Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

ΤΟ ΛΑΣΤΙΧΟ

του Γιάννη Δ. Μπάρτζη
Δεν ξέρω αν γινόταν το ίδιο και σ' άλλα χωριά, μα στο δικό μου, είχε κηρυχτεί αμείλικτος και διαρκής πόλεμος ανάμε­σα στα παιδιά και στα πουλιά. Ήταν σαν μια «παράδοση γενεών», που πήγαινε από πατέρα σε γιο κι όλοι μας θεωρούσαμε υποχρέωση και τιμή τη συνέχεια και την πιστή τήρηση της. Άλ­λωστε ο «πόλεμος» αυτός είχε συνδεθεί και με  γευστικές απολαύσεις, αφού κρέας έβλεπαν οι κατσαρόλες στα σπίτια μας μόνο στις μεγαλογιορτάδες.
Χίλιους δυο τρόπους μεθοδεύαμε, για να τα πιάσουμε και να τα πάμε θριαμβευτι­κά στη μάνα μας, να μας τα τηγανίσει με αυγά, για να χορτάσουμε την πείνα μας.
Τα πιο αξιόλογα στελέχη του παιδόκοσμου της γειτονιάς μου έφτιαχναν «δόκανα» με σύρμα χοντρό, από κείνο που είχανε για το κρέμασμα της μπουγάδας, έστηναν «ξόβεργες», για τις οποίες ακόμα και σήμερα αγνοώ τον τρόπο και το υλικό (ιξόκολλα) κατασκευής τους, τοποθε­τούσαν παγίδες πλεγμένες με καλάμια, και κυ­νηγούσαν με τις ώρες τα σπουργίτια με τα αυ­τοσχέδια «λάστιχα», σφεντόνες δηλαδή, που δεν έπρεπε να λείπουν από κανενός μας την «κόλότσεπη».
Αναγνωρίζοντας την πρωτοκαθεδρία σε πολύ δυναμικότερους ομήλικούς μου, έμενα στην αφάνεια που επιφυ­λάσσει η μοίρα στους οπαδούς των ι­σχυρών. Έτσι. αν και συμμετείχα βέ­βαια σ' όλες τις κυνηγετικές δραστη­ριότητες, είχα εξειδικευτεί σε διάφο­ρες «βοηθητικές» δουλειές, όπως: Να καίω παλιά λάστιχα αυτοκινήτων και να βγάζω λεπτό ατσαλόσυρμα, που χρειαζόταν για το μηχανισμό του κλει­σίματος στα δόκανα, να βγαίνω παγανιά μαζεύοντας σκουλήκια για το δό­λωμα, που τα αποθηκεύαμε ζωντανά μέσα σε τρυπημένα σφεδρούκλια, να καθαρίζω καλάμια και να τα κόβω σε λεπτές λωρίδες με το σουγιαδάκι μου, για τις παγίδες, να ξύνω κομμάτια από κλαδί ελιάς σε σχήμα Υ, για την κατα­σκευή των λάστιχων κλπ.
Μάταια προσπαθούσε ο - συγχωρεμέ­νος πια - δάσκαλος μας να καταπολε­μήσει αυτές τις... «βάρβαρες», όπως τις έλεγε, συνήθειες μας. Χαμένες πήγαι­ναν οι σποραδικές αιφνίδιες έρευνες του στις τσέπες και στις τσάντες μας, για την «κατάσχεση» των «όπλων» μας. Στο βρόντο ηχούσανε οι απειλές του. Δέκα λάστι­χα έριχνε στην ξυλόσομπα της τάξης μας εκείνος; Είκοσι φτιάχναμε το ίδιο απόγευ­μα εμείς.
Κάπου κάπου έριχνα κι εγώ με το λάστιχο μου σημαδεύοντας σπουργίτια, κι είναι α­λήθεια πως επιθυμούσα διακαώς να βρω το στόχο, κι ήθελα να δω ένα πουλί να πέ­φτει χτυπημένο απ' το δικό μου «βόλι». Το άψυχο σώμα του θ' αποτελούσε την πιο μεγάλη αναγνώριση της λαστιχοκυνηγητικής αξίας μου, θα συζητιόταν το κατόρθωμα μου για πολλές ημέρες κι η φήμη μου θα έκανε το γύρο σ' όλες τις γειτονιές του χωριού, γιατί τέτοιες επιτυχί­ες ήσαν πολύ σπά­νιες. Μπορεί να πιά­ναμε πολλά σπουργίτια και κοκκινολαίμηδες και σουσουράδες με τις ξόβεργες, με τις παγίδες και τα δόκανα μας, αλλά σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν υπήρ­χε το στοιχείο της ατομικής προβολής και της προσωπικής αξιοσύνης.
Μόνο στο σημάδι με το λάστιχο πετύχαινε κα­νείς την ομόθυμη αναγνώριση, όταν και όποτε κατόρθωνε την ποθούμενη «φονική βολή».
Ώσπου μια μέρα πραγματοποιήθηκε η επιθυμί­α μου, κατά τρόπο μάλιστα εντελώς απρόσμε­νο όσο και μοιραίο.             .
Ήταν καλοκαίρι, θυμάμαι, κι έλειπαν όλοι στο θερισμό. Είχα μείνει μόνος στο σπίτι και διάβα­ζα ξαπλωμένος σ' ένα ξυλοκρέβατο, κάτω σπ' την πυκνή σκιά της αγριομουριάς στη μέση της αυλής μας. Και τότε είδα το πουλί! Ήταν έ­νας αεικίνητος σπουργιτάκος, που πετούσε συνεχώς από κλαδί σε κλαδί. Τίναζε τα φτεράκια του κι έβγαζε ήχους τσιριχτούς. Το «τσιρι-τρίιιτ! τσιριιρίιιτ!» του ακουγόταν, πότε απ' τη μια μεριά του δέντρου και πότε από την άλλη. Άρχισε να μου αποσπά την προσοχή. Τον πα­ρακολουθούσα ν’ αλλάζει θέσεις διαρκώς επά­νω στα κλαριά κι όταν μου τον έκρυβαν τα φυλλώματα, μετακινιόμουν ξαπλωμένος, για να μην τον χάνω απ'  τη ματιά μου. Παράτησα κατά μέρος τον Ιούλιο Βερν κι αφαιρέθηκα κοι­τάζοντας εκείνο το μικρό σπουργίτι.
Κάποια στιγμή που έφτασε στα πιο χαμηλά κλαδιά κι ήταν δυο τρία μόνο μέτρα δίπλα μου, φούντωσε μέσα μου η επιθυμία να το σημαδέ­ψω, Τραβάω το λάστιχο από την πίσω τσέπη του παντελονιού μου, παίρνω ένα στρογγυλό χαλίκι σκύβοντας ελαφρά στο χωματένιο δάπε­δο της αυλής, κλείνω το ένα μάτι, για να σκο­πεύσω καλύτερα, τεντώνω το λάστιχο, το κα­τευθύνω κατά το στόχο μου και... αφήνω το βόλι να λευτερωθεί φεύγοντας σαν την αστρα­πή.
Αυτό ήταν! Σε κλάσμα δευτερολέπτου ο σπουργιτάκος έπεφτε χτυπημένος στο έδα­φος. Δεν πίστευα στα μάτια μου! Επιτέλους εί­χα σκοτώσει κι εγώ ένα πουλί! Να το!... ήταν ε­κεί δίπλα στο πόδια μου και σπαρταρούσε α­ποχαιρετώντας τη ζωή! Τι κι αν δεν υπήρχαν μάρτυρες του κατορθώματος; Ήταν άλλο πει­στήριο καλύτερο από το ίδιο το θύμα της ευ­στοχίας μου;
Πετάχτηκα απ' το ξυλοκρέβατο και πήγα κοντά στο πεσμένο πουλί. Έσκυψα και το πήρα στα χέρια μου. Σπαρταρούσε ακόμη. Τα ματάκια του ήσαν κλειστά. Σταγόνες ζεστό αίμα είχαν βάψει τα γκριζωπά πούπουλα στο στήθος του. Όμως μεμιάς, εκεί όπως το κρατούσα στην πα­λάμη μου, ένιωσα ν' αδειάζει από μέσα μου κά­θε αίσθηση περηφάνιας για το «κατόρθωμα» μου. Με κυρίεψε πανικός. Συμπονούσα αυτό το άμοιρο πλασματάκι που ψυχορραγούσε κι άρ­χισα να παρακαλάω να γίνει καλά και να πετά­ξει μακριά μου. Το χάιδευα απαλά και του μι­λούσα με τρυφερότητα. Έβριζα με τα χειρότε­ρα λόγια τον εαυτό μου γι' αυτό που έκανε και προσπαθούσα κάνοντας ό,τι περνούσε από τη σκέψη μου, μήπως κι επανορθώσω. Το ζέσται­να με το χνώτο μου, το έκλεινα προστατευτικά ανάμεσα στις δυο παλάμες μου, του χάιδευα το κεφαλάκι του, του έστρωνα τα τσακισμένα του φτερά.
«Μην πεθάνεις!... Μη... θα σε κάνω καλά και θα πετάξεις!» του ψιθύριζα.
Μάταια όμως. Η ζωή με αργά βήματα το εγκα­τέλειπε. Το ένιωθα σιγά σιγά να σβήνει. Οι σπασμοί που τάραζαν το κορμάκι του, όλο και λιγόστευαν. Έτρεξα μέσα στο σπίτι και πήρα κόκκους ζάχαρη να το γλυκάνω. Του άνοιξα προσεκτικά το ράμφος και του έριχνα έναν έ­ναν μέσο, μήπως και πάρει επάνω του. Τίποτα όμως!
Πέρασαν λίγα ακόμα λεπτά τραγικής αναμο­νής και ήρθε το τέλος! Έγειρε το κεφαλάκι του στην παλάμη μου κι έπαψε κάθε του κίνηση. Φανερά ταραγμένος και με βουρκωμένα μάτια άνοιξα μια γούβα στην πιο ανθισμένη γωνιά του κήπου μας κι έθαψα το πρώτο και τελευ­ταίο θύμα της «κυνηγετικής μου ιστορίας». Έ­νας μικρός σταυρός, που έφτιαξα με καλάμι για τον τάφο του, ήταν το τελευταίο χειροτέ­χνημα που κατασκεύασα με τον κοφτερό μου σουγιά. Αμέσως ύστερα τον πέταξα στη στέγη του απέναντι σπιτιού. Πήρα κατόπιν τα σφερδούκλια με τα δολώματα και τα έσπασα απελευθερώνοντας τα ζωντανά σκουλήκια που είχα αποθηκευμένα μέσα τους. Και τέλος με τι ψαλίδι της μάνας μου έκανα χίλια κομμάτια τι αγαπημένο μου λάστιχο,
Παρά το δυνατό χτυποκάρδι και τον ιδρώτα που έτρεχε στο πρόσωπο και στο κορμί μου, ένιωσα σιγά σιγά να χαλαρώνω, Μια γλυκιά αίσθηση ανακούφισης ήρθε και κατακάθισε πάνω απ' την πίκρα και τη θλίψη μου για τη ζωή που αφαίρεσα και για τον άφατο πόνο που προκάλεσα σ' ένα αθώο πλασματάκι.
Ξάπλωσα ξανά κάτω απ' τον ίσκιο της αγριομουριάς και πήρα στα χέρια το παρατημένο μου βιβλίο. Ποτέ πάλι ο Ιούλιος Βερν δεν μου 'χε φανεί πιο συναρπαστικός, όσο εκείνη τι στιγμή. Βυθίστηκα στις σελίδες του κι έφυγε μακριά, παρέα μ' ένα «δεκαπενταετή πλοίαρχο να τριγυρνάω για περιπέτειες στις γεμάτες μυστήριο ζούγκλες της Αφρικής.


Δεν υπάρχουν σχόλια: