Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

Ο ΚΟΥΜΠΑΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ

του Γιάννη Μπάρτζη

Ήμουν τότε γύρω στα επτά και η σχέση μου με το χρήμα δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «αγαπητική». Εντάξει, δε λέω... λαχταρούσα κι εγώ τα κόκκινα γλειφιτζούρια σε μορφή κόκο­ρα από το μαγαζάκι του μπάρμπα-Γιάννη ή το χωνάκι παγωτό απ' τον πλανόδιο παγωτατζή ή ένα κουρδιστό τσίγκινο αυτοκινητάκι στο πανηγύρι των Αγίων Αναργύρων... και μαλλί της γριάς ... και πλαστικό πιστόλι... και τόπι χρωματιστό... και λιχουδιές λογής που νοστιμεύανε τα παιδικά μας όνειρα στα στερημένα χρόνια, μα δεν είχα συνδέσει την απόκτηση αυτών των ανασών με την έννοια της οικονομίας.
Μετρούσα τις πενταροδεκάρες του χαρτζιλικιού -σπάνιο είδος- και υπολόγιζα: «Φτάνουν  Για ν' αγοράσω αυτό;» το αγόραζα, «δε φτά­νουν;» συμβιβαζόμουν με κάτι πιο φτηνό. Στην έσχατη των περιπτώσεων έπαιρνα καραμέλες ΝΑΣΚΟ... μία στη δεκάρα.
Ώσπου μου χάρισαν τον κουμπαρά. Δώρο του θείου μου, υπαλλήλου του Ταμιευτηρίου. Τους τα έδινε, λέει, τζάμπα η υπηρεσία για συγγενείς και φίλους. Μου το έ­φερε πάνω που άρχιζαν οι διακοπές του Πάσχα, στην καρδιά της μεγάλης νηστείας, τότε που ως και οι καραμέλες απαγορεύονταν, αφού είχαν μέσα γάλα, βούτυ­ρο ή σοκολάτα. Για παγωτό, δε σήκωνε κουβέντα! Μας το τόνιζαν κάθε μέρα οι μεγάλοι του σπιτιού, μπας και το γευθούμε κι αμαρτήσουμε.
«Ό,τι  λεφτά σου πέφτουνε στα χέρια, από τώρα και εξής θα τα ρίχνεις στον κουμπαρά σου», μου είπε ο θείος. «θα τον ανοίξουμε σαν μεγαλώσεις. Θα είναι πολλά μαζεμένα τότε και δα είναι όλα δικά σου».
«Μια μέρα πιο νωρίς να ερχόσουν, θείε, θα τον ξεχεί­λιζα στο πι και φι»! του είπα, αναλογιζόμενος πως θα μπορούσα μόλις το προηγούμενο πρωί να έβγαινα στα σπίτια του χωριού να πω το «Λάζαρο». Για να αποδείξω μάλιστα ότι τον ήξερα, έπιασα να τρέχω γύρω του τραγουδώντας
«Ηρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα βάγια, / ήρθε η Κυριακή που τρώνε ψάρια. / Πες μας. Λάζαρε, τι είδες / εις τον Αδη που επήγες; / Είδα φόβους είδα τρόμους, / είδα βάσανα και πόνους. / Δώστε μου λίγο νεράκι / να ξεπλύνω το φαρμάκι / της καρδιάς και των χειλέων / και μη με ρωτάτε πλέον...».
«Είσαι μικρός ακόμα εσύ για τα βαΐτικα. Δεν τα πες καλά», πετάχτηκε με ύφος προστατευτικό η μητέρα μου. «Είπες τα κάλαντα της Γέννησης και τ' Άγιοβασιλιού. Αυτά είναι της σειράς σου. Της Μεγαλοβδομάδας έ­χουνε καημό... Να είσαι καλά του αντίχρονου και βλέπουμε».
«Μωρέ θα πω της Μεγαλοπαρασκευής!...», μονολόγησα με πείσμα μέσα μου και ονειρεύτηκα τον κου­μπαρά μου να φου­σκώνει από χαλκό κι ασήμι. Τον έπιασα στα χέρια μου και τον περιεργάστηκα προσεκτικά. Ήταν μεταλλικός με λαμπερό γαλάζιο χρώμα και αρκετά βαρύς αν και άδειος ακόμα. Πρώτος ο θείος μου έριξε επιδεικτικά ένα πενηνταράκι και α­φουγκραστήκαμε τον ήχο του όλοι, καθώς περνούσε αργά αργά από τη σχισμή και κουδούνισε πέφτοντας στον ανοξείδωτο πυθμένα. Συγκινημένος ο πατέρας  μου έψαξε τις τσέπες του κι έβγαλε δυο δεκάρες. τις α-πίθωσε στην παλάμη μου να τις ρίξω μόνος μου μέσα. Το λεφτοφάγο σιδεροκούτι τις κατάπιε μία μία, εξαφα­νίζοντας τες στα σωθικά του.
Έτσι  έγινε η επίσημη είσοδος μου στον κόσμο της οικονομίας και της αποταμίευσης. Ταυτόχρονα όμως άπλωσαν τη σκιά τους πάνω από την παιδική μου αθωότητα η βουλιμία του χρήματος, η λαχτάρα για τον πλούτο, η πλεονεξία και η αχορταγιά. Τότε μπήκε σε δοκιμασία η αντοχή μου στην αρετή, για να αποδειχτεί τελικά πολύ -μα πάρα πολύ- ασθενική. «Ας όψεται ο κουμπαράς»!
Πέρασαν μέρες, χωρίς να χαϊδέψει τα αυτιά μου άλλο κουδούνισμα κέρματος. Κόντευε να συμπληρωθεί ε­βδομάδα κι έμεναν ασυντρόφευτα εκείνα τα τρία νομί­σματα των «εγκαινίων». Είχα γείρει στην απόφαση να μην αγοράσω λιχουδιές και στρακαστρούκες, με οτιδή­ποτε οικονομούσα στις παραμονές της Λαμπρής. θα το έριχνα όλα στον κουμπαρά. Το παραγέμισμά του μου έγινε πόθος και ιδέα έμμονη, που βαθμιαία με κυ­ριάρχησε και παραμέρισε όλες τις παιδιακίσιες έγνοιες της Μεγαλοβδομάδας.
Σαν έφτασε η Παρασκευή η Μεγάλη, ξέφυγα από την προσοχή της μάνας μου και βγήκα ανυπόμονος από τους πρώτους, να ψάλλω σε όλο το χωριό το θρήνο το μελωδικό:
«Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, /Σή­μερα όλα θλίβονται και τα βουνά λυπούνται. /Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,/ για να σταυρώσουν το Χριστό των πάντων βασιλέα...".
Βλέποντας  όμως τις νοικοκυρές να βγαίνουνε κρατώντας για το φίλεμα μου κουλούρια, αυγά και πορτοκάλια, όπως το ήθελε το έθιμο, απογοητευόμουνα κι αγα­νακτούσα. Ένιωθα πίκρα τόση, που γένναγε στα μάτια δάκρυα.
«Μην κλαις. βρε καψερό! θ' αναστηθεί ο Χριστούλης αύριο!», με καλοπήρε η κόρη του παπά, νομίζονται ό­τι με είχε θλίψει η ανομία των Εβραίων και η πένθιμη ατμόσφαιρα του επιτάφιου. Πού να 'ξερε η δόλια, τον καημό τον αμαρτύρητο που με βασάνιζε! Πού να τον μάντευε τον έρωτα για τον παρά, που είχε αγκυλώσει την ψυχή μου σαν αγκάθι ρόδου.
Ώσπου επιτέλους στου νουνού το σπίτι, ευτύχησα να δω και χρήματα! Τρεις ολογυάλιστες δραχμές μου έβαλε η νονά   στη χούφτα κι από κοντά ένα λευκό πουκάμισο για δώρο της Λαμπρής. Το συνήθιζαν τότε στους βαφτισιμιούς, το Πάσχα, να αγοράζουν οι νουνοί πουκάμισο και στις βαφτισιμιές φόρεμα γιορτινό. Οι ευπορότεροι έπαιρναν και πα­πούτσια. Οι λαμπάδες με τα κορδελάκια και τα κρεμασμένα δώρο πάνω τους ήρθαν πολύ αργότερα στο χωριό μας. Έριξα τις δραχμές στην τσέπη του παντελονιού και κάθε λίγο τις αναζητούσα με το χέρι και τις χάιδευα κρυφά, νιώθοντας την ημέρα μου να χάνει αρκετό από το μαύρο που της μελωδούσα. Φαίνεται μάλιστα πως ήτανε γουρλίδικη, η νονό μου, γιατί λίγα σπίτια πάρα κάτω μου 'δωσε μια μακρινή συγγένισσά μας ένα εικοσάλεπτο. Της είπα ευχαρι­στώ καταχαρούμενος και ως πρόσθετη ανταμοιβή τής έψαλα οπό τα κάλαντα των Χριστουγέννων:


«Σ’ αυτό το σπίτι που 'ρθαμε / πέτρα να μη ραγίσει / κι  ο νοικοκύρης, του σπιτιού / χρονιά .πολλά να ζήσει»
Αργότερα σκεφτόμουν   πως δεν ταίριαζε στο θρήνο της βδομάδας των Παθών τέτοια ευχή χαρμόσυνη, μα έβγαινε απ’ την καρδιά μου ο λόγος ο καλός και  σίγουρα θα έπιανε  τόπο.
Γύρισα μεσημέρι σπίτι μας ξεθεωμένος απ’ το γυρολόι. Τα χέρια μου γεμάτα από καλούδια της Λαμπρής, αυγά, κουλούρια, πορτοκάλια, ελιές. κουφέτα. λίγες καραμέλες… τέτοια πράγματα. Μαζί και η σακούλα της νονάς με το πουκάμισο. Πρώτη μου έγνοια ο κουμπάρας! Άφησα  βιαστικά επάνω στο τραπέζι το χαρτόκουτο με τα δοσίματα και το πουκάμισο κι έτρεξα να τον βρω. Τον είχα κρύψει επιμελώς κάτω απ’ το στρώμα στο κρεβάτι μου, στο μέρος. των ποδιών. Τον έβγαλα προσεκτικά, και ετοιμάστηκα να τον τροφοδοτήσω με τα κόπια μου. Ψαχούλεψα  στη μια τσέπη και άγγιξα το εικοσαράκι. Το οδήγησα στο στόμα του κι ο κουμπάρας μου έστειλε
κουδούνισμα ικανοποίηση.
Ψάχνω μετά στην άλλη... Τίποτα!  Με νευρικές κινήσεις αναποδογύρισα  τις τσέπες μου. Οι τρεις δραχμές είχαν γίνει καπνός !  Μια ασήμαντη τρυπούλα στο πανί της δεξιάς μου τσέπης μαρτυρούσε την αιτία της απώλειας.
«Α ρε μάνα»!ξεφώνισα για μια στιγμή  κι ύστερα σώπασα. Πικράθηκα, απογοητεύτηκα, ένιωσα να αδειάζω... μα δεν έκλαψα.

Ευτυχώς  που την ημέρα εκείνη ήταν έθιμο να τρώμε μαρουλόφυλλο με ξίδι κι άλλο τίποτα, έτσι απόφυγε  την γκρίνια των δικών μου για το φαγητό. Όσο  και να με πίεζαν, δεν ήταν δυνατό να βάλω μια μπουκιά στο στόμα μου. Ένιωθα  κάτι πολύ στυφό να ανεβαίνει απ' το στομάχι  και να  μου τυλίγει μες στη φαρμακίλα σώμα και ψυχή.
Μεγάλο Σάββατο όλη τη μέρα ήμουνα μουτρωμένος. Όσο κι αν το σκεφτόμουνα… δε μου έφταιγε κανείς. Πού να ήξερε η καημένη η μάνα ότι τρύπησε  η τσέπη του παντελονιού μου; Αφού ούτε εγώ δεν το είχα αντιληφθεί. Ας  πρόσεχα καλύτερα. Ας  μοίραζα τις τρεις δραχμές και σε άλλες τσέπες. Θα  μειωνόταν η ζημιά στο ελάχιστο. Ή  ας ερχόμουν σπίτι κατευθείαν από  του νουνού, να ρίξω τα λεφτά στον κουμπαρά και να ξανάβγαιναν στις κάτω γειτονιές για να τα πω κι εκεί.
Η σκέψη  μου δεν έλεγε να φύγει απ' τη μεγάλη ζημία. Κι  αυτό στάθηκε αιτία να μη νιώσω τίποτα από τις προετοιμασίες κι απ’ την προσμονή της Ανάστασης. Το απόγευμα, καθώς ετοίμαζε το αρνί στη σούβλα ο πατέρας μου, ξέμεινε από τσιγάρα. Ήταν της  μοίρας μου τάχα γραφτό, για ν' αμαρτήσω;  
«Τράβα στην αγορά και πάρε μου ένα κουτί» μου είπε και μου πέταξε ένα χάρτινο δεκάρικο. Στεκόμουν ξέμακρα, γιατί με αγρίευε η διαδικασία της σφαγής και του σουβλίσματος. Το αγαπούσα το αρνάκι μας!  Είχα και τον καημό μου τον κρυφό! Χωρίς κουβέντα άρπαξα το χαρτονόμισμα κι έφυγα. Το κράτησα σφιχτά στο ένα μου χέρι και το νοιαζόμουν σε όλη τη διαδρομή. Αλί­μονο μου αν το έχανα κι αυτό...
Έφτασα  στο περίπτερο, σηκώθηκα στις μύτες των πο­διών, να δω απ' το παραθυράκι του την κυρα-Ρήνη και ζήτησα με δυνατή φωνή: «Τσιγάρα του πατέρα μου!».  Άφησα σ' ένα γυάλινο τασάκι το υγραμένο απ' τον ί­δρωτα της χούφτας μου δεκάρικο. Κορδώθηκα, για να με δει καλά, ώστε να ξέρει τι τσιγάρα θα διαλέξει και περίμενα. Εκείνη πήρε ένα κουτί ΜΑΤΣΑΓΚΟΣ άφιλτρο και μου το έδωσε. Τράβηξε προς το μέρος της τα χρή­ματα και άφησε για ρέστα ένα τάλιρο, ένα δίφραγκο, μία δραχμή, δύο πενηνταράκια και δυο δεκαρούλες τρύπιες. Χωρίς ν' αλλάξουμε κουβέντα -το ευχαριστώ δεν το είχα εύκολο στο στόμα μου- τα πήρα όλα κι έφυγα. Όσο να πάω ξανά στο σπίτι, ένας κακός δαίμονας τριβέλιζε τη σκέψη μου. Σωρό λεφτά κουβάλαγα. Αν έλειπε και κάτι, ποιος  θα το καταλάβαινε; Το ταλιράκι βά­ραινε στα χέρια μου σαν αμαρτία γινωμένη. Δε χρειά­στηκε πολύ να το ζυγίσω μέσα μου. Έτρεξα στο δωμά­τιο του κουμπαρά, τον έβγαλα απ' την κρυψώνα και του χάρισα το τάλιρο. Μου φάνηκε πως χαμογέλασε ικανο­ποιημένος, καθώς το τράβαγε προς την κοιλιά του α­μάσητο. Και. ..σαν να χόντρυνε λιγάκι. Τον έκρυψα καλά   στη θέση του κάτω από το στρώμα και πήγα στον πατέρα τα τσιγάρα του. Με ψυχραιμία θαυμαστή, τάχα αδιάφορος, του έδωσα στα χέρια το κουτί και από πά­νω τα υπόλοιπα λεφτά. Τα μέτρησε καχύποπτοι και ρώτησε:
«Δεκάρικο δε σου 'δωσα»;
«Δεν ξέρω», είπα εγώ ξερά, «ό,τι μου έδωσες, έδωσα».
«Αυτά είναι όλα τα ρέστα»;
«Αυτά».
«Ψάξου καλά, κοίτα τις τσέπες σου», επέμενε ο πότεροι μου. «Λείπουν λεφτά! Καταλαβαίνεις».
«Αυτά είναι σου λέω»! στρίγκλισα εγώ με πείσμα.
«Ώρες είναι να πεις ότι στα ‘φαγε το παιδί»! πετάχτηκε η μάνα μου, βλέποντας πως μου ανέβαιναν λυγμοί και θα πνιγόμουνα στο κλάμα. Μου είχε αδυναμία η καψερή! «Μην του 'χες δώσει τάλιρο και του φωνάζεις άδικα».
Χωρίς να πει άλλη κουβέντα ο πατέρας, με αρπάζει α­πό το μπράτσο βίαια, απαρατάει το αρνί μισοραμμένο στην ξυλόσουβλα και παίρνουμε μαζί την κατηφόρα για την αγορά. Μια και δυο στο περίπτερο μπροστά. Σκύβει ελαφρά να δει την κυρα-Ρήνη στο παραθυράκι και της λέει απότομα:
«Ορίστε, κυρά μου, ρέστα και τσιγάρα, που έδωσες στο παιδί, από χαρτί δεκάρικο, βγαίνουν σωστά με το δικό σου μέτρημα».
Τα' χασέ η περιπτερού με το οργίλο ύφος του, μα σαν το καλοσκέφτηκε, το γύρισε σε επίθεση: "Α..., σε πα­ρακαλώ! μη πες ό,τι σου βάνει ο νους!.  Εγώ τα μέτρη­σα επακριβώς στο χέρι του. θα του έπεσαν στο δρόμο». «Βρε άστα αυτά, Ρήνουλα! Μη με συγχύζεις πασχαλιάτικα! Έδωσες ρέστα από τάλιρο. Δε βλέπεις; Φως φα­νάρι. Τι ήταν να τα χάσει το παιδί; Αλεύρι ήτανε να του χυθεί απ' το χέρι; Δωσ’  μου το τάλιρο να τελειώνουμε μη μας ακούσει η αγορά»!
Η κυρα-Ρήνη πρόβαλε το μαντιλοδεμένο της κεφάλι απ' το «Βρε συ, είσαι  βρε σίγουρος πως δεν υπήρχε τάλιρο στα ρέστα σου»  «Τόσα μου έδωσες»! της είπα πεισμωμένος κι ένοχος μαζί, αποφεύγονται το βλέμμα της.
«Έλα τώρα»! επέμενε ο πάτερου μου. "Δεν είναι πρώτη του φορά που πάει για ψώνια. Ποτέ δεν έχασε πεντάρα. Δεν ξέρω εγώ το σπλάχνο μου»; «Δώσε τώρα το τάλιρο! Μη με καθυστερείς κι έχω ασούβλιστο το αρνί»!
 Η κυρα-Ρήνη έδειξε να κλονίζεται. «Άνδρωποι είμαστε, Βαγγέλη, ίσως να 'γίνε λάθος. Τι να πω η δόλια εγώ… Κοτζάμου τα’αλιρο! Είναι ποσό»!
«Αν ήταν πενταροδεκάρες, δε σκοτιζόμουν»! είπε ο πατέρας μου. «Μα πάλι... Ανάσταση έρχεται... Θα μεταλάβω... Δε θέλω να έχω κρίμα πως σε αδίκησα! Θυμήσου, σε παρακαλώ...Αν είσαι σίγουρη πως μέτρησες καλά τα ρέστα... άστο, χάνω εγώ το τάλιρο... Όχι πως  περισσεύουν, μα ..., μέρες που είναι... θέλω να νιώθω καθαρός .... Σκέψου καλά και κάνε το σωστό».
Τα λόγια  του μπήχτηκαν στην καρδιά μου μαχαίρι. Θα  μεταλάβαινα κι εγώ τη νύχτα της Ανάστασης και  ήμουν ένοχος διπλά, για την κλοπή και για την αδικία! Τρέμαν τα ποδαράκια μου από την ταραχή. «Ας  επιμείνει πως τα μέτρησε σωστά», έλεγα μέσα μου και μηνούσα σιωπηλά, με όση δύναμη είχε η ψυχή μου. «Βεβαίωσε τον, κυρα-Ρήνη μου! Βεβαίωσε τον πως  μέτρησες καλά! (Επίμενε ακόμα λίγο πως δεν έχεις κάνει λάθος!  «Πες του πως το θυμάσαι καθαρά! Ρίξε το βάρος πάνω μου»!
Της κυρα-Ρήνης όμως η αυτοπεποίθηση είχε ήδη κλονιστεί: «Δεν ξέρω τι να πω, Βαγγέλη... Εγώ να κάνω τέτοιο λάθος!  Φαίνεται γέρασα πια... Ασ είναι όμως… Έχει ο Θεός! Καλή Ανάσταση!» και, λέγοντας την ευχή της  ημέρας, έριξε στο παραθυράκι της μπροστά ένα καινούριο τάλιρο. Δίστασε λίγο ο πατέρας μου και πήγα  ν' ανασάνω με ανακούφιση. Μα τελικά το πήρε. Είπε κι αυτός: «Καλή Ανάσταση» και πιάνοντάς με από το χέρι, γύρισε αμίλητος κατά το σπίτι. Κουβέντα δεν βγήκε απ' το στόμα του ως το βράδυ.
Στο καταφύγιο της σιωπής κλείστηκα κι εγώ, σαν αλεπού παγιδευμένη. Κράτησα το μυστικό μου ανομολόγητο. Αυτή η βαριά αίσθηση του ολισθήματος σκίασε  όλες τις μέρες της γιορτής που ακολούθησαν. Οι ενοχές  μου, ως ερινύες φριχτές, έκρωζαν στο μυαλό μου, επαναλαμβάνοντας την καταδίκη μου: «Κλέφτη! Αμαρτωλέ!
 Μπορώ να σας βεβαιώσω ότι παρά τα χρόνια που πέρασαν από τότε, ακόμα έχω την αίσθηση ότι ακούω την ετυμηγορία των τύψεων, όταν περνάω έξω από το παλιό εκείνο περίπτερο της κυρα-Ρήνης. Κι ας της χάρισα πολλαπλάσια ρέστα αργότερα, ως ενήλικος. πελάτης της. Το παιδικό μου αμάρτημα ποτέ δε βρήκα το θάρρος να της το αποκαλύψω. Τώρα πια είναι αργά πολύ  να το κάνω. Το εξομολογούμαι στο χαρτί, αγαπητοί μου  αναγνώστες, μήπως και κάπως αλαφρύνω το αρχαίο βάρος ενός τάλιρου, που μ' έβαλε να κλέψω … ο  κουμπαράς  μου!
   

Δεν υπάρχουν σχόλια: