλιστα κι αδύνατοι έτσι που με τα μακριά και λεπτά τους χέρια μοιάζανε σαν αράχνες. Τα ρούχα τους είχαν τα κακά τους χάλια, τόσο κουρελιασμένα, που κρέμονταν σε ξεσχίδια από πάνω τους. Σε μερικούς μάλιστα έτσι όπως κρέμονταν πίσω τους μοιάζανε με ουρές. Όμως ήταν στ' αλήθεια ξεσκίδια; Του φάνηκε πως τα είδε να κουνιούνται θεληματικά πέρα δώθε και να σηκώνονται...
Ο Κωλοβελόνης τους πλησίασε.
 - Άντε, τι κάθεστε; Πάμε να δείξουμε στο παιδί τι συγγενολόι απέχτησε. Άιντε, πηδάτε κάτω!
Κι ένας ένας τα μαυριδερά πλάσματα βάλθηκαν να πηδάνε από τα κεραμίδια.
- Δεν μπορείς εσύ; ρώτησε ο Κωλοβελόνης, πλησιάζοντας τον. Σε χάλασαν οι άνθρωποι. Έλα, να σου δείξω εγώ. Κι αγκαλιάζοντας τον από τη μέση με το μακρύ τριχωτό σαν της μαϊμούς χέρι του ο Κωλοβελόνης τον ανάγκασε να σαλτάρει μαζί του.
Η καρδιά του Αλέκου πήγε στην Κούλουρη, μα προσγειώθηκαν μαλακά σ' ένα σωρό χιόνια δίπλα στον τοίχο του σπιτιού.
- Πάμε, πρόσταξε ο Κωλοβελόνης, που πρέπει να ήταν ο αρχηγός της παρέας. Πάμε να πιάσουμε κανέναν άνθρωπο
να δει το παιδί πως διασκεδάζουμε. Κι έτρεξε κουτσαίνοντας μπροστά με τα κουρελιασμένα ρούχα του ν' ανεμίζουν ξοπίσω του. Και με μιας ο Αλέκος βεβαιώθηκε στις υποψίες του. Δεν ήταν ξεσχίδι αυτό που κρεμόταν από την πλάτη του Κωλοβελόνη. Ήταν ουρά. Μια ουρά λεπτή, ποντικίσια που κατέληγε σε μια μύτη που έμοιαζε    με αιχμή βέλους.
Έντρομος ο Αλέκος έφερε το χέρι στο στόμα του. Ώστε είχε δίκιο η γιαγιά. Οι καλλικάντζαροι υπήρχαν! Οι μαυριδεροί που τον τραβούσαν μαζί του ήταν τα παγανά που τόσο έτρεμε η γιαγιά του! Γι' αυτό του φάνηκε γνωστό το όνομα Κωλοβελόνης. Καλικάντζαρος σεσημασμένος ήταν του λόγου του!
Κι αν ήταν καλλικάντζαροι πως και δεν του πήραν τη φωνή; Γιατί, όπως επέμεινε η γιαγιά, σου παίρνουν τη φωνή άμα τους μιλήσεις. Κι αμέσως μια άλλη σκέψη πέρασε από το μυαλό του. Σίγουρα δεν του την πήρανε γιατί τον πέρασαν για δικό τους, αφού γεννήθηκε του  Χριστού! Άλλο και τούτο!
Η παρέα των καλλικαντζαραίων βάλθηκε να περιδιαβάζει τους έρημους δρόμους του χωριού τσιρίζοντας και ξεφωνίζοντας. Περνώντας από τα σπίτια χτυπούσαν τις πόρτες και τράνταζαν τα παραθυρόφυλλα. Καμιά πόρτα όμως δεν άνοιγε ούτε κι έσκαγε μύτη κανένας. Όλοι οι χωριανοί πρέπει να είχαν κλειδαμπαρωθεί στα σπίτια τους και λουφάξει στα κρεβάτια τους.
- Ε, Κωλοβελόνη, φώναξε ένας στον αρχηγό που προχωρούσε κουτσαίνοντας. Τι τριγυρίζουμε; Δε βλέπεις πως το χωριό έχει νεκρωθεί;
- Όλο και κάποιος θα βρεθεί! αποκρίθηκε ο Κωλοβελόνης δίχως καν να στρέψει το κεφάλι του. Και ξαφνικά σήκωσε το δάχτυλο του. Για σταθείτε! Ακούτε τίποτε;
Ο Αλέκος, που σερνόταν κακήν κακώς ανάμεσα στους Καλικάντζαρους, έστησε αυτί. Και πραγματικά του φάνηκε πως άκουσε από μακριά ένα αυτοκίνητο ν' ανεβαίνει αγκομαχώντας την ανηφορική δημοσιά. Οι Καλλικάντζαροι άρχισαν να χτυπούν παλαμάκια και να πηδούν από τη χαρά τους. Το μούγκρισμα της μηχανής του αυτοκινήτου ακουγόταν τώρα από τις παρυφές του χωριού αντιλαλώντας ανάμεσα στα κατάκλειστα σπίτια. Τελικά έφτασε ως την πλατεία. Τα φρένα τσίριξαν και το αυτοκίνητο σταμάτησε. Οι Καλλικάντζαροι κρυμμένοι στο στενό παραμόνευαν. Ο Αλέκος είδε την πόρτα του αυτοκινήτου ν' ανοίγει και από μέσα να βγαίνει ένας άντρας. Ο άντρας στάθηκε και κοίταξε ένα γύρο, ψάχνοντας, φαίνεται, για κάποιον να ρωτήσει πού να πάει. Ξαφνικά αντίκρισε το Κωλοβελόνη να ξεπροβάλει πίσω από τη γωνιά.
Ο ξένος έκανε για μια στιγμή πίσω γιατί πρέπει να τρόμαξε με την εμφάνιση του Καλικάντζαρου. Μα κι ο Αλέκος σκιάχτηκε τώρα που στο φως των προβολέων μπόρεσε να καλοδεί το απαίσιο πρόσωπο με τα φοβερά δόντια που ξεπρόβαλαν μέσα από τα λεπτά χείλη σαν του κάπρου και τα γουρλωτά μάτια που λάμπανε κατακόκκινα κι αγριωπά.
- Καλέ μου άνθρωπε..., πήγε να τον ρωτήσει ο οδηγός, όταν μπόρεσε να επιβληθεί στον τρόμο του. Δεν πρόλαβε όμως να πει τίποτ' άλλο γιατί η φωνή του κόπηκε σάμπως να είχε καταπιεί τη γλώσσα του. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα καθώς από το στενό ξεχύθηκε αλαλάζοντας το μπουλούκι των καλλικαντζαραίων, τον περικύκλωσε και τον έβαλε στη μέση.
Σε μια στιγμή τον είχαν αρπάξει και τον είχαν ακινητοποιήσει. Ο Αλέκος είδε τότε μερικούς να κουβαλάν ένα τεράστιο χάλκινο ταψί, που άγνωστο για πότε βρέθηκε στα χέρια τους. Πιάσανε τον άνθρωπο, τον σήκωσαν και τον στήσανε όρθιο πάνω του. - Χόρεψε! τον πρόσταξε ο Κωλοβελόνης.
- Χόρεψε! του φώναξαν και οι άλλοι Καλλικάντζαροι και βάλθηκαν να τινάζουν το ταψί και να πετάν τον άνθρωπο στον αέρα.
Συνάμα βάλθηκαν να τραγουδάν, τσιριχτά και παράφωνα, συνοδεύοντας το χορό:
Για δες φαρί λιλιά πα πα !
για δες τι πράματα είν' αυτά!
έλα μια γυρίστε τον μαζί!
να ζει για να μη ζει!
              Χωρίς ντροπή, ξετσίπωτα!
              Όλα μαζωχτείτε, πιάστε τον!
              Κουκουλώστε, φασκελώστε!
              Χορέψτε τον και σκάστε τον!
Με φόβο και τρόμο παρακολουθούσε ο Αλέκος τη μαυριδερή παρέα που πιασμένη ολόγυρα στο ταψί, το κουνούσε πάνω κάτω πετώντας στον αέρα το δύστυχο οδηγό, ψηλά κι όλο ψηλότερα, έτσι που θαρρείς, το κεφάλι του άγγιζε πια τα σύννεφα που έτοιμα να ρίξουν χιόνι, είχαν χαμηλώσει πολύ. Τον τίναζαν και τον ξανατίναζαν και σπαρταρούσαν στα γέλια κάθε φορά που ο ξένος έπεφτε στη σκληρή επιφάνεια του χάλκινου σινιού που κουδούνιζε και βοούσε κάτω από τα χτυπήματα. Ο Αλέκος τα είχε χαμένα. Δεν ήξερε τι να κάνει για να σταματήσει αυτό το άγριο παιχνίδι καθώς έβλεπε τον άνθρωπο να προσκρούει φορά με φορά όλο και πιο βαριά στο αλύγιστο μέταλλο. Έβλεπε ότι το θύμα των Καλλικαντζαραίων ήταν καταταλαιπωρημένο και καταχτυπημένο. Έβλεπε ότι δε θα μπορούσε να αντέξει για πολύ ακόμα, ότι ίσως πλήρωνε και τη ζωή του ακόμα την άγαρμπη διασκέδαση των ξωτικών. Και μόλο που έτρεμε μην πάθει κι αυτός τα ίδια, έψαξε να βρει με τα μάτια τον Κωλοβελόνη, που, τέλος πάντων, κάπως καλύτερα τον γνώριζε από τους άλλους. Τον είδε επικεφαλής να δίνει οδηγίες στην ομάδα, τον σίμωσε, άπλωσε κιόλας το χέρι να του τραβήξει το κατασχισμένο μανίκι όταν από μακριά ακούστηκε το λάλημα ενός πετεινού.
Με μιας οι καλλικάντζαροι πάγωσαν στη θέση τους έτσι που ξέχασαν ακόμα και να ξαναπετάξουν στον αέρα τον δύστυχο τον οδηγό, μα ο Κωλοβελόνης που συνήλθε αμέσως, φώναξε σάμπως να ογκάνιζε.
- Μη σας νοιάζει, δεν είναι παρά ο άσπρος κόκορας!
Έχουμε ακόμα καιρό!
Και οι Καλλικάντζαροι πιάσανε πάλι το ταψί να συνεχίσουν το σκληρό παιχνίδι τους.
Και πάλι έκανε να πλησιάσει τον Κωλοβελόνη ο Αλέκος, όταν ένας δεύτερος πετεινός ακούστηκε από πιο κοντά. Οι Καλλικάντζαροι μαρμάρωσαν και πάλι στη θέση τους, μα γρήγορα συνήλθαν:
- Ο κόκκινος, ήταν, ο κόκκινος. Έχουμε ακόμα καιρό! Να τελειώνουμε με τη δουλειά μας και να τον σκάσουμε τούτο δω προτού προλάβει να μας πάρει η αυγή.
Ο άμοιρος ξένος είχε φαίνεται λιποθυμήσει γιατί δεν έδωσε σημεία ζωής όταν οι Καλλικάντζαροι ξανάρχισαν το βιολί  τους. Μια και δυο και τρεις βρέθηκε στα ψηλά ο άνθρωπος κι έπεσε πάλι μονοκόμματος πάνω στον νταβά. Ο Αλέκος, που δεν μπορούσε να υποφέρει άλλο αυτό το θέαμα, έκανε να πιάσει τον Κωλοβελόνη, αλλά εκείνος τον πρόλαβε. Ο καλικάντζαρος, αχαμνός και λιπόσαρκος, άπλωσε το μακρύ του χέρι και τον άρπαξε από τ' αυτί.
- Ετοιμάσου να φύγουμε, είπε με βραχνή φωνή του κόρακα. Όπου να 'ναι θα λαλήσει ο μαύρος κόκορας και σηκώνει να μείνουμε άλλο στη γη.
Ο Αλέκος μάζεψε όλο το κουράγιο του.
- Γιατί; ρώτησε.. Γιατί να έρθω μαζί σας; Τι δουλειά έχω γω με σας:
- Χριστούγεννα δε γεννήθηκες; Πάει να πει ότι η μάνα σ' έπιασε του Ευαγγελισμού. Μεγάλη γιορτή, μεγάλη η αμαρτία. Δεν το ξέρεις ότι τα παιδιά που γεννιούνται τέτοιες μέρες γίνονται καλλικάντζαροι;
- Σαχλαμάρες, απάντησε θαρραλέα ο Αλέκος καθώς έκανε αστραπιαία τον υπολογισμό ότι όπου νάταν θα λαλούσε κι ο τρίτος κόκορας και τα ξωτικά θ' αναγκάζονταν να φύγουν τρέχοντας και δε θα πρόκαναν να τραβήξουν μαζί τους στη σπηλιά τους, στα έγκατα της Γης. Μοιάζω εγώ σαν καλικάτζαρος; Έχω το σουλούπι το δικό σας;
- Να δω τα πόδια σου, έγρουξε ο Κωλοβελόνης. Και σαν είδε τα παπούτσια του είπε: Ήξερε τι έκανε η μπάμπω σου  και σου τα καψάλιασε!
Κι ο νους του Αλέκου έτρεξε στον τρόμο που πήρε όταν, στο τζάκι, οι φλόγες γλείψανε για μια στιγμή τις σόλες των παπουτσιών του. Να όμως που του βγήκε στο καλό.
- Να δω τα χέρια σου, πρόσθεσε ο καλικάντζαρος κι άρπαξε με το λιπόσαρκο μαλλιαρό χέρι του τα λεπτά δαχτυλάκια του αγοριού. Να δω τα νύχια σου, είναι σαν τα δικά μου; Κι ο Αλέκος πρόσεξε τότε ότι τα νύχια του ξωτικού ήταν μαύρα, πολύ μακριά και γαμψά, όπως ενός όρνιου. Σου τάχει κάψει κι αυτά η μπάμπω σου! αποφάνθηκε ο καλικάντζαρος βλέποντας τα χέρια του αγοριού που είχαν τσουρουφλιαστεί κι εκείνα την ώρα που αρπάχτηκε από το πυρακτωμένο σύρμα του τσιγκελιού.
- Εμ, δεν είναι μόνο αυτό, δήλωσε το αγόρι ξεθαρρεύοντας, από στιγμή σε στιγμή, μ' έχουν βαφτίσει κιόλας ανήμερα τα Χριστούγεννα.
- Ε, τότε σωστά λες που δεν είσαι καλλικάντζαρος.
Βαφτισμένος και καψαλιασμένος δεν είσαι παρά άνθρωπος. Και θα μου το πληρώσεις ακριβά αυτό που με ξεγέλασες! Τώρα να δεις τι θα πάθεις, μούγκρισε το ξωτικό και σήκωσε τα λιπόσαρκα χέρια με τα κοφτερά
νύχια, έτοιμο να του ξεσχίσει το πρόσωπο. Μα δεν πρόλαβε να μπήξει τα νύχια του στο πρόσωπο του Αλέκου. Ο τρίτος πετεινός λάλησε.
- Είναι ο μαύρος! Είναι ο μαύρος! φώναζαν τώρα κατατρομαγμένοι οι Καλλικάντζαροι. Αργήσαμε!
Φεύγετε να φεύγουμε...      
Μαύρος πετεινός λαλεί     
και μας πήρεν η αυγή
Μπλούμ! πιο μέσα στα πηγάδια
στη σπηλιά και στα σκοτάδια,
φιτς  εδώ! Φιτς εκεί! !
 Φιτς τον Καλκ;  απ' το μάντρί
 (* Φιτς θα πει ψέξε)
Και οι Καλλικάντζαροι ενώ τρέχανε πιάστηκαν χέρι με χέρι σχηματίζοντας μια μακριά αλυσίδα και τρέξανε με φούρια πίσω στο στενό απ' όπου είχαν έρθει. Ο Αλέκος προσπάθησε να τους παρακολουθήσει να δει πού πήγαιναν, αλλά το σκοτάδι τους κατάπιε με μιας έτσι μαύροι όπως ήταν. Για λίγο άκουγε το θόρυβο που κάνανε τα τραγίσια τους πόδια στο καλντερίμι του χωριού. Ύστερα έπαψε ν' ακούγεται κι αυτός και τ' αγόρι έμεινε να στέκεται μόνο του στην έρημη πλατεία του χωριού. Στεκόταν εκεί κι έτριβε τα μάτια του. Κοίτα να δεις όνειρο! Γιατί δεν μπορούσε παρά να ήταν όνειρο! Τέτοια πράγματα δε γίνονται τη σήμερον ημέρα. Ούτε και πίστεψε ποτέ του στα παραμύθια της γιαγιάς. Πρέπει να τα είδε όλα στ' όνειρο του, δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Και πως βρέθηκε τότε στην πλατεία; Από πότε έγινε υπνοβάτης και δεν το ήξερε; Αλλά τόσο ζωηρό που ήταν τ' όνειρο του δεν ήταν καθόλου περίεργο να σηκώθηκε και να περπάτησε. Σίγουρα ο πατέρας του θα ήξερε να το εξηγήσει.
Ησυχασμένος ο Αλέκος γύρισε να φύγει από την πλατεία από το δρόμο που έβγαζε στο σπίτι του. Κι εκείνη τη στιγμή άκουσε ένα βογκητό. Ένα σιγανό και πονεμένος βόγκο. Ο άνθρωπος του αυτοκινήτου! Πώς τον είχε ξεχάσει! Εκείνος ήταν! Ο ξένος που τον είχαν χορέψει στο ταψί οι Καλλικάντζαροι. Άρα δεν ήταν ένα όνειρο..






Δεν υπάρχουν σχόλια: