Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Ο σοφός κύριος Περικλής

Ντίνα Χατζηνικολάου


Θα ήθελα να σας διηγηθώ την παράξενη ιστορία του κυρίου Περικλή, που κάποτε είχα την τύχη να τον γνωρίσω. 
Αυτός λοιπόν ο κύριος Περικλής ή­ταν ένας άνθρωπος που ήξερε πολλά πράγματα. Τόσα πολλά, όσα μπορεί να χωρέσει μια εγκυκλοπαίδεια! 
Απαντούσε και στις πιο δύσκολες ε­ρωτήσεις. Μπορούσε να μιλάει ώρες ολόκληρες για τον ήλιο και τ' αστέρια, για τα πουλιά και τα ψάρια, για τα φυ­τά, για τους παράξενους βυθούς της θάλασσας.
Μα εκείνο που τον απασχολούσε περισσότερο, ήταν το μεγάλο θαύμα της ζωής! Με δύο λόγια ο κύριος Περικλής ήταν ένας σοφός. Είχε γε­ράσει σκυμμένος στα βιβλία. Μια ολό­κληρη ζωή έγραφε και διάβαζε, διάβα­ζε και έγραφε.
Δεν είχε οικογένεια ούτε φίλους. Στο μικρό αραχνιασμένο του δωμάτιο θα τον έβρισκες - ή μάλλον... θα τον έ­χανες - μέσα σ' ένα βουνό από βιβλία και χαρτιά. Τόσο, που κι αυτές ακόμα οι πρωινές ηλιαχτίδες μάταια έψαχναν να τον βρουν, για να του γαργαλίσουν λίγο τη μύτη.
Είπα «μύτη» και θυμήθηκα τα γυαλιά του. Πάντα τα φορούσε. Χωρίς αυτά ο κύριος Περικλής, που είχε φοβερή μυωπία, ούτε λεπτό δε θα μπορούσε να ζήσει, αφού όλη του η ζωή ήταν το διάβασμα.
Περιττό να σας πω, πως ποτέ δεν έ­φταναν στ' αυτιά του οι χαρούμενες φωνούλες των παιδιών που έπαιζαν ο­λόγυρα. Τόσο αφοσιωμένος ήταν στη μελέτη του.
- Αυτός ο άνθρωπος δε θα βγει ποτέ του έξω να πάρει λίγο αέρα; απορού­σαν τα παιδιά.
Ώσπου ένα όμορφο ανοιξιάτικο πρωινό έγινε κάτι, που δε θα το φα­νταστείτε ποτέ! Ο Θοδωρής, το ζιζά­νιο της παρέας, σκαρφάλωσε σιγά σι­γά στο παράθυρο του κυρίου Περικλή, για να δει αν είναι πάλι χωμένος μέσα στα βιβλία του. Και τι να δει! Στο περ­βάζι του παραθύρου ήταν ακουμπισμέ­να τα γυαλιά του, ενώ ο κύριος Περικλής προσπαθούσε με ένα σταγο­νόμετρο να βάλει στα μάτια του κάτι σταγόνες. Το ζιζάνιο δεν άντεξε. Την έκανε πάλι τη σκανταλιά του! Έσπρωξε λίγο το τζάμι, άρπαξε τα γυαλιά και το 'βαλε στα πόδια.
Ο καημένος ο κύριος Περικλής δεν πήρε χαμπάρι τι έγινε, μα όταν είδε πως έλειπαν τα γυαλιά του, έκανε άνω κάτω το δωμάτιο για να τα βρει.
Έψαχνε, έψαχνε ώρες ολόκληρες. Πουθενά! Τι συμφορά ήταν αυτή που τον βρήκε; Ώσπου κουράστηκε πια να ψάχνει κι απελπισμένος ξάπλωσε σε μια πολυθρόνα.
Τότε, έγινε ένα θαύμα! Ναι! Για πρώ­τη του φορά άκουσε το κελάηδημα των πουλιών, που έσμιγε με τις παιδι­κές φωνές.
Σηκώθηκε και στάθηκε ακίνητος, σαν μαγεμένος. Του φάνηκε πως ά­κουγε ουράνια μελωδία.
Έσπρωξε την πόρτα και βγήκε στο κατώφλι. Ένας γελαστός ήλιος του χάιδεψε τρυφερά το πρόσωπο. Ο αέ­ρας μοσχοβολούσε χαμόμηλο και λε­βάντα. Πήρε μιαν ανάσα βαθιά, ύστερα κατέβηκε και με αργά βήματα πλησία­σε τα παιδιά, που τον υποδέχτηκαν με μεγάλο ενθουσιασμό χτυπώντας πα­λαμάκια.
- Να παίξω κι εγώ μαζί σας; είπε κα­λοσυνάτα.
- Ευχαρίστως! αποκρίθηκαν τα παιδιά  κι άρχισαν να του δείχνουν τα παι­χνίδια τους.
Μονάχα ο Θοδωρής καθόταν ζαρω­μένος σε μια γωνιά... Πόσο είχε μετα­νιώσει για το «αστείο» του. Ήθελε να επιστρέψει τα γυαλιά ζητώντας συγ­γνώμη, μα πως να δικαιολογηθεί γι' αυτό που έκανε;
Στο μεταξύ, ο κύριος Περικλής χαι­ρόταν με την ψυχή του τη συντροφιά των παιδιών και απαντούσε στις ερω­τήσεις τους, που έπεφταν βροχή. Ύστερα, άρχισε να ρωτά αυτός και ν' απαντούν τα παιδιά.
Ε, λοιπόν, θα το πιστέψετε; Εκείνο το αξέχαστο πρωινό, ο σοφός κύριος Περικλής έμαθε όσα δεν είχε μάθει μιαν ολόκληρη ζωή! Α, ήταν πολύ τυ­χερός που έχασε τα γυαλιά του... Κι ό­ταν δειλά δειλά τον πλησίασε ο Θοδωρής για να του τα δώσει πίσω, ομολογώντας πως αυτός του τα είχε πάρει, ο κύριος Περικλής γέλασε με την καρδιά του.
- Δεν πειράζει, παιδί μου. Μου βγήκε σε καλό! Αν δεν γινόταν αυτό, ποτέ μου δε θα γνώριζα το χαμόγελο σας Και δε θα μάθαινα ποτέ μου αυτό που εσείς μου φανερώσατε σήμερα: Πώς το θαύμα της ζωής κρύβεται μέσα σ’ έ­να παιδικό χαμόγελο...

Δεν υπάρχουν σχόλια: