Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

Ο Τριπ – τροπ – τραπ και τα λαμπριάτικα αυγά

Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη

Η κότα το Πάσχα κάνει πολλά αυγά! Κάνει αυγά για να τα βάψουμε κόκκινα, να τα τσουγκρίσουμε,   να   πούμε «Χριστός  Ανέστη». Μα τα κόκκινα τα αυγά -πρέπει να τα μάθουν ό­λα τα παιδιά - τα φέρνουν οι λα­γοί.
Είναι μια μεγάλη ιστορία. Κάθισε να σου την πω...
Το ήξερε λαγουδάκι ο Τρίπ-Τρόπ-Τράπ. Το ήξερε πως δεν έ­πρεπε να φύγει από το δάσος. Μα... έφυγε. Και κατέβηκε στη πόλη. Λαγοί στη πόλη! Ναι, ναι, και να, πώς έγινε αυτό.
Ήταν οι πρώτες λιακάδες του Μάρτη. Ο Τρίπ-τρόπ-τραπ έτρωγε έξω από τη φωλιά του το καρότο του. Σκεφτόταν τι όμορφη που εί­ναι η ζωή, όταν έχεις έναν ήλιο πάνω στον ουρανό κι ένα καρότο εδώ στη γη. Τότε ήταν που είδε το παιδάκι.
Το παιδάκι δεν το είδε γιατί κυ­νηγούσε μια πεταλούδα. Φραπ, η πεταλούδα έφευγε και στεκόταν με χαρά το παιδί να την πιάσει.
- Δε με πιάνεις παιδάκι, παιδά­κι... έλεγε παιχνιδιάρικα η πεταλούδα και φρούπ πετούσε στη μπουμπουκιασμένη τριανταφυλλιά. Έτρεχε όλο λαχτάρα το παιδί. Άνοιγε τα δάχτυλά του, την έφτανε.
- Σε τσάκωσα, πεταλουδίτσα... Μα η πεταλούδα, φράπ και φρουπ  πετούσε στο παρακάτω λουλουδάκι σκασμένη στα γέλια.
- Δε με πιάνεις παιδάκι, παιδά­κι...
Αυτό το παιχνίδι πολύ άρεσε στον Τρίπ-τρόπ-τραπ. Τόσο που ξέχασε να αποτελειώσει το καρότο του. Έτρεχε μαζί τους και όταν το παιδάκι βαρέθηκε το κυνηγητό και κίνησε να φύγει, ο λαγός μας  το πήρε από πίσω.
Έτσι έγινε και βρέθηκε το λα­γουδάκι μας στη πολιτεία.
Το παιδάκι μπήκε σε ένα μικρό σπίτι κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ο Τρίπ-τροπ-τραπ κοίταξε τριγύρω του φοβισμένα. Ο ήλιος είχε φύγει ώρα τώρα, τα πρώτα αστέρια είχαν βγει στον ουρανό.
- Παρακαλώ, αστέρια αστεράκια, είπε ευγενικά ο Τρίπ-τρόπ-τραπ, κατά πού πέφτει το σπιτάκι μου;
Μπορεί από το φόβο να του εί­χε λιγοστέψει η φωνή, μπορεί τα αστέρια να μην άκουσαν, δεν ξέ­ρω ακριβώς τι έγινε, πάντως α­πάντηση δεν πήρε ο Τρίπ-τρόπ-τραπ. Όλα ήταν σιωπηλά.
Ο λαγουδάκι μας δεν ήξερε τώρα τι να κάνει. Πήγε να προ­χωρήσει, μα άκουσε κάτι βήματα. Βιάστηκε σαν τρελό το λαγουδάκι μας να χωθεί μέσα στον κήπο. Στον κήπο που ήταν γύρω από το σπιτάκι. Το σπιτάκι που είχε μπει το παιδάκι. Το παιδάκι που έπαιζε με την πεταλούδα. Η πεταλούδα που έκανε το λαγό μας να φύγει από το δάσος που ήταν η φωλιά του. Η φωλιά που ζούσε με τους γονείς του! Ουφ!!! πάτησε τώρα τα κλάματα ο Τρίπ-τρόπ-τραπ.
Μέσα από τα δάκρυα του είδε μπροστά του εκεί τον μεγάλο πεύκο. Σιγανά κλαψιάρικα μα ευ­γενικά ο Τρίπ-τρόπ-τραπ ρώτησε
- Πεύκο μου, καλό μου πεύκο, ξέρεις που πέφτει το σπιτάκι μου;
Μπορεί να είχε αποκοιμηθεί το πεύκο, μπορεί και να μην το είπε δυνατά ο Τρίπ-τρόπ-τραπ, δε ξέ­ρω ακριβώς τι έγινε, πάντως α­πάντηση δε πήρε ο λαγός μας. Εκείνη τη στιγμή... Θεέ των λα­γών, τι ήταν τούτο; Ένα μουγκρητό ακούστηκε έξω από τον κηπάκο  και η γη τρεμούλιασε. Σηκώθηκαν οι τρίχες και τα αυτιά του Τρίπ-τρόπ-τραπ από το φόβο.
Ένα μεγάλο φορτηγό πέρασε πλάι σχεδόν από το λαγό. Τόσο φοβήθηκε εκείνος που δίνει μια και ορμά σε ένα μικρό μισάνοιχτο παράθυρο που βρέθηκε μπροστά του.
Ορμά, λοιπόν, και μπουμ σωριάζεται στα πόδια του κοριτσιού, που έπαιζε με την πεταλουδίτσα.
- Ωχ το πόδι μου, βόγγυξε. Και με κομμένη ανάσα από τον πόνο πρόστεσε: Κοριτσάκι μήπως ξέρεις πού είναι το σπιτάκι μου;
Το κοριτσάκι  τάχασε.
- Ξέρω που είναι το  δάσος, εί­πε κι ήταν λυπημένο που δε μπο­ρούσε να βοηθήσει το λαγό.
- Αν με πας στο δάσος, τότε εί­ναι εύκολα τα πράγματα. Τώρα ό­λο χαρά ήταν ο λαγουδάκος.
- Πρέπει πρώτα να γιατρευτείς, τον συμβούλεψε το κοριτσάκι.
- Όχι κούνησε τα αυτιά του, ο Τρίπ-τρόπ-τραπ. Εδώ φοβάμαι. θέλω να πάω στη μαμά μου...
- Καλά, είπε το κοριτσάκι. θα σου βράσω ένα αυγό να το  πάρεις για το δρόμο μη πεινάσει.
- Εγώ θέλω καρότο, γρίνιαξε το λαγουδάκι.
- Εμένα η μαμά μου μου βράζει αυγά όταν πηγαίνω εξοχή, με α­πόφαση είπε το κοριτσάκι. Μόνο που εμείς δεν έχουμε κοτούλες κι έτσι δεν έχουμε και αυγά. πρέπει να πω της μαμάς μου να αγορά­σει.
- Όχι! Τρόμαξε το  λαγουδάκι. μη το πεις της μαμάς σου πως εί­μαι εδώ. Φοβάμαι τους ανθρώπους γιατί κυνηγούν τους λαγούς.
- Κι εγώ άνθρωπος είμαι, θύ­μωσε το κοριτσάκι.
- Εσύ είσαι παιδάκι, είσαι άλλο.
- Σωστά, είμαι άλλο, συμφώνη­σε το κοριτσάκι. Αλλά πού θα βρω εγώ λεφτά να σου αγοράσω αυγό;
- Μα δε θέλω εγώ αυγό, απελ­πίστηκε ο λαγός. Εμείς οι λαγοί τρώμε καρότα.
- Σιωπή! αυστηρά τώρα μίλησε το κοριτσάκι. Άσε με να σκεφτώ. Σκέφτηκε λίγο και είπε:
- Θα κρύψω το αυγό που θα μου δώσει αύριο να φάω η μητέ­ρα. Θα πω και στα γειτονοπούλα, τους φίλους μου να κάνουν το ί­διο. Έλα να ξαπλώσουμε μαζί, να κλείσω και το φως μην έρθει η μητέρα και σε δει.
Αγκαλιάστηκαν για να χωρέσουν στο κρεβάτι και σε λίγο λαγός και παιδί είχαν αποκοιμηθεί.. Έξω και ο πεύκος είχε αποκοι­μηθεί βαθιά βαθιά...
Ήταν αστείο να βλέπεις την άλ­λη μέρα ένα τσούρμο παιδιά να έχουν στη μέση ένα λαγουδάκι με δεκανίκια και να τραβούν για το δάσος. Ένα κοριτσάκι κρατούσε στο χέρι του καλάθι με αυγά.
Δε θα ‘θελα να πω τι γίνηκε σα γύρισε στο σπίτι του ο λαγός. Μαλώματα μα και γέλια και χαρές. Εκείνο που θα ‘πρεπε να πω είναι πως η κυρά λαγίνα, νοικο­κυρά και μυαλωμένη είπε:
- Πρέπει να στείλουμε πίσω τα αυγά των παιδιών, κι αυτό το δή­λωσε στο λαγοσυνέδριο που έγι­νε.
- Κι εμείς λαγοί, πού θα βρούμε αυγά; ρώτησε ο σοφός γερολαγος.
- Θα παρακαλέσουμε τις φιλενάδες μας τις κότες να μας δώ­σουν.
- Τώρα που είναι άνοιξη κάνουν πολλά αυγά οι κότες, είπε δειλά ο Τρίπ-τρόπ-τραπ.
- Άνοιξη; Μα τότε είναι κοντά το Πάσχα! Θα δώσουμε στα παιδιά κόκκινα αυγά να τα ευχαριστή­σουμε, είπε η μαμά λαγίνα.
- Και ποιός θα βάψει τα αυγά; ρώτησε πάλι ο σοφός γερολαγός.
- Εμείς! φώναξαν ενθουσιασμέ­να τα λαγουδάκια.
Έτσι πήραν οι λαγοί από τις παπαρούνες το κόκκινο το χρώμα, από τα χαμομήλια το κίτρινο, το πράσινο από το χορτάρι κι έβα­ψαν κόκκινα, κίτρινα, πράσινα αυ­γά. Το είδε ο ουρανός και χάρηκε και έδωσε κι εκείνος το μπλε του χρώμα.
Πέρασαν χρόνια και χρόνια και χρόνια από τότες, το ‘παν οι λαγοί στα παιδιά τους κι εκείνα στα δι­κά τους τα παιδιά κι έτσι μέχρι σήμερα οι λαγοί κουβαλούν αυγά το Πάσχα στα παιδιά. Τα αυγά που τα ‘χε πάρει δανεικά μια φορά κι έναν καιρό ο Τρίπ-τροπ-τραπ, το λαγουδάκι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: